www.ekivolos.gr          

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

 

Ο ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΟΣ

 

 Jean Brun

 

Ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στις Κλαζομενές το 500 περίπου π.Χ. Πηγαίνει στην Αθήνα γύρω στο 462 π.Χ. και γίνεται ο πρώτος της φιλόσοφος· έτσι η φιλοσοφία, χάρη σ’ αυτόν, περνά από την Ιωνία στην Ελλάδα. Ο Σωκράτης πρέπει να παρακολούθησε τα μαθήματά του και γνωρίζουμε, μάλιστα, από τον Φαίδωνα (97β), πως τον είχαν απογοητεύσει. Προκαλούσε τη γενική δυσπιστία και επονομαζόταν ο Νους. Ο Περικλής, ωστόσο, του στάθηκε φίλος και προστάτης, όπως άλλωστε κι ο Αρχέλαος κι ο Ευριπίδης. Όταν ξεσπά ο Πελοποννησιακός Πόλεμος κι ο Περικλής αρχίζει να δέχεται σφοδρές κριτικές, ο Αναξαγόρας κατηγορείται πως δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης. Θα εγκαταλείψει τότε την Αθήνα για να εγκατασταθεί στη Λάμψακο, όπου και θα πεθάνει, γύρω στο 428 π.Χ. Είχε μαθητές τον Μετρόδωρο και τον Αρχέλαο· ο τελευταίος μάλιστα ίσως ήταν κι ο διάδοχός του στη Λάμψακο.

Ο Αναξαγόρας ήταν σύγχρονος του Εμπεδοκλή και του Λεύκιππου, είναι πολύ δύσκολο όμως να διακρίνουμε ποιος επηρέασε ποιον. Αν αφήσουμε κατά μέρος τις αμφίβολες επιδράσεις των ανατολικών φιλοσοφιών ή του μυθικού θαυματουργού Ερμότιμου, αυτό που μας απομένει είναι ότι γνώριζε οπωσδήποτε τη φυσική των Ιώνων φιλοσόφων, δια μέσου ίσως του Εμπεδοκλή και του Λεύκιππου.

Αντίθετα με τους Ατομικούς, ο Αναξαγόρας πιστεύει πως δεν υπάρχουν στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα μικρότερα δυνατά: το ελάχιστο δεν υπάρχει (απ. 3) και η ύλη είναι τμήσιμη στο άπειρο. Η απόλυτη ακινησία του Είναι, που δίδασκαν οι Ελεάτες, του φαίνεται εξίσου αδιανόητη με το απόλυτο γίγνεσθαι του Ηράκλειτου:

 

Το πώς γεννιέται και χάνεται κάτι, για τούτο δεν έχουν σωστή γνώ-

μη οι Έλληνες, γιατί κανένα πράγμα δεν γεννιέται ή χάνεται, αλλά

συσμίγει και διαλύεται από πράγματα που υπάρχουν και θα ονόμα-

ζαν έτσι σωστά το να γεννιέται κάτι, λέγοντας ότι σμίγει, και το να

χάνεται, λέγοντας ότι διαλύεται. Πώς θα μπορούσε να γίνει τρίχα

από μη τρίχα και σάρκα από μη σάρκα; (απ. 17).

 

Αυτό που υπάρχει, λοιπόν, είναι ανάμειξη (συμμιγνύσθαι) και διάλυ­ση (διακρίνειν). Τα στοιχεία αυτού του μείγματος είναι τα χρήματα, |ο Ζαφειρόπουλος το αποδίδει «fluides-qualites » (υγρές ποιότητες)| και εί­ναι πολυάριθμα. Συνίστανται σε σπέρματα, απειροελάχιστους φορείς μιας μοναδικής ποιότητας |ο Ζαφειρόπουλος αποδίδει τον όρο αυτό ως «points-qualites» (ποιοτικά σημεία)|. Στην αρχική τους κατάσταση τα σπέρματα είναι αναμεμειγμένα σ’ ένα ομοιογενές σύνολο: Τά πάντα ὁμοῦ. Στη συνέχεια, καθώς το όμοιο έλκει το όμοιο του, τα σπέρματα αυτά συγ­κεντρώνονται κατά ποιότητες και γεννούν τάς μοίρας, που ο προηγούμενος συγγραφέας αποδίδει ως «elements-qualites» (ποιοτικά στοιχεία).

Στο σημείο αυτό αναφύεται ένα πρόβλημα για τον σχολιαστή. Με αφετηρία τον Αριστοτέλη και μια μαρτυρία του (Περί γενέσεως καί φθοράς, I,1,314α 18:1,18,723α6), αποδίδεται στον Αναξαγόρα μια παρεμφερής με τη μοριακή θεωρία άποψη, η λεγόμενη περί τῶν ὁμοιομερῶν. Στην πραγ­ματικότητα, η λέξη αυτή δεν συναντάται πουθενά στον Αναξαγόρα, που ποτέ του δεν έκανε λόγο για στοιχεία άτμητων πραγμάτων (βλ.· Τσέλλερ II,σ. 392). Αν κι ο Γκόμπερζ(Ι, σ. 238) υποστηρίζει πως η θεωρία των ομοιο­μερών ανήκει οπωσδήποτε στον Αναξαγόρα, ο Ζαφειρόπουλος πιστεύει πως γεννήθηκε από τη γραφίδα του ίδιου του Αριστοτέλη, οφειλόμενη πιθανότατα σε παρανόηση του τελευταίου- η αντίληψη ενός στοιχειώδους μορίου είναι, πράγματι, ξένη προς την κοσμοθεωρία του Αναξαγόρα, που υποστηρίζει, όπως είδαμε, πως η ύλη τέμνεται στο άπειρο.

Η πορεία λοιπόν της μετάβασης είναι από τα σπέρματα στις μοίρες και τα χρήματα.

 

 

I. Ο Νους

 

Η γένεση του αισθητού προέρχεται από την ανάμειξη των μοιρών, που παράγουν με τη σειρά τους τα χρήματα. Πώς όμως δημιουργείται, από το πάντα ὁμοῦ, αυτό το νέο πεδίο; Δημιουργείται χάρη στο Νου:

 

Όλα όσα έχουν ψυχή, και τα πιο μικρά και τα πιο μεγάλα, όλων αυτών ο νους κυριαρχεί. Κι επάνω στη σύμπασα περιστροφή ο νους κυριάρχησε, ώστε να πρωταρχίσει να περιστρέφεται. Και πρώτα πρώτα άρχισε να περιστρέφεται από ένα μικρό σημείο, προχωρεί όμως η περιστροφή πιο πέρα και θα περιστραφεί ακόμα περισσότε­ρο. Κι όσα συσμίγουν και αποχωρίζονται και διαχωρίζονται, όλα αυ­τά τα γνώρισε ο νους· κι όποια έμελλαν να γίνουν και όποια ήταν, που τώρα δεν είναι, κι όσα τώρα είναι και ποια θα είναι, όλα τα έβα­λε σε όμορφη τάξη ο νους, κι αυτή την περιστροφή, όπου περιστρέ­φονται και τα άστρα και ο ήλιος και η σελήνη και ο αέρας και ο αι­θέρας, καθώς ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο.

 

Έτσι λοιπόν, ο Νους είναι αυτό που διέπει την οργάνωση του παντός, είναι η οργανωτική αρχή συμμείξεων και αποχωρισμών.

Ο Αναξαγόρας περιγράφει σχολαστικά τα χαρακτηριστικά αυτού του Νου: κατ’ ἀρχήν εἶναι ἄπειρος (απ. 12) και αιώνιος.

Ο δε νους, που είναι πάντα, υπάρχει στ’ αλήθεια και τώρα, όπου και όλα τ’ άλλα, μέσα στην περιέχουσα πολλότητα και μέσα σ’ αυ­τά που προστέθηκαν με το διαχωρισμό και ιιέσα σ’ αὐτά που έχουν αποχωριστεί (απ. 14)

Αυτοκυβερνάται και υπακούει σε δικούς του νόμους (αὐτοκρατές) (απ. ι, δεν αναμειγνύεται και υπάρχει ξέχωρα απ’ όλα (όπ.π.). Ιδιότητά του, πόν, είναι κατ’ εξοχήν το κρατεῖν. Ο Νους εἶναι λεπτότατον τε πάντων... καί καθαρώτατον, διαθέτει την απόλυτη γνώση και κατέχει καθολική ισχύ, είναι κατά συνέπεια καθαρός από οιαδήποτε πρόσμειξη (απ. 12).

 

 

ΙΙ. Ο άνθρωπος

 

Στο Περί ζώων μορίων (IV, 10, 687α 7) ο Αριστοτέλης μας εκθέτει, κατακρίνοντάς την, μια ιδέα του Αναξαγόρα:

 

«Ο Αναξαγόρας ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος, επειδή έχει χέρια, είναι πιο έξυπνος από τα ζώα», και προσθέτει: «είναι πιο λογικό, όμως, να πούμε πως έχει χέρια, επειδή, ακριβώς, είναι ο πιο έξυπνος. Γιατί το χέρι είναι ένα εργαλείο: η φύση, όπως κι ένας σώφρων άνθρωπος, απονέμει πάντα ένα όργανο μόνο σ’ όποιον είναι ικανός να το χρησιμοποιήσει».

 

Το ότι, όμως, είναι το πιο έξυπνο από τα ζώα, επειδή έχει χέρια, δεν ση- νει πως δεν έχει και νόηση. Σκέφτεται, γιατί αίσθηση δεν δημιουργεί- από την επενέργεια του ομοίου στο όμοιο, αλλά από αυτή του εναντίου, Ξαναβρίσκουμε εδώ, λοιπόν, την προσφιλή στον Ηράκλειτο άποψη, σύμφωνα με την οποία το όμοιο δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα επιδρώντας όμοιό του. Οι αισθήσεις, ωστόσο, είναι ανεπαρκείς για τη γνώση της θείας. Δυστυχώς, όμως, δεν γνωρίζουμε τίποτα από τη διδασκαλία Αναξαγόρα για το δυνατόν της νόησης.

 

 

ΙΙΙ. Νόημα καν σημασία της φιλοσοφίας του Αναξαγόρα

 

Το κυριότερο πρόβλημα που τίθεται στον σχολιαστή είναι πώς ακριβώς ιει να νοήσουμε αυτόν το Νου, που ο Αναξαγόρας τοποθετεί κάθε φο- το επίκεντρο των εξηγήσεων που δίνει.

Αν πιστέψουμε τον Πλάτωνα, τότε, ο Νους αυτός δεν θα ’ταν άλλο από ένα είδος από μηχανής θεού, αρκετά ασταθούς μάλιστα, ενώ ο Σωκράτης ομολογεί πόσο απογοητεύτηκε από τη μελέτη του Αναξαγόρα, τη στιγμή που είχε στηρίξει τόσες ελπίδες πάνω του (βλ. Φαίδων, 97 c). Αλλά Αριστοτέλης βλέπει στο Νου του Αναξαγόρα αυτό το οποίο ο τελευταίος επικαλείται κάθε φορά που βρίσκεται σε αδυναμία να εξηγήσει την εμφάνιση ενός φαινομένου (Μετά τα Φυσικά, 1,3, 985 α 17).

Ο Β. Γαίγκερ, αντίθετα, πιστεύει πως ο Νους του Αναξαγόρα είναι ο κυρίαρχος θεός, που, ανεξάρτητος από καθετί, επιβάλλεται στα πάντα και που για πρώτη φορά στην ελληνική σκέψη δηλώνεται ρητά η παρουσία του. Κατά τον Γαίγκερ, χάρη στον Αναξαγόρα ο άνθρωπος μπορεί να συνειδητοποιήσει πως έχει πρόσβαση στο θείο μέσω της εγγενούς σ’ αυτόν νόησης. Ήδη, όμως, ο Τσέλλερ θεωρούσε την εξομοίωση του Νου με τον Θεό, που ο Γαίγκερ δέχεται ως αναμφισβήτητη, αρκετά ύποπτη: κατ’ αυτόν ο Νους εξακολουθεί να είναι μια δύναμη της φύσης και δεν επιτρέπεται να τον αντιλαμβανόμαστε ως ον με προσωπικότητα ή καθαρά πνευματικό.

Η ανάγνωση που επιχειρεί ο Ντετιέν (Detienne) τοποθετείται στους αντίποδες των προηγουμένων ερμηνειών, καθώς αναγορεύει τον Αναξαγόρα σ’ αυτόν που επέτρεψε στον θεωρητικό στοχασμό να μεταβεί από το στάδιο της μαγείας, στο οποίο είχε αρκεστεί ο Ερμότιμος, σ’ αυτό της φιλοσοφίας. Κατ’ αυτόν, ο Αναξαγόρας θέλησε να αντικαταστήσει την εικόνα του θεού με την έλλογη μέθοδο. Γ Γ αυτό και ο Ντετιέν υπογραμμίζει τη σημασία ενός γεγονότος, όπως η πτώση του αερόλιθου των Αιγός Ποταμών, στο οποίο ορισμένοι θέλησαν να βρουν κάποιο προμήνυμα, τη στιγμή που ο Αναξαγόρας το εξηγούσε αποδίδοντάς το σε καθαρά φυσικά αίτια. Αυτός, άλλωστε, θα πρέπει να ήταν και ο λόγος που ο Αναξαγόρας κατηγορήθηκε για ασέβεια- από εκεί συνάγει ο Ντετιέν και το συμπέρα­σμά του: «Ορθολογιστής και θεμελιακά κοσμικός, ο Αναξαγόρας θα μπορούσε να εκπροσωπεί, κατά τον 18ο αιώνα, τον αντιπλατωνισμό και το ιδανικό μιας ορθολογιστικής και απερίφραστα αντιθρησκευτικής κριτικής».

Να, λοιπόν, που βρισκόμαστε για άλλη μια φορά ενώπιον του ίδιου προβλήματος: Μπορούμε τελικά να καταλάβουμε τι ακριβώς θέλησε να πει ο Αναξαγόρας; Στην παρούσα κατάσταση των κειμένων που διαθέτουμε όχι μόνον κάθε κατηγορηματική απάντηση θα φάνταζε κενόδοξη αλλά και θα πρέπει ίσως να αναρωτηθούμε μήπως τελικά το νόημα αυτής της ίδιας της ερώτησης είναι εξαιρετικά απλό. Δεν μπορούμε να διαβάζουμε τους Προσωκρατικούς γενικά, και ειδικότερα τον Αναξαγόρα, παρά δια μέσου της δικής μας θεωρητικής ανησυχίας· είναι αλήθεια πως ο πειρασμός να βάλουμε στο στόμα του συγγραφέα τα λόγια ακριβώς που περιμένουμε να ακούσουμε απ’ αυτόν είναι πάντα μεγάλος: δεν θα πρέπει, όμως, να καταλήξουμε, λόγω αυτού, στο σκεπτικιστικό συμπέρασμα πως η ιστορία της φιλοσοφίας μάς καταδικάζει στον υποκειμενισμό της ερμηνείας. Αν, σήμερα ακόμα, θέτουμε ερωτήματα τόσο στους εαυτούς μας όσο και στα έργα αυτών που προηγήθηκαν από μας, είναι, κατά μια έννοια, γιατί αυτοί ακριβώς οι τελευταίοι είναι που μας προσέφεραν τις διάφορες διανοητικές πορείες, που μας οδήγησαν ως αυτούς. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε, τελικά, πως δεν είμαστε τόσο εμείς οι ίδιοι που θέτουμε ερωτήματα στους φιλοσόφους του παρελθόντος, όσο αυτοί οι ίδιοι που μας ωθούν να τους ρωτήσουμε για τα προβλήματα, τα οποία μας έχουν κληροδοτήσει: από τις δικές τους αφετηρίες ξεκινήσαμε κι εμείς, για ν’ ακολουθήσουμε διαφορετικά και συχνά αποκλίνοντα μονοπάτια της σκέψης, που όλα τους όμως ριζώνουν σε μια απαρχή ανεξάντλητη σε πλούτο, ακριβώς επειδή τα περιέχει όλα. Αυτός ίσως είναι κι ο λόγος που φαίνεται να μπορούμε να πούμε πως το νόημα μιας φιλοσοφίας δεν της είναι τελείως σύγχρονο αλλά βρίσκεται μπροστά της. Σαν τον ποιητή του Μαλλαρμέ, ο φιλόσοφος είναι «τέτοιος που τελικά η αιωνιότητα τον αλλάζει».