www.ekivolos.gr   

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

Η ΔΙΚΗ TOY ΣΩΚΡΑΤΗ

 Λήψη του αρχείου

Claude Mossé,

Le procès de Socrate, Editions Complexe, Paris 1987

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 399, ἄφιξη στὸν Πειραιὰ τοῦ πλοίου πού ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴ Δῆλο - ὅπου κάθε χρόνο ἐστέλλετο μιὰ ἱερὴ ἀντιπροσωπεία γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἐπετείου τῆς νίκης τοῦ Θησέα κατὰ τοῦ Μινώταυρου - ἔγινε θλιβερὰ αἰσθητὴ ἀπό τους μαθητὲς τοῦ Σωκράτη: σήμαινε πράγματι ὅτι καταδίκη σὲ θάνατο πού εἶχε ἀπαγγελθεῖ ἀπὸ τὸ λαϊκὸ δικαστήριο ἐναντίον τοῦ ἡλικιωμένου ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὰ μαθήματα παρακολουθοῦσαν οἱ πιὸ λαμπροὶ νέοι τῆς Ἀθήνας, καταδίκη πού ἐκτέλεσή της εἶχε ἀναβληθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν νόμο κατὰ ἕνα μήνα, ἐπρόκειτο πιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ. Τὴν ἑπομένη, φιλόσοφος ἔπινε τὸ θανάσιμο δηλητήριο ἐν μέσω τῶν μαθητῶν του κι ὑποδειγματικός του θάνατος θὰ πρὸ- καλοῦσε γιὰ αἰῶνες τὸν θαυμασμό.

Σωκράτης ἦταν ἄθηναῖος πολίτης καὶ Ἀθήνα ἦταν μιὰ δημοκρατία πού αὐτοπροσδιοριζόταν μὲ τὴ διακήρυξη δύο ἀρχῶν: τὴν ἰσότητα ἔναντι τοῦ νόμου ὅλων αὐτῶν πού ἀποτελοῦσαν τὴν κοινότητα τῶν πολιτῶν, καὶ τὴν ἐλευθερία πού ἐπέτρεπε στὸν καθένα νὰ ζήσει, νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιά του, νὰ σκέπτεται ὅπως αὐτός τὸ ἐννοοῦσε. Οἱ ἀρχές αὐτὲς εἶχαν διακηρυχθεῖ μὲ σθένος στὸν λόγο τὸν ὁποῖο ἱστορικὸς Θουκυδίδης ἀποδίδει στὸν ἄνδρα-σύμβολο αὐτῆς τῆς δημοκρατίας, τὸν Περικλῆ. Καὶ Περικλῆς συνέδεε τὸ μεγαλεῖο της Ἀθήνας; πού ἦταν ὑπόδειγμα καὶ παιδαγωγὸς συνάμα γιὰ τὸν ὑπόλοιπο ἑλληνικὸ κόσμο, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἰσότητα πού ρητὰ διεκηρύσσοντο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἐξέχοντα ρόλο πού Ἀθήνα ἔπαιζε στὸν τομέα τῆς τέχνης καὶ τῆς σκέψης:

«Κυβερνιόμαστε δηλαδὴ μὲ πολίτευμα, πού δὲν ζηλεύει τοὺς θεσμοὺς τῶν ἄλλων, ἀλλά εἴμαστε μᾶλλον ἐμεῖς παράδειγμα γιὰ πολλούς, παρὰ πού ξεσηκώνομε τὰ συνήθειά τους. Καὶ λέγεται μὲ τ’ ὄνομα δημοκρατία, γιατί δὲν κυβερνιέται γιὰ τὸ συμφέρον τῶν ὀλίγῶν, ἀλλά γιὰ τοὺς πολλούς, κι ἔχουν ὅλοι τὰ ἴδια δικαιώματα σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους ὡς πρὸς τὶς ἰδιωτικὲς διαφορὲς μεταξύ τους· ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἀξιώματα ὅμως, γιὰ ὅποιαν ἱκανότητα ἐκτιμᾶται ὁ καθένας, δὲν φτάνει σὲ θέση πολιτικὴ ἐξ αἰτίας τῆς τάξης ὅπου ἀνήκει παρὰ ἀπὸ τὴν ἀξιωσύνη του· κι οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του, ὅταν μπορεῖ νὰ προσφέρει κάτι καλὸ στὴν πολιτεία, ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ ἀξίωμα ἐπειδὴ εἶναι ταπεινός. Κι ἐλεύτερα φερνόμαστε, τόσο σχετικὰ μὲ τὰ ζητήματα πού ἀφοροῦν τὴν πολιτεία, ὅσο καὶ σχετικὰ μὲ τὶς καθημερινὲς συναλλαγές μας· κι ὅσο γιὰ τὶς ὑποψίες πού γεννιῶνται στὸν ἕνα γιὰ τὸν ἄλλο, δὲν ἀγανακτοῦμε μὲ τὸ γείτονά μας ἂν κάνει κάτι γιατί ἔτσι τοῦ ἀρέσει, οὔτε φορτωνόμαστε γκρίνιες καὶ στενοχώριες, πού δὲν ζημιώνουνε καὶ δὲν ἐπιφέρουν βέβαια, ποινικὴ δίωξη ἀλλά παρουσιάζουν ἐλεεινὸ θέαμα. Ἔχουμε ἀ- κόμα θεσπίσει στὴν πολιτεία μας πολλοὺς τρόπους ν’ ἀνασαίνει ὁ καθένας μας ἀπό τους μόχτους, τελώντας ἀγῶνες καὶ δημόσιες θυσίες ταχτικὲς ὅλο τὸ χρόνο, καὶ μὲ ἰδιωτικὲς καλοσυσταζούμενες ἐγκαταστάσεις, πού νὰ τὶς χαίρεται κανεὶς κάθε μέρα τοῦ διώχνει τὸ βάρος τῆς λύπης... Λέγω ἐν συντομία ὅτι καὶ ἡ πόλη μας ὡς σύνολον εἶναι τὸ σχολεῖο τῆς Ἑλλάδας...»[1].

Ἦταν ἀπαραίτητο νὰ θυμήσουμε αὐτά τὰ λόγια πού κι ἂν ἀκόμα δὲν εἰπώθηκαν ἀκριβῶς μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν διερμήνευσαν τὸ κοινὸ αἴσθημα. Θέτουν μοιραία στὸν ἱστορικὸ ἕνα πρόβλημα: πῶς ἡ πόλη πού ἤθελε νὰ εἶναι ἡ ἑστία τῆς ἐλευθερίας μπόρεσε νὰ καταδικάσει σὲ θάνατο τὸν ἄνδρα πού εἶχε διαπρέψει μὲ τὸ σφρίγος τῆς διάνοιάς του, ἕναν φιλόσοφο πού τὸν θαύμαζαν ὄχι μόνον οἱ Ἀθηναῖοι ἀλλά καὶ ὅλοι οἱ ξένοι πού ἐρχόντουσαν νὰ συζητήσουν μαζί του καὶ πού ἔθεωροῦντο σὰν τὰ πιὸ μεγάλα πνεύματα τῆς ἐποχῆς; Πρόκειται ἄραγε γιὰ συρροὴ ἄτυχων περιστάσεων ἤ μήπως μιὰ τέτοια καταδίκη φωτίζει τὴν πραγματικότητα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας μὲ τρόπο ἀναπάντεχο καὶ ἀπρόβλεπτο; Γιὰ νὰ Ἀπαντήσουμε σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, γιὰ νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ ἐμφανῶς παράδοξό της δίκης καὶ τῆς θανατικῆς καταδίκης τοῦ Σωκράτη, εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναρωτηθοῦμε πρῶτα γιὰ τὶς συνθῆκες αὐτῆς τῆς δίκης, γιὰ τὴν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στὴν Ἀθήνα στὴν αὐγὴ τοῦ 4ου αἰώνα.

 

Η ΑΘΗΝΑ TO 399 π.Χ.

 

Μπορεῖ ἡ Ἀθήνα νὰ ἦταν πράγματι κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ 5ου αἰώνα ἡ πιὸ ἰσχυρὴ πόλη τοῦ ἑλληνικοΰ κόσμου καὶ μπορεῖ, τὴν στιγμὴ πού ὁ Περικλῆς ἐκήρυσσε τὸν ὕμνο τῆς δημοκρατίας, ὁ πόλεμος πού διαρκοῦσε ἤδη ἕνα χρόνο, νὰ μὴν εἶχε ἀκόμα ἀνακόψει τὶς δυνάμεις της. Ὅμως δὲν συνέβαινε τὸ ἴδιο καὶ στὴν αὐγὴ τοῦ 4ου αἰώνα. Εἴκοσι πέντε χρόνια συγκρούσεων, πού ὀνομάζουμε πιὸ ἁ- πλά Πελοποννησιακὸ πόλεμο, τὴν εἶχαν καταντήσει μιὰ πόλη ἡτ- τημένη, μιὰ πόλη 6αθειά πληγωμένη, μιὰ πόλη σπαραγμένη.

 

 

Μιὰ ἡττημένη πόλη

 

Πέντε χρόνια πρὶν ἀρχίσει ἡ δίκη τοῦ Σωκράτη, ὁ στόλος τῶν Λακεδαιμονίων μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ναύαρχο Λύσανδρο, εἶχε καταπλεύσει στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, τὸ λιμάνι αὐτὸ πού εἶχε κατασκευασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεμιστοκλῆ μετὰ τοὺς μηδικοὺς πολέμους καὶ εἶχε προστατεύσει τὸν ἰσχυρὸ στόλο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἀθήνα ἀσκοῦσε τὴν κυριαρχία της στὸν κόσμο τοῦ Αἰγαίου. Σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης πού εἶχε συνάψει μὲ τὸν Λύσανδρο, ἡ Ἀθήνα ὄφειλε νὰ παραδώσει σχεδὸν ὅλα τὰ πλοῖα της, νὰ γκρεμίσει τὰ τείχη πού ἕνωναν τὴν πόλη μὲ τὸν Πειραιὰ καὶ τὴν ἔκαναν ἀπόρθητη, νὰ δεχθεῖ νὰ προσχωρήσει στὴ συμμαχία τῆς Σπάρτης καὶ νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴ ναυτικὴ ἡγεμονία της.

Ἡ εἰρήνη αὐτή ἔβαζε τέλος σ’ ἕναν μακρὺ πόλεμο πού εἶχε ἀρχίσει τὸ 431 π.Χ. Ἡ Ἀθήνα ἦταν τότε στὸν κολοφώνα τῆς δύναμής της. Ἔπειτα ἀπὸ τὶς νίκες ἐναντίον τῶν Περσῶν στὸν Μαραθώνα (490) καὶ τὴ Σαλαμίνα (480), εἶχε ἐμφανιστεῖ ὡς ἡ μόνη ἱκανὴ δύναμη νὰ ὑπερασπίσει τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ πού ἡ Περσικὴ αὐτοκρατορία ἐπέσειε στὸν κόσμο τοῦ Αἰγαίου μετὰ τὴν ἵδρυσή της ἀπὸ τὸν Κύρο. Ἀμέσως μετὰ τὴ νίκη τῆς Σαλαμίνας, οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν πάρει τὴν πρωτοβουλία νὰ μεταφέρουν τὸν πόλεμο στὴν Ἀσία, γιὰ νὰ ἐλευθερώσουν τὶς ἑλληνικὲς πόλεις τῆς δυτικῆς ἀκτῆς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πού εἶχαν περιέλθει στὴν περσικὴ κυριαρχία πάνω ἀπὸ μισὸ αἰώνα. Ἀντικαθιστοῦσε ἔτσι ὡς «ἡγεμών», ὡς ἡγέτιδα δηλαδὴ δύναμη τῶν ἑλληνικῶν πόλεων, τὴ Σπάρτη, πού ἐθεωρεῖτο μέχρι τότε ἡ πιὸ ἰσχυρὴ στρατιωτικὰ πόλη. Τὸ 478 εἶχε δημιουργηθεῖ ἡ Συμμαχία τῆς Δήλου, μιὰ στρατιωτικὴ συμμαχία ἀνὰμεσα στὴν Ἀθήνα καὶ ὁρισμένες ἑλληνικὲς πόλεις καὶ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, κέντρο τῆς ὁποίας ἦταν τὸ ἱερό του Ἀπόλλωνα στὸ μικρὸ νησὶ τῆς Δήλου. Μὲ ἐξαίρεση κάποια μεγάλα νησιὰ (Χίος, Λέσβος, Ρόδος...) πού συμμετεῖχαν στὶς κοινὲς ἐπιχειρήσεις μὲ τὴν ἀποστολὴ ἑνὸς στόλου καὶ ἑνός στρατιωτικοῦ σώματος ἐπιστράτων, οἱ σύμμαχοι εἶχαν ἐμπιστευθεῖ τὴν ἄμυνα τους στὰ χέρια τῶν Ἀθηναίων καὶ πλήρωναν ἕναν ἐτήσιο φόρο γιὰ νὰ τροφοδοτεῖται ὁ κατατεθειμένος στὸ ἱερό θησαυρὸς τῆς Συμμαχίας. Τὰ χρόνια πού ἀκολούθησαν τὴν ἵδρυση τῆς Συμμαχίας τῆς Δήλου σημαδεύτηκαν ἀπὸ τὴ συνεχή αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσχωρούντων σ’ αὐτήν, κυρίως χάρη στὶς νίκες πού ὁ ἀθηναῖος Κίμων εἶχε καταγάγει στὴν Ἀσία ἐναντίον τῶν Περσῶν. Ἀπὸ τὶς ἀρχές της ἕκτης δεκαετίας τοῦ 5ου αἰώνα, κανεὶς δὲν ἀμφισβητοῦσε πιὰ τὴν ἐξέχουσα θέση τῆς Ἀθήνας στὸ Αἰγαῖο καὶ ἡ περσικὴ ἀπειλή ἔσβηνε, ἐφόσον μάλιστα τοὺς μεγάλους ἡγέτες τῶν ἀρχῶν του αἰώνα, ἕναν Δαρεῖο ἤ ἕναν Ξέρξη, τοὺς διαδέχθηκαν πρόσωπα μικρότερης ἀκτινοβολίας, ἀνίκανα νὰ ὑπερβοῦν τὶς δυνάμεις τῆς ἀποσάθρωσης πού ἐκδηλώνονταν στὴν καρδιὰ μίας τόσο ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας. Καί, στὰ 449, ἡ λεγόμενη «εἰρήνη τοῦ Καλλία» ἔβαλε τέλος σὲ μιὰ διαμάχη πού εἶχε διαρκέσει σχεδὸν μισὸ αἰώνα.

Κι ὅμως ἡ συμμαχία, τῆς ὁποίας οἱ ἐπιτυχίες εἶχαν ἐνισχύσει καὶ δικαιώσει τὴν ὕπαρξή της, εἶχε σιγὰ-σιγὰ ἀλλάξει χαρακτήρα. Ὁ ἱστορικὸς Θουκυδίδης, πού εἶναι ἡ κύρια πηγὴ πληροφόρησής μας, ἀποδίδει αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ ἀφ’ ἑνὸς στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ σύμμαχες πόλεις, παραιτούμενες ἀπὸ τὴν αὐτοϋπεράσπισή τους, ἀπαρνιὸντουσαν ταυτόχρονα καὶ τὴν ἐλευθερία τους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου στὴ δίψα γιὰ ἐξουσία πού εἶχε κυριεύσει τὸν ἀθηναϊκὸ λαό. Ἀνεπαίσθητα, ἡ συμμαχία μεταξὺ ἴσων ἔγινε μιὰ κοσμοκρατορία, τὴν ἡγεμονία τῆς ὁποίας ἀσκοῦσαν ἀποκλειστικὰ οἱ Ἀθηναῖοι. Αὐτό ἐκδηλώθηκε πρῶτα μὲ τὴ μεταφορὰ τοῦ θησαυροῦ ἀπὸ τὴ Συμμαχία τῆς Δήλου στὴν Ἀθήνα, πράγμα πού προσέδιδε στὴν εἰσφορὰ πού πλήρωναν οἱ σύμμαχοι καὶ πού τροφοδοτοῦσε αὐτὸν τὸ θησαυρό, ἐντελῶς ἄλλη σημασία. Κατόπιν, αὐτό ἐκδηλώθηκε μὲ τὶς ὁλοένα καὶ πιὸ ἀνοιχτὲς ἐπεμβάσεις στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῶν πόλεων μελῶν τῆς Συμμαχίας. Κάθε διστακτικὴ ἀπόπειρα γιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴ συμμαχία ἐτιμωρεῖτο μὲ στρατιωτικὴ ἐπέμβαση: αὐτό συνέβη στὴ Σάμο καὶ στὴν Εὔβοια. Γιὰ νὰ ἐπιτηροῦν καλύτερά τούς συμμάχους, ἀθηναϊκὲς φρουρὲς ἦταν ἐγκαταστημένες στὰ ἐδάφη τους, καὶ ἐκτάσεις πού κατασχέθηκαν διανεμήθηκαν σὲ Ἀθηναίους. Καὶ παντοῦ ἡ Ἀθήνα εὐνοοῦσε τὴν ἐγκαθίδρυση δημοκρατικῶν πολιτευμάτων ὑπὸ τὴ στενὴ ἐπιτήρηση ἀθηναίων κυβερνώντων. Τέλος, ὁλοένα καὶ περισσότερο, οἱ ἀποφάσεις πού δέσμευαν τὸ σύνολο τῶν συμμάχων λαμβάνονταν στὴν Ἀθήνα καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν συμμαχικῶν πόλεων δὲν μποροῦσαν παρὰ νὰ τὶς ἐγκρίνουν. Ἡ Ἀθήνα ἐπρόκειτο νὰ δρασκελίσει ἕνα ἀκόμη βῆμα ἐπιβάλλοντας στοὺς συμμάχους της τὴ χρήση τῶν νομισμάτων της καὶ ἐνάγοντας στὰ δικαστήριά της, ὅσους ἀπὸ αὐτοὺς γιὰ διαφόρους λόγους, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἰδιωτικῆς φύσεως, βρίσκονταν σὲ ἀντιδικία μὲ Ἀθηναίους.

Ἕνας ἀνώνυμος συγγραφέας, συντάκτης ἑνός λίβελλου (γραμμένου δίχως ἄλλο στὰ πρῶτα χρόνια του Πελοποννησιακοΰ πολέμου) μίας βίαιης κατηγορίας ἐναντίον τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας, ἐξηγεῖ σωστά τους στενοὺς δεσμοὺς πού συνέδεαν αὐτη τὴν ἰμπεριαλιστικὴ πολιτικὴ μὲ τὴν ἴδια τὴ φύση τοῦ καθεστῶτος. Ἡ ἡγεμονία πού ἡ Ἀθήνα ἀσκοῦσε στοὺς συμμάχους της ἦταν στὴν πραγματικότητα προϋπόθεση γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία τῆς δημοκρατίας· ἐξασφάλιζε στὴν πόλη τὴν τόσο ἀπαραίτητη κοινωνικὴ εἰρήνη. Ὁ φιλόσοφος Ἀριστοτέλης, πού δίδαξε στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ του 4ου αἰώνα καὶ στὸν ὁποῖον ὀφείλουμε μιὰ σύντομη ἀνασκόπηση τῆς ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν, στὸ πονημάτιο πού ἀφιέρωσε στὴν Ἀθηναίων Πολιτεία ἰσχυρίζεται ὅτι τότε, κατὰ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ἡ ἡγεμονία συντηροῦσε περίπου εἴκοσι χιλιάδες Ἀθηναίων, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ του συνόλου τῶν πολιτῶν, καὶ ὁ Πλούταρχος στὸν Βίο τοῦ Περικλέους, ὑπολογίζει σὲ δέκα χιλιάδες τὸν ἀριθμὸ τῶν Ἀθηναίων πού εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὶς στρατιωτικὲς αὐτὲς ἀποικίες, τὶς κληρουχίες, πού οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐγκαταστήσει στὰ ἐδάφη ὁρισμένων συμμαχικῶν πόλεων. Πράγματι, ἂν ὑπολογίσει κανεὶς τὸν μισθὸ τῶν κωπηλατῶν τοῦ στόλου, πού εἶχαν ἐπιστρατευθεῖ μεταξὺ τῶν πιὸ φτωχῶν Ἀθηναίων, τὶς ἀνακατανομὲς γαιῶν, τὴν ἀμοιβή τῶν δικαστῶν πού εἶχαν κληθεῖ νὰ ἀποφανθοῦν γιὰ ὑποθέσεις στὶς ὁποῖες ἐνεπλέκοντο οἱ ὑπήκοοι τῶν πόλεων τῆς συμμαχίας, ἀλλά ἐπίσης καὶ τὴν εἰσφορὰ πού ἡ Ἀθήνα ὅλο καὶ περισσότερο διέθετε πρὸς ὄφελός της, θὰ πρέπει νὰ δεχθεῖ ὅτι ἡ ἡγεμονία δὲν ἱκανοποιοῦσε μόνο τὸ πατριωτικὸ συναίσθημα τῶν Ἀθηναίων, ἦταν συνάμα γιὰ πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ἂν ὄχι πηγὴ εἰσοδήματος, πάντως ὁπωσδήποτε μέσον ὕπαρξης. Διότι, πρέπει νὰ τὸ τονίσουμε, καὶ αὐτό γιὰ νὰ ἀποφύγουμεκαθε λάθος κρίσης, ὁ ἀθηναϊκὸς αὐτὸς ἰμπεριαλισμὸς δὲν ἦταν ἕνας οἰκονομικὸς ἰμπεριαλισμὸς καὶ ἡ Ἀθήνα δὲν ἐκμεταλλευόταν τοὺς συμμάχους της ὅπως μιὰ ἀποικιακὴ δύναμη: ἀκόμα καὶ ἡ ὑποχρέωση νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ ἀθηναϊκὸ νόμισμα ἦταν περισσότερο ἕνα πολιτικὸ παρὰ οἰκονομικὸ μέτρο. Οὔτε καὶ ἀποτελοῦσε ἡ ἡγεμονία αὐτὴ τὸ ὑλικό στήριγμα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας, μὲ τὴν ὁποία ἦταν ἄρρηκτα συνδεδεμένη, ὅπως σωστὰ τὸ εἶδε ὁ ἀποκαλούμενος ἀπό τους αγγλοσάξωνες ἱστορικοὺς «ὀλιγαρχικὸς γέρων», ὁ ἀνώνυμος δηλαδὴ συγγραφέας τοῦ λίβελλου στὸν ὅποιο ἀναφερθήκαμε πιὸ πάνω.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Πελοποννησιακὸς πόλεμος πού ἔμελλε νὰ ξεσπάσει τὸ 431 ἦταν μιὰ σύμφυτη μὲ τὴν ἡγεμονία αὐτή ἀναγκαιὸτητα; Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἡ θέση τοῦ Θουκυδίδη, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀρχίσει τὴν ἐξιστόρηση τοῦ πολέμου, ἀνατρέχει στὰ πενήντα χρόνια πού προηγήθηκαν, στὴ διάρκεια τῶν ὁποίων συστάθηκε ἡ ἀθηναϊκὴ ἡγεμονία. Ὅμως ὁ Θουκυδίδης συνέταξε δίχως ἄλλο τὸ κὺ- ριότερο μέρος τῆς ἀφήγησής του, ὅταν ὁ πόλεμος κόντευε νὰ τελειώσει καὶ ἡ Ἀθήνα ἔβλεπε ὅλους τους συμμάχους της νὰ ἀπ σπῶνται ἀπὸ αὐτήν. Στὴν πραγματικότητα, ὅταν ἀρχίζει ὁ πόλεμος, τὸ 431, μὲ ἀφορμή μιὰ διπλὴ διαμάχη πού ἀντιπαρέθετε Ἀθηναίους καὶ Κορίνθιους, ἡ Ἀθήνα βρίσκεται στὸ ἀποκορύφωμα τῆς δύναμής της. Στὸν πρῶτο λόγο τὸν ἀποδιδόμενο ἀπὸ τὸν Θουκυδίδη στὸν Περικλῆ, πού σκοπὸς τοῦ ἦταν νὰ παροτρύνει τοὺς Ἀθηναίους νὰ ἀπορρίψουν τὸ τελεσίγραφο τῶν Σπαρτιατῶν, ὁ ὁμιλητής προτάσσει ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν φανερὴ ὑπεροχή τῶν Ἀθηναίων: ὑπεροχὴ στρατιωτική, πού ὀφείλεται κυρίως στὸν στόλο, ἀλλά καὶ ὑπεροχή οἰκονομική, πού ἐπιτρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται χωρὶς φόβο κάθε ἐπίθεση στὸ ἔδαφος της· ὑπεροχή, τέλος, διακηρυγμένη μὲ ἔμφαση ἔναντι μίας πόλης, τῆς Σπάρτης, πού δὲν ἔχει στόλο, πού ἀγνοεῖ τὴ χρήση τοῦ νομίσματος καὶ πού δὲν εἶναι βέβαιο ὅτι μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ νίκη ἀκόμα καὶ στὴν ξηρά, παρά τη στρατιωτικὴ ἀγωγὴ στὴν ὁποία ὑποβάλλονται ἀπὸ τὴν πιὸ τρυφερή τους ἡλικία οἱ πολίτες.

Ὁ πόλεμος ὅμως ἔμελλε νὰ ἐξελιχθεῖ ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχε προβλέψει ὁ μεγάλος στρατηγός. Ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι πίστευε, ἔμελλε νὰ ἀποδειχθεΐ μακρὸς καὶ πολυαίμακτος καὶ πολὺ γρήγορα μὲ τὸ παιχνίδι τῶν συμμαχιῶν νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ ὅλη τὴ λεκάνη τοῦ Αἰγαίου καὶ μάλιστα καὶ στὴ Δύση, ἰδιαίτερα στὴ Σικελία. Συνηθίζουμε νὰ διακρίνουμε δύο περιόδους στὴ σύγκρουση, πού χωρίζονται μεταξύ τους μὲ μιὰ σύντομη ἀνακωχὴ μερικῶν ἐτῶν. Ἀπὸ τὸ 431 ὡς τὸ 421, οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ σύμμαχοί τους ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρά, οἱ Σπαρτιάτες καὶ οἱ σύμμαχοί τους ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀντιμετώπισαν οἱ μὲν τοὺς δὲ σὲ διάφορα θέατρα ἐπιχειρήσεων, χωρὶς νὰ παρεμβληθεῖ καμιὰ ἀποφασιστικὴ ἐξέλιξη. Ἡ γενικὴ κόπωση ὁδήγησε τοὺς ἀντίπαλους νὰ συνάψουν εἰρήνη τὸ 421 μὲ βάση τὸ status quo. Λίγα χρόνια ἀργότερα, οἱ ἐπιχειρήσεις ξανάρχισαν. Τοπικὲς συγκρούσεις εἶχαν ξεσπάσει ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴ διάρκεια τῆς ἀνακωχῆς. Ἀλλὰ ἡ Ἀθήνα καὶ ἡ Σπάρτη δὲν εἶχαν παρασυρθεϊ ὥστε νὰ παραβιάσουν τὴν εἰρήνη. Κι ὅμως ἀπὸ τὴν Ἀθήνα προῆλθε ἡ πρωτοβουλία τῆς ἐπανάληψης τῶν ἐχθροπραξιῶν. Μιὰ ἑλληνικὴ πόλη τῆς Σικελίας, ἡ πόλη Σεγέστη, εἶχε ζητήσει τὴ βοήθεια τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῶν ἰσχυρῶν γειτονικῶν Συρακουσῶν. Στὴ διάρκεια τῆς συζήτησης στὴν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου, παρουσία τῶν πρέσβεων τῆς Σικελίας, ἕνας νεαρὸς ἀριστοκράτης πού προσέβλεπε σὲ μιὰ λαμπρὴ πολιτικὴ καριέρα καὶ πού ἀνῆκε στὸ περιβάλλον τοῦ Σωκράτη, ὁ Ἀλκιβιάδης, ἐκφώνησε μπροστὰ στὸν λαὸ ἕναν λόγο μὲ τὸν ὅποιο προέτρεπε τοὺς ’Ἀθηναίους νὰ ἀπαντήσουν εὐνοϊκὰ στὴν ἔκκληση τῶν κατοίκων τῆς Σεγέστης, προβάλλοντάς τους δελεαστικὰ τὴ σπουδαιότητα μίας συμμαχίας μὲ τὶς ἑλληνικὲς πόλεις τῆς Σικελίας τὶς ἐχθρικὰ διακείμενες πρὸς τὶς Συρακοῦσες, τῆς ὁποίας οἱ δεσμοὶ μὲ τὴν μητρόπολή της Κόρινθο καὶ τὴ Σπάρτη ἦταν γνωστοί. Παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις πού διατυπώθηκαν ἀπὸ τὸν πρωτεργάτη τῆς εἰρήνης τοῦ 421, τὸν πλούσιο Νικία, οἱ Ἀθηναῖοι ἀκολούθησαν τὸν Ἀλκιβιάδη. Καὶ μέσα στὸν ἐνθουσιασμὸ τους ψήφισαν τὴν ἀποστολὴ μίας ἐκστρατείας στὴ Σικελία τὴν ἄνοιξη τοῦ 415. Ἦταν καταστροφή. Ὁ Ἀλκιβιάδης, πού μοιραζόταν μὲ τὸν Νικία τὴν διοίκηση τῆς ἐκστρατείας, ἀναμεμειγμένος σὲ μιὰ σοβαρὴ ὑπόθεση ἱεροσυλίας, ἀνακλήθηκε καὶ ἀρνούμενος νὰ ὑποβληθεῖ στὴν κρίση τῶν συμπατριωτῶν του, προτίμησε νὰ τραπεῖ σὲ φυγή. Ὁ Νικίας, πού ἦταν ἀντίθετος καὶ μὲ τὴν ἰδέα ἀκόμα τῆς ἐκστρατείας, δὲν διοίκησε μὲ ἀρκετό σθένος. Ἡ προβλεπόμενη βοήθεια τῶν ἑλληνικῶν πόλεων τῆς Σικελίας ἀποδείχθηκε φενάκη. Τὸ ἀθηναϊκὸ ἐκστρατευτικὸ σῶμα ἀποδεκατίστηκε, Ἀθηναῖοι καὶ σύμμαχοι σκοτώθηκαν ἤ αἰχμαλωτίσθηκαν. Κι εἶναι γνωστὴ ἡ τραγικὴ τύχη πού περίμενε αὐτοὺς τοὺς τελευταίους στὰ περίφημα λατομεῖα-φυλακὲς τῶν Συρακουσῶν.

Στὸ μεταξὺ ὁ πόλεμος εἶχε ξαναρχίσει στὸ Αἰγαῖο καὶ ἡ ἀνακωχὴ εἶχε διακοπεῖ ἀπὸ τότε πού ἡ Σπάρτη εἶχε στείλει ἕνα ἐκστρατευτικὸ σῶμα σὲ βοήθεια τῶν Συρακουσῶν. Παρὰ τὶς κάποιες πρόσκαιρες ἐπιτυχίες, τὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος τοῦ πολέμου, ἔμελλε νὰ εἶναι καταστροφικὸ γιὰ τὴν Ἀθήνα. Ὄχι μόνο τὸ ἔδαφός της κυριεύθηκε καὶ τὸ σημαντικὸ ὀχυρό της Δεκέλειας ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Σπαρτιατῶν, ἀλλά, τὸ κυριότερο, ἡ ναυτική της ἡγεμονία ἦταν πιὰ ὑπὸ ἀμφισβήτηση κι αὐτό ἀπὸ τότε πού ἡ Σπάρτη ἐπιδοτήθηκε ἀπὸ τὴν βασιλεία τῶν Περσῶν. Χάρη σ' αὐτές τὶς ἐπιδοτήσεις, οἱ Σπαρτιάτες μπόρεσαν νὰ ἐξοπλίσουν ἕναν στόλο, τὴ διοίκηση τοῦ ὁποίου ἀνέθεσαν στὸν ναύαρχο Λύσανδρο. Στὰ τέλη τοῦ θέρους τοῦ 405, ὁ ναύαρχος αὐτὸς κατατρόπωνε τὸν ἀθηναϊκὸ στόλο στοὺς Αἰγὸς Ποταμούς, στὰ ἀνοιχτὰ τῶν ἀκτῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ σὲ μερικὲς ἑβδομάδες, γινόταν κυρίαρχος τῶν πόλεων καὶ τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου, πού ἀνῆκαν στὴν Ἀθηναϊκὴ συμμαχία, ὅπου καὶ ἐγκατέστησε φρουρές. Κι ἔτσι ἔληξε ἡ ἡγεμονία πού ἐπὶ τρία τέταρτα τοῦ αἰώνα ἀσκοῦσε ἡ Ἀθήνα στὸν κόσμο τοῦ Αἰγαίου.

Ὁ ἀθηναῖος Ξενοφῶν, συνεχιστὴς τῆς ἐξιστόρησης τοῦ Θουκυδίδη, παρουσιάζει αὐτή τὴ νίκη τῆς Σπάρτης ὡς νίκη τῆς ἐλευθερίας. Στὴν πραγματικότητα ἡ μία κυριαρχία ἔπαιρνε τὴ θέση τῆς ἄλλης καὶ γιὰ τὶς πόλεις τοῦ Αἰγαίου, ἡ σπαρτιατικὴ ἡγεμονία δὲν ἄξιζε καθόλου περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀθηναϊκή. Εἶναι ὅμως σίγουρο, ὅτι τουλάχιστον τὰ τελευταία χρόνια τοῦ πολέμου, οἱ σύμμαχοι εἶχαν σταδιακὰ ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Μὴ ἀσκώντας πιὰ τὴν κυριαρχία της καὶ στερημένη ἀπὸ τὶς κληρουχίες της καὶ τὶς εἰσφορὲς τῶν συμμάχων, ἡ Ἀθήνα δὲν ἦταν μόνο μιὰ ἡττημένη πόλη, ἦταν ἀκόμα μιὰ ρημαγμένη καὶ θαθειὰ πληγωμένη πόλη ἀπὸ τὰ εἴκοσι πέντε χρόνια πολέμου.

 

 

Μιὰ βαθειὰ πληγωμένη πόλη

 

Ὁ Περικλῆς, ὅπως εἴδαμε, εἶχε προβλέψει ἕναν πόλεμο βραχὺ καὶ σύντομο, ἡ ἔκβαση τοῦ ὁποίου θὰ κρινόταν στὴ θάλασσα καὶ θὰ στηριζόταν στὴν ἰσχὺ τοῦ ἄθηναικοῦ στόλου. Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, εἶχε παροτρύνει ὅλους τους Ἀθηναίους νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ χωράφια τους καὶ νὰ συγκεντρωθοῦν μέσα στὰ τείχη τῆς πόλης. Ὁ ἱστορικὸς Θουκυδίδης περιέγραψε τὴν ἀναστάτωση πού ἐπέφερε στὴ ζωὴ πολλῶν ἀθηναίων χωρικῶν ἡ ἐπιλογὴ μίας τέτοιας στρατηγικῆς: «Τοὺς ἐνοχλοῦσε ἐπίσης πάρα πολὺ πού ἄφηναν τὰ σπίτια τους καὶ τὰ πατρογονικά τους ἱερὰ πού ἀνῆκαν στὴ γενιά τους ἀπὸ τὸ καθεστὼς πού εἶχαν τὰ παλιὰ χρόνια, καὶ πού θ’ ἄλλαζαν τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους, καὶ μ’ ἕνα λόγο, νόμιζε ὁ καθένας πώς ἄφηνε, οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, τὴν πολιτεία του. Κι ὅταν ἔφτασαν στὴν πόλη, λίγοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν κατοικίες ἤ μποροῦσαν νὰ μείνουν σὲ σπίτια φίλων ἤ συγγενῶν, οἱ περισσότεροι ὅμως κατασκήνωσαν σὲ ἔρημα μέρη τῆς πολιτείας, καὶ σ' ὅλους τους ναοὺς καὶ τὰ ἡρῶα ἐξὸν ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη κι ἀπὸ τὸ Ἐλευσίνιο. Χτίστηκαν ἀκόμα παράγκες καὶ μέσα στούς πύργους τῶν τειχῶν, κι ὅπως κι ὅπου μποροῦσε ὁ καθένας»[2].

ὉὉ ’Ἀριστοφάνης, στὴν ἀρχή τοῦ ἔργου του Ἀχαρνῆς, παρουσιάζει ἕναν χωρικὸ πού θρηνεῖ γιατί πρέπει νὰ ἀτενίζει τὸ χωράφι του ἀπὸ μακριά: «ἀπ’ τὴ λαχτάρα πού ἔχω τῆς εἰρήνης / πρὸς τὸ χτῆμα μου ρίχνω τὶς ματιές μου, / μισῶ τὴν πόλη, τὸ χωριὸ ζηλεύω...»[3]. Οἱ ἐπιδρομὲς πού ἐξαπολύονταν στὸ ἔδαφος τῆς Ἀττικῆς ἀπὸ τὰ πελοποννησιακὰ στρατεύματα, θὰ προκαλοῦσαν φαίνεται καταστροφές, πού εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔκτιμηθοῦν καὶ πού μαρτυρίες τους βρίσκονται στοὺς συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς: ξερριζωμένα ἀμπέλια, καμμένες ἐλιές, ἀποδεκατισμένα κοπάδια, αὐτό ἦταν τὸ μερτικὸ τῶν ἀθηναίων χωρικῶν ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Πολλὲς ἐκτάσεις πού εἶχαν ἀφεθεῖ χέρσες δὲν ἔδιναν πιὰ σοδειά. Ἐπίσης τὸ 388, ὁ Ἀριστοφάνης ἀνεβάζει ἕνα ἔργο του μὲ τὸν εὔγλωττο τίτλο Πλοῦτος ὅπου περιγράφει μὲ τρόπο ἰδιαίτερα χτυπητὸ τὶς συμφορὲς πού ἡ ἀθλιότητα εἶχε συσσωρεύσει στοὺς χωρικούς της Ἀττικῆς: «Νὰ ’χεις ἕνα κουρέλι γιὰ φόρεμα· ἀντὶς / γιὰ κρεβάτι ἕνα στρῶμα ἀπὸ βοῦρλα· / καὶ τί στρῶμα δὰ κιόλας; γεμάτο κοριούς· / κλεῖς τὰ μάτια κι εὐθὺς σὲ ξυπνοῦνε· / γιὰ κιλίμι ἕνα σάπιο μονάχα ψαθί, / σὲ μιὰ πέτρα μεγάλη νὰ γέρνει / τὸ κεφάλι σου ἀντὶς σὲ προσκέφαλο· ἀντὶς / γιὰ φρατζόλες, βλαστάρια μολόχας / νὰ σὲ θρέφουν κι ἀντὶς γιὰ μπομπότα, νὰ τρῶς / θλιβερῶν ρεπανιῶν φυλλαράκια. / Καὶ σκαμνὶ γιὰ νὰ κάθεσαι; Ἑνὸς κανατιοῦ / τσακισμένο κεφάλι...»[4].

Ὅμως, οἱ χωρικοὶ ἀντιπροσώπευσαν περίπου τὰ πέντε ἕκτα τῶν πολιτῶν. Ἡ Ἀθήνα ἦταν βέβαια μιὰ λαμπρὴ πόλη καὶ ἡ ἀστική βιοτεχνία εἶχε γνωρίσει μεγάλη ἀνάπτυξη τὴν ἐποχὴ τοῦ Περικλῆ. Ἡ κεραμικὴ τέχνη ἦταν ἰδιαίτερα σημαντικὴ καὶ τὰ ἐργαστήρια κατασκεύαζαν αὐτὰ τὰ ὡραῖα ἐρυθρόμορφα ἀγγεῖα πού ἦσαν περιζήτητα σ’ ὅλη τὴν περιοχὴ τῆς Μεσογείου. Οἱ κατασκευὲς στὴν Ἀκρόπολη, πού ἀνέλαβε ὁ Περικλῆς κι ἐμπιστεύτηκε στὸν διάσημο γλύπτη καὶ ἀρχιτέκτονα Φειδία εἶχαν προσελκύσει στὴν Ἀθήνα πολλοὺς τεχνίτες καὶ εἰδικούς. Ὁ Πλούταρχος στὸν Βίο τοῦ Περικλέους ἔδωσε μιὰ γλαφυρὴ περιγραφὴ αὐτῆς τῆς δραστηριότητας: «Πράγματι, ὅπου τὰ ὑλικά πού χρησιμοποιοῦσαν ἦταν πέτρα, χαλκός, ἐλεφαντοστοῦν, ἔβενος ἤ κυπαρισσόξυλο, οἱ τεχνίτες πού τὰ κατεργάζονταν ἦταν οἰκοδόμοι, πλάστες, χαλκουργοί, πετράδες, βαφεῖς, χρυσοχόοι, τεχνίτες ἐλεφαντοστοῦ, ζωγράφοι, τεχνουργοὶ ἤ τορναδόροι. Αὐτοί πάλι πού ἔφερναν καὶ προμήθευαν τὰ ὑλικὰ ἦταν ἔμποροι, ναῦτες καὶ καραβοκύρηδες γιὰ τὰ ὑλικά πού ἔρχονταν μέσω θαλάσσης, ἐνῶ γιὰ τὰ ὑλικά πού ἔρχονταν μέσοι ξηρᾶς, ἦταν ἁμαξοποιοί, ζευγολάτες, ἁμαξάδες, σχοινοποιοί, λινουργοί, βυρσοδέψες, ὁδοποιοὶ καὶ μεταλλουργοί. Κάθε τέχνη, σὰν στρατηγὸς συγκέντρωνε γύρω της τὸν ἐργατόκοσμο καὶ τὸν ἁπλοϊκὸ λαό, πού γινόταν τὸ ὄργανο καὶ τὸ σῶμα τῆς ὑπηρεσίας»[5]. Ἀλλὰ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τεχνίτες ἦταν ξένοι πού χρησιμοποιοῦσαν δούλους χειρώνακτες, ὅπως ὁ περίφημος Κέφαλος, μέτοικος καταγόμενος ἀπὸ τὶς Συρακοῦσες. Ὁ Περικλῆς τὸν εἶχε φέρει στὴν Ἀθήνα καὶ ἐκμεταλλευόταν ἕνα ἐργαστήρι ἑκατὸν εἴκοσι δούλων ὁπλουργῶν. Στὸ σπίτι μάλιστα αὐτοῦ του πλούσιου μέτοικου, στὸν Πειραιά, ἐκτυλίχτηκε ὁ διάλογος τῆς Πολιτείας τοῦ Πλάτωνα, κι ὁ Σωκράτης ἐμφανίζεται σὰν οἰκεῖος του Συρακούσιου καὶ τῶν γιῶν του, ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν κι ὁ μελλοντικὸς ρήτορας Λυσίας. Ὑπῆρχαν βέβαια κι Ἀθηναῖοι πού ἐπιδίδονταν στὴ βιοτεχνία στὸ μικρὸ ἤ στὸ μεγάλο ἐμπόριο καὶ στὶς τραπεζιτικὲς ἐργασίες. Ἀλλὰ ἡ πλειοψηφΐα τῶν πολιτῶν ζοῦσαν ἀπὸ τὴ συγκομιδὴ τῶν ἐκτάσεών τους, εἴτε τὶς ἐκμεταλλεύονταν οἱ ἴδιοι, μὲ τὴ βοήθεια κάνα δυὸ δούλων, κι αὐτοὶ ἦταν οἱ «αὐτουργοί», οἱ χωρικοὶ δηλαδὴ πού δούλευαν τὸ χωράφι τους καὶ πού παρουσιάζει στὴ σκηνὴ ὁ Ἀριστοφάνης, εἴτε ἐμπιστεύονταν τὴν ἐκμετάλλευση, ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ ἐκτάσεις κάπως σημαντικές, σὲ ἕναν ἐπιμελητή, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς δοῦλο. Ἡ δουλειὰ του ἦταν νὰ ἐπιτηρεῖ καὶ νὰ διευθύνει τὶς ἐργασίες τῶν δούλων πού ἔργαζόντουσαν στὰ χωράφια. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενά του μὲ τίτλο Οἰκονομικὸς ὁ Ξενοφῶν βάζει τὸν Σωκράτη νὰ συνδιαλέγεται μὲ ἕναν ἀπό τους μεγαλοϊδιοκτῆτες αὐτούς· τὸν παρουσιάζει δὲ ὡς τὸ κατ’ ἐξοχήν ὑπόδειγμα τοῦ καλοῦ ἀνθρώπου, τοῦ καλοῦ κἀγαθοῦ. Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι οἱ ἰδιοκτῆτες, μικροὶ ἤ μεγάλοι, εἶχαν ἐξίσου πληγεῖ ἀπὸ τὶς καταστροφὲς πού εἶχε ὑποστεῖ ἡ γῆ τῆς Ἀττικῆς. Ὁ Περικλῆς, στὸν τρίτο ἀπό τους λόγους πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Θουκυδίδης, ὅταν πιὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ πόλεμος θὰ εἶναι λιγότερο σύντομος ἀπὸ ὅ,τι εἶχε πιστέψει, ἀναφέρεται στὶς ζημίες πού ὑπέστησαν οἱ ἰδιοκτῆτες αὐτοὶ καὶ στὴ δυσαρέσκεια πού ἄρχιζε νὰ τοὺς κυριεύει. Εὔκολα φαντάζεται κανεὶς ὅτι τὰ πράγματα ὅλο καὶ σοβάρευαν ὅσο παρατεινόταν ὁ πόλεμος, ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ἀναγκασμένοι νὰ μείνουν γιὰ μεγαλύτερο διάστημα μακριὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τους, ὅτι οἱ καταστροφὲς πού προξενοῦσαν τὰ στρατεύματα τῶν Λακεδαιμονίων ἦταν ὅλο καὶ πιὸ συχνές.

Ἡ κατάληψη ἀπό τους Σπαρτιάτες τοῦ ὀχυροῦ της Δεκέλειας τὸ 412 εἶχε μίαν ἄλλη σοβαρή, συνέπεια: ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρει, ὅτι εἴκοσι χιλιάδες δοῦλοι δραπέτευσαν ἐπωφελούμενοι ἀπὸ αὐτή τὴν κατάληψη κι ἔχουμε ὅλους τους λόγους νὰ σκεφτοῦμε ὅτι αὐτοί οἱ δοῦλοι δούλευαν στὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου. Τὰ μεταλλεῖα αὐτά, ἀργυρούχου μολύβδου, ἦταν ὑπὸ ἐκμετάλλευση ἀπὸ παλαιό, ἀλλἀ ἡ ἀνακάλυψη ἑνὸς κοιτάσματος ἰδιαίτερα πλούσιου στὴν περιοχὴ τῆς Μαρώνειας, τὶς παραμονὲς τοῦ δεύτερου μηδικοῦ πολέμου, εἶχε ὄχι μόνον ἐπιτρέψει στοὺς Ἀθηναίους νὰ δημιουργήσουν τὸν στόλο πού ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ὁ πρωτεργάτης τῆς νίκης, ἀλλά καὶ σημαδέψει τὴν ἀπαρχὴ μίας ἐντατικῆς ἐκμετάλλευσης πού ἐξασφάλιζε στὴν Ἀθήνα ἕνα νόμισμα μὲ πλούσια περιεκτικότητα σὲ ἀσήμι, περιζήτητο παντοῦ, καὶ μάλιστα προτοῦ ἀκόμα ἡ πόλη ἐπιβάλει τὴν ἀποκλειστική του χρήση στοὺς συμμάχους της. Ἀγνοοῦμε πῶς γινόταν ἡ ἐκμετάλλευση τῶν μεταλλείων τὸν 5ο αἰώνα, ἀφοῦ οὐσιώδης τεκμηρίωση γύρω ἀπὸ τὶς ἐκχωρήσεις τῶν μεταλλείων χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα καὶ μετά. Ἕνα πονημάτιο τοῦ Ξενοφώντα, τὸ Περὶ προσόδων, πού δημοσιεύτηκε στὶς ἀρχές τοῦ πρώτου ἡμίσεος του 4ου αἰώνα, ἀναφέρεται στὸν σημαντικὸ ἀριθμὸ τῶν ἐκεῖ χρησιμοποιούμενων δούλων τὴν ἐποχὴ πού ὁ Νικίας καὶ κάποιοι ἄλλοι πλούσιοι ἰδιοκτῆτες δούλων νοικίαζαν τὸ ἀνθρώπινο δυναμικό τους στοὺς δικαιούχους τῆς ἐκμετάλλευσης τῶν μεταλλείων ἔναντι ἑνός ὀβολοῦ τὴν ἡμέρα γιὰ κάθε ἄνδρα. Μεταξὺ τῶν δικαιούχων τοῦ Λαυρίου, τὸν 4ο αἰώνα, ἦταν καὶ κάποιοι ἀπόγονοί του Νικία. Δὲν ἀποκλείεται μάλιστα κι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἐμπνευστής της εἰρήνης τοῦ 421 νὰ εἶχε στὴν κατοχὴ τοῦ ἐκχωρήσεις μεταλλείων πρὸς ἐκμετάλλευση στὸ Λαύριο καὶ νὰ ἀντλοῦσε ἔτσι πρόσθετα εἰσοδήματα, πέραν αὐτῶν πού τοῦ ἀπέφερε ἡ ἐνοικίαση τῶν δούλων του. Ἀντιλαμβάνεται εὔκολα κανεὶς ὅτι ἡ φυγὴ εἴκοσι χιλιάδων δούλων μεταλλωρύχων θὰ εἶχε σοβαρὲς συνέπειες γιὰ τὴν πόλη καὶ γι’ αὐτοὺς πού ἀντλοῦσαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὰ εἰσοδήματά τους. Ἐπίσης κατὰ τὰ μέσα τοῦ 4ου αἰώνα, σύμφωνα μὲ τὸν Ξενοφώντα, ἡ ἐκμετάλλευση τῶν μεταλλείων δὲν εἶχε ξαναβρεῖ τὴν παλαιά της σπουδαιότητα καὶ ἀκριβῶς σ’ αὐτὰ τὰ μέσα πού θὰ ἐπέτρεπαν τὴν ἐξεύρεση μίας τέτοιας πηγῆς εἰσοδημάτων, ἀφιέρωνε ὁ Ξενοφῶν τὸ ἔργο του. Ἐπὶ πλέον, ἡ κατάσταση θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἰδιαίτερα δραματικὴ ὅταν, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα, ἡ Ἀθήνα μόλις ἔβγαινε ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὶς ἐσωτερικὲς ἀναταραχὲς γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ μᾶς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ ξαναμιλήσουμε.

Στὸ ἴδιο αὐτό πονημάτιο, τὸ Περὶ Προσόδων, ὁ Ξενοφῶν ἐξέταζε κι ἄλλα μέσα γιὰ νὰ αὐξήσει τὶς πηγὲς ἐσόδων τῆς πόλης, κι ἀνάμεσα σ’ αὐτά ὑπῆρχαν κάποια μέτρα ἱκανὰ νὰ ξαναφέρουν στὴν Ἀθήνα τοὺς ξένους ἐμπόρους. Πραγματικά, ἀπὸ τότε πού τὸν δημιούργησε ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Πειραιᾶς, προορισμένος ἀρχικὰ νὰ προφυλάσσει τὸν πολεμικὸ στόλο, εἶχε γίνει τὸ κύριο λιμάνι τοῦ Αἰγαίου γιὰ τὶς ἐμπορικὲς συναλλαγές. Ὁ Περικλῆς, στὴν ὁμιλία του, γιὰ τὴν ὁποία ἤδη ἔχει γίνει λόγος, ἔβλεπε τὸν Πειραιᾶ σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα πού διέθετε ἡ Ἀθήνα, ἀφοῦ μποροῦσε ἔτσι νὰ ἀπολαμβάνει πέραν τῶν δικῶν της καὶ ἀγαθὰ ἀπὸ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο κόσμο». Στὴν πραγματικότητα, εἴμαστε πολὺ ἄσχημα πληροφορημένοι γιὰ τὸ τί ἦταν τὸ ἀθηναϊκὸ ἐμπόριο τὸν 5ο αἰώνα. Μόνο στὸν 4ο αἰώνα, κυρίως ἀπὸ τὶς ἀγορεύσεις ὑπερασπίσεως γιὰ κάποιες ἐμπορικὲς ὑπόθεσεις, πού ἔφτασαν σ' ἐμᾶς χάρη στὸν Δημοσθένη, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ποιὰ ἦταν ἡ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου, αὐτῆς της ἄγορας, ὅπου πράγματι ἀφθονοῦσαν ὅλα τὰ προϊόντα τοῦ γνωστοῦ κόσμου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ φανταζόμαστε τὸν Πειραιὰ σὰν ἕνα ἀπὸ αὐτά τὰ σημερινὰ μεσογειακὰ λιμάνια, πού σφύζουν ἀπὸ ἕνα κοσμοπολίτικο πλῆθος. Βέθαια ὑπῆρχαν ἀποθῆκες καὶ ἡ μεγάλη ἀγορὰ ὅπου συναντιόντουσαν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ἀργυραμοιβοί. Ἀλλὰ ἂν τὰ πλοῖα ἔδεναν στὸ λιμάνι, προερχόμενα ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ μεσογειακοῦ κόσμου, ἦταν κυρίως γιὰ νὰ ξεφορτώσουν τὸ φορτίο τους ἀπὸ στάρι κι ὄχι γιὰ νὰ φορτώσουν προϊόντα της ἀθηναϊκῆς βιοτεχνίας. Κι ὅπως παρατηρεῖ καὶ πάλι ὁ Ξενοφῶν, ἂν οἱ ἔμποροι συνέρρεαν στὴν Ἀθήνα, αὐτό γινόταν γιατί ἦταν σίγουροι ὅτι θὰ πληρώνονταν μ’ ἕνα ἰσχυρὸ νόμισμα, πού μποροῦσαν παντοῦ νὰ τὸ ἀνταλλάξουν μὲ ἄλλα ἐμπορεύματα.

Σ’ αὐτό τὸ ἐμπόριο, ἡ ἴδια ἡ πόλη δὲν ἔπαιρνε μέρος. Τῆς ἀρκοῦσε νὰ εἰσπράττει φόρους ἀπὸ ὅλα τὰ πλοῖα πού ἔμπαιναν ἤ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ λιμάνι καὶ νὰ ὑποχρεώνει τοὺς ξένους νὰ πληρώνουν, πέρα ἀπὸ τὸ «μετοίκιον» (τὸ φόρο τῶν μετοίκων στὸν ὁποῖον ὑποβάλλονταν ὅσοι κατοικοῦσαν μόνιμα ἐκεῖ) καὶ ἕνα τέλος γιὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐμπορεύονται στὴν ἀγορά. Κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς αὐτοὶ οἱ διάφοροι φόροι τροφοδοτοῦσαν τὸν θησαυρὸ τῆς πόλης, ὁ Ξενοφῶν ἐξέταζε τοὺς τρόπους νὰ προσελκύσει καὶ πάλι τοὺς ξένους ἐμπόρους στὸν ἐγκαταλελειμμένο ἐν μέρει ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ μετὰ Πειραιᾶ.

Κι ἔτσι ὁ πόλεμος δὲν εἶχε μόνο προκαλέσει τὴν ἐρήμωση τῆς ὑπαίθρου, ἐπιβραδύνει τὴν δραστηριότητα τοῦ λατομείου, ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Πειραιὰ τοὺς ἐμπόρους πού συνήθιζαν νὰ πηγαίνουν, εἶχε ἐπίσης στερέψει τὶς πηγὲς ἐσόδων τῆς πόλης. Στὴν πραγματικότητα δὲν πρέπει νὰ φαντάζεται κανεὶς τὸν προϋπολογισμὸ μίας πόλης ὅπως ἡ Ἀθήνα σὰν τὸν ἀντίστοιχο ἑνὸς σύγχρονου κράτους. Ὁ ἄμεσος φόρος δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ εἴσπραξη τῆς δεκάτης ἀπὸ τὴ συγκομιδὴ ἤ ἀπὸ τὰ ἔσοδα συνδεόταν γενικὰ μὲ τὴν πολιτικὴ ἑνός τυράννου. Τὰ ἔσοδα τῆς πόλης προέρχονταν κανονικὰ ἀπό τους διάφορους φόρους πού παρακρατοῦνταν ἀπὸ τὶς ἐμπορικὲς δραστηριότητες καὶ ἀπὸ τὰ πρόστιμα καὶ τὶς κατασχέσεις πού ἐπιβάλλονταν σὲ ὅσους καταδικάζονταν στὰ δικαστήρια, παρακρατήσεις, τὴν ἀκριβή φύση τῶν ὁποίων σχετικὰ μὲ τὶς ἐκχωρήσεις τῶν μεταλλείων, ἀγνοοῦμε. Σ’ ὅλα αὐτὰ προσετίθετο, ὅπως ἦταν φυσικό, κι ὁ φόρος ὑποτέλειας πού πλήρωναν οἱ σύμμαχοι πού ἀπὸ τότε πού ὁ θησαυρὸς τῆς Συμμαχίας εἶχε μεταφερθεῖ στὴν Ἀθήνα, ἦταν στὴν πραγματικότητα, ἕνα, μὲ τὸν θησαυρὸ τῆς πόλης. Γιὰ νὰ καταλάβουμε πώς ἡ πόλη χωρὶς ἕναν σταθερὸ φόρο, μποροῦσε νὰ ἀνταπεξέρχεται στὶς διάφορες ὑποχρέωσεις πού τὴ βάραιναν, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἕνα μέρος αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων ἐξασφαλιζόταν στὴν πραγματικότητα ἀπὸ τοὺς πιὸ πλούσιους πολίτες. Εἶναι οἱ λεγόμενες λειτουργίες. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἐξοπλισμὸς μίας τριήρους, ἡ συντήρηση ἑνός χοροῦ ἐπ' εὐκαιρία θρησκευτικῶν τελετῶν, ἡ διοργάνωση ἑνός δημοσίου συμποσίου, γινόταν μὲ ἔξοδα ἰδιωτῶν καὶ ἦταν δόξα καὶ τιμὴ γι’ αὐτούς νὰ συνεισφέρουν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο στὴ ζωὴ τῆς ἀστικῆς κοινότητας.

Εἶναι εὔκολο νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι ἡ παράταση τοῦ πολέμου, τῶν ὅλο καὶ πιὸ μακρινῶν ἐκστρατειῶν, ἡ ἀνάγκη - στὴ διάρκεια τῆς τελευταίας περιόδου - νὰ καταφεύγουν σὲ ξένους μισθοφόρους, ὅλα αὐτὰ αὔξησαν σημαντικὰ τὸ βάρος τῶν ἐξόδων, τόσο αὐτῶν πού ἀναλογοῦσαν στὴν πόλη, ὅσο καὶ αὐτῶν, ὅπως ἡ τριηραρχία, πού βάραιναν τοὺς πιὸ πλούσιους. Ἤδη ἀπὸ τὸ 427, ὑποχρεώθηκαν νὰ καθιερώσουν ἕναν πολεμικὸ φόρο, τὴν «εἰσφορά», πού χρειάστηκε νὰ ἐπανελθεῖ σὲ ἰσχὺ πολλὲς φορὲς ἀνάμεσα στὸ 427 καὶ τὸ 404. Κι ἀκόμα περισσότερο, τὰ τελευταῖα χρόνια του πολέμου, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ ὅλο καὶ πιὸ ἐπαχθῆ ἔξοδα, δὲν δίστασαν νὰ ἀντλήσουν ἀπὸ τὸν θησαυρὸ τῆς προστάτιδας τῆς πόλης θεᾶς, τῆς Ἀθήνας, θησαυρὸ πού φυλασσόταν στὸν Παρθενώνα. Ἔλιωσαν λοιπόν, χρυσὰ καὶ ἀργυρά ἀγάλματα γιὰ νὰ προμηθευτοῦν πολύτιμο μέταλλο. Τὸ τέλος τοῦ πολέμου κι οἱ ἀναταραχὲς πού μάστιζαν τὴν πόλη τοὺς μῆνες πού ἀκολούθησαν τὴ νίκη τῶν Σπαρτιατῶν, τὸ μόνο πού ἔκαναν ἦταν νὰ ἐπιδεινώσουν ἀκόμα περισσότερο τὴν κατάσταση. Ἡ ἀπώλεια τῆς ἡγεμονίας στὴν πραγματικότητα σήμαινε κατάργηση τοῦ φόρου ὑποτελεΐας πού πλήρωναν οἱ σύμμαχοι, κατάργηση τῶν κληρουχιῶν, τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν ἀποικιῶν πού ἐξασφάλιζαν σὲ χιλιάδες φτωχῶν Ἀθηναίων ἕνα σταθερὸ εἰσόδημα. Κι ἔτσι, ἡ ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας, μετὰ τὸ σύντομο ἐπεισόδιο τῆς τυραννίας τῶν Τριάκοντα πού εἶχαν ἐπικρατήσει μὲ τὴ βοήθεια τῶν Σπαρτιατῶν, σήμαινε ἐπίσης καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν μισθῶν, τῶν ποσῶν δηλαδὴ μὲ τὰ ὅποια ἀμειβόταν ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν πολιτική, συμπεριλαμβανομένης τὰ τελευταία χρόνια καὶ τῆς παρουσίας στὶς συνεδριάσεις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου. Καὶ στὸν οἰκονομικὸ τομέα ἀκόμα, ἡ κατάσταση τῆς Ἀθήνας ἦταν δραματικὴ καὶ θὰ ἀναφέρουμε σὰν παράδειγμα μόνο τὴν παρατήρηση ἐκείνη ἑνός διαδίκου πού παρακινοῦσε τοὺς δικαστὲς νὰ καταδικάσουν τὸν πλούσιο ἀντίδικό του καὶ νὰ κατάσχουν τὴν περιουσία του, ἂν ἤθελαν νὰ εἶναι σίγουροι ὅτι θὰ εἴσπραξουν τὴν ἀμοιβή τους.

Εἶναι σημαντικὸ πράγματι νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι, μολονότι ὁ πόλεμος εἶχε ἀποδειχθεῖ καταστροφικὸς γιὰ τὴν Ἀθήνα, δὲν εἶχε πλήξει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅλες τὶς κοινωνικὲς κατηγορίες. Οἱ χωρικοί, ὅπως εἴδαμε, ἦταν τὰ κύρια θύματα: οἱ δικές τους ἐκτάσεις εἶχαν ρημαχθεΐ, αὐτοὶ ἐπίσης, στιβαγμένοι μέσα στὰ τείχη τῆς Ἀθήνας, κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες πού ἀνέφερε ὁ Θουκυδίδης στὸ κείμενο πού ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω, ἦταν τὰ κυρτότερα θύματα τῆς ἐπιδημίας χολέρας πού εἶχε ξεσπάσει στὴν Ἀθήνα στὶς ἄρχες τοῦ πολέμου καὶ εἶχε ἀποδεκατίσει τὸν πληθυσμό. Κι ἀπὸ αὐτούς, ὅσοι ὑπηρετοῦσαν στὸ σῶμα τῶν ὁπλιτῶν, ἦταν οἱ περισσότερο πληγέντες ἀπὸ τὶς σκληρὲς μάχες ὅπως ἡ μάχη τοῦ Δηλίου τὸ 423, ὅπου οἱ Ἀθηναῖοι ἔχασαν πάνω ἀπὸ χίλιους ἄνδρες. Ὑπολογίζεται γενικὰ ὅτι ἡ Ἀθήνα ἀριθμοῦσε σαράντα χιλιάδες πολίτες στὶς ἀρχές τοῦ πολέμου. Γύρω ὅμως στὸ 400 δὲν ὑπῆρχαν πάνω ἀπὸ τριάντα χιλιάδες. Αὐτό σημαίνει ὅτι τὸ σύνολο τῶν πολιτῶν εἶχε ἀκρωτηριασθεΐ κατὰ τὸ ἕνα τέταρτο τῶν μελῶν του, καὶ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία αὐτοῦ τοῦ τετάρτου ἦταν χωρικοί.

Ἂν οἱ χωρικοὶ ἦταν τὰ κυριότερα θύματα τοῦ πολέμου, οἱ πλούσιοι, ἔχοντας κι αὐτοί δεῖ τὶς περιουσίες τους νὰ ρημάζουν ἤ πιὸ ἁπλὰ ἐπειδὴ οἱ δαπάνες τοῦ πολέμου ἔπεφταν πρωτίστως σ’ αὐτούς, ἔβλεπαν τὴν κοινωνική τους θέση νὰ φθίνει ὅσο παρατείνονταν οἱ ἐπιχειρήσεις. Στὸν ἴδιο πάντα διάλογο, τὸν Οἰκονομικὸ τοῦ Ξενοφώντα, πού ἤδη ἔχει ἀναφερθεΐ, ὁ Κριτόβουλος, ὁ ἕνας ἀπό τους συνομιλητὲς τοῦ Σωκράτη, γογγύζει γιὰ τὴ δυσκολία τοῦ νὰ εἶσαι πλούσιος σὲ μιὰ πόλη σὰν τὴν Ἀθήνα. Κι ὁ Σωκράτης, συμμεριζὸμένος τὴ γνώμη του, τοῦ ἀπαριθμεῖ ὅλα τὰ βάρη πού πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει: «Πρῶτα-πρῶτα βλέπω πώς ἐσὺ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ κάνεις πολλὲς καὶ μεγάλες θυσίες, γιατί ἀλλοιώτικα οὔτε οἱ θεοί, οὔτε οἱ ἄνθρωποι νομίζω θὰ σὲ θέλουν. Ἔπειτα σωστὸ εἶναι καὶ ξένους πολλοὺς νὰ φιλοξενεῖς καὶ μάλιστα μεγαλοπρεπῶς. Ἔπειτα ἐσὺ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ καλεῖς σὲ δεῖπνο τοὺς συμπολίτες σου καὶ νὰ τοὺς κάνεις καὶ δῶρα, γιατί ἀλλοιώτικα δὲν θάχεις φίλους. Κοντὰ σ’ αὐτὰ βλέπω πώς κι ἡ πόλη σὲ προστάσσει νὰ δαπανᾶς πολλὰ γιὰ ἱπποτροφίες, χορηγίες καὶ γυμνασιαρχίες καὶ προεδρίες, ἂν δὲ γίνει καὶ πόλεμος, ξέρω καλὰ πώς θὰ σοῦ ἐπιβάλλουν νὰ δώσεις καὶ μισθοὺς τριηραρχίας καὶ εἰσφορὲς τόσες, πού δὲν θὰ τὶς βαστὴξεις εὔκολα. Κι ἂν καμιὰ φορᾶ τοὺς περάσει ἡ ἰδέα πώς πᾶς νὰ κάνεις κάτι, ἀπ' ὅσα σοῦ ἐπιβάλανε, πιὸ φτηνό, ξέρω πώς θὰ σὲ τιμωρήσουν οἱ Ἀθηναῖοι ὄχι λιγότερο ἀπ’ ὅσο θὰ σὲ τιμωροῦσαν ἂν σὲ τσάκωναν νὰ τοὺς κλέβεις τὴν περιουσία»[6].

Ἀντίθετα ὅμως ὁ πόλεμος μποροῦσε νὰ εἶναι κι ἐπωφελὴς γιὰ ὁρισμένους: ἡ ἀμοιβὴ πού εἰσέπρατταν οἱ κωπηλάτες, στρατολογημένοι ἀνάμεσα στοὺς πιὸ φτωχοὺς πολίτες, συμπλήρωνε τοὺς ἰσχνοὺς πόρους πού ἐξοικονομοῦσαν ἀπὸ ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς ἤ ἀπὸ τὴν ἄσκηση κάποιας ἀσήμαντης τέχνης. Μερικοὶ στρατηγοί, στίβοντας τοὺς συμμάχους ἤ κρατώντας γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὸ καλύτερο κομμάτι ἀπὸ τὰ λάφυρα πού ἔπαιρναν ἀπό τους ἐχθρούς, μποροῦσαν νὰ δημιουργήσουν γρήγορα ἄνετες περιουσίες. Τέτοιους στρατηγοὺς ἐπικαλεῖται ὁ Λυσίας σ’ ἕναν λόγο του πού χρονολογεῖται στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ 4ου αἰώνα. Στὴν κωμωδία πού ἀνέβασε τὸ 421, λίγο πρίν τη σύναψη τῆς εἰρήνης τοῦ Νικία, ὁ Ἀριστοφάνης φαντάζεται ὅτι ἡ θεὰ τῆς εἰρήνης, ἡ Εἰρήνη, ὄντας αἰχμάλωτη, ἀπελευθερώνεται ἐπιτέλους ἀπὸ τὸν ἀμπελουργὸ Τρυγία, πού τὸν βοηθοῦν οἱ χωρικοί της Ἀττικῆς. Προχωροῦν, λοιπόν, γογγύζοντας πάνω στὴ σκηνή, ὅλοι αὐτοί πού πλούτιζαν ἀπὸ τὸν πόλεμο: ἔμποροι ὅπλων, κατασκευαστὲς λοφίων, πανοπλιῶν, τρομπετῶν, περικεφαλαιῶν, στιλβωτὲς δοράτων. Ὑπῆρχαν λοιπὸν ἄνθρωποι πού δὲν τοὺς ἔπληττε ὁ πόλεμος, ἤ πού τοὺς ἔπληττε λιγότερο, κι ἀκόμη ἄνθρωποι πού ἀντλοῦσαν μάλιστα καὶ ὀφέλη ἀπὸ αὐτόν.

Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς λοιπόν, ὅτι ὅσο παρατεινόταν ὁ πόλεμος, οἱ ἀνταγωνισμοὶ αὐτοί, πού ἤδη εἶχαν γίνει ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τὸν Περικλῆ ἀπὸ τὰ πρῶτα κιόλας χρόνια τοῦ πολέμου, ἂν πιστέψουμε τὸν Θουκυδίδη, ὅλο καὶ ἐπιτείνονταν. Καί, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ ὁ πόλεμος συνδεόταν με την ὑπεράσπιση τῆς ἡγεμονίας, κι ἡ ἡγεμονία μὲ τὴ δημοκρατία, αὐτοὶ πού οἱ περιουσίες τους ἤ οἱ ἴδιοι προσωπικὰ ἐπλήττοντο ἀπὸ τὸν πόλεμο, δὲν θὰ ἀργοῦσαν νὰ θέσουν ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν ἴδια τὴ δημοκρατία, παρασύροντας ἔτσι τὴν πόλη στὸν ἐμφύλιο πόλεμο πού ἐπρόκειτο νὰ τὴν σπαράξει δυὸ φορές.

 

 

Μιὰ καταρρακωμένη πόλη

 

Τὸν 5ο αἰώνα, ἡ Ἀθήνα εἶναι μιὰ δημοκρατία, δηλαδὴ ἕνα καθεστὼς ὅπου ἡ κυριαρχία ἀνήκει στὸν δῆμο, τὸν λαό. Ὁ ὅρος αὐτὸς δῆμος ἔχει στὰ ἑλληνικὰ διπλὴ ἔννοια, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἀντίστοιχη λέξη (peuple) στὰ γαλλικά. Στὰ κείμενα τῶν ψηφισμάτων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, μέλος τῆς ὁποίας ἦταν δικαιωματικὰ κάθε ἀθηναῖος πολίτης, ἡ φράση «ἔδοξε τῷ δήμῳ» δείχνει ὅτι ὁ δῆμος ταυτίζεται μὲ τὸ σύνολο τοῦ σώματος τῶν πολιτῶν. Ἀλλά, στὴν πολιτικὴ φιλολογία, ὅταν χρησιμοποιοῦν τὸν ὄρο «δῆμος», γίνεται, τὶς περισσότερες φορές, γιὰ νὰ τὸν ἀντιτάξουν στοὺς καλύτερούς (τους ἄριστους), στοὺς πλουσίους, στοὺς εὔγενεῖς, δηλαδὴ σ’ αὐτοὺς πού παλαιότερα κατεῖχαν μόνοι τους τὴν πολιτικὴ ἐξουσία καὶ ἔπαιρναν μόνοι τὶς ἀποφάσεις πού δέσμευαν τὸ σύνολο τῆς κοινότητας. Στὴν πραγματικότητα, ἡ δημοκρατία εἶχε ἐγκαθιδρυθεῖ στὴν Ἀθήνα στὸ τέλος ἑνός αἰώνα συγκρούσεων μὲ ἀναμεμειγμένα σ’ αὐτές τὰ λαϊκὰ στρώματα τῆς ὑπαίθρου, ἄλλοτε μόνο σὰν δύναμη στήριξης, κι ἄλλοτε γιὰ δικό τους λογαριασμό. Ἡ πρώτη ἀπὸ τὶς συγκρούσεις αὐτές ξέσπασε στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰώνα. Ἔφερε δὲ ἀντιμέτωπούς τους φτωχοὺς χωρικοὺς - μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς μάλιστα, ἔπειτα ἀπὸ ὀφειλὲς ἤ καὶ γιὰ ἄλλους λόγους τοὺς ὁποίους ἀγνοοῦμε, βρίσκονταν ὑποταγμένοι σ’ ἕνα εἶδος δουλείας - καὶ τοὺς πλούσιους, τοὺς ἰσχυροὺς πού κατεῖχαν τὶς εὔφορες ἐκτάσεις καὶ λύγιζαν τὸν δῆμο μὲ τὸ βάρος τῆς ἐξουσίας τους. Ὅταν ὁ Σόλων ἐξελέγη ἄρχων, δηλαδὴ ὑπέρτατη ἀρχὴ τῆς πόλης γιὰ ἕνα χρόνο, μεσολάβησε στὴ διένεξη ἀπαγορεύοντας στὸ μέλλον τὴ δουλεία τῶν Ἄθηναίων, καταργώντας τὸ καθεστὼς ἐξάρτησης αὐτῶν πού ὁ Ἀριστοτέλης ὀνομάζει «ἑκτημόρους», τοὺς ἀγρότες δηλαδή, τοὺς ὑποχρέους νὰ καταβάλουν στὸν μεγαλοϊδιοκτήτη, στὰ κτήματα τοῦ ὁποίου ἐργάζονταν, τὴν ἐτήσια πρόσοδο τοῦ ἑνὸς ἕκτου. Ἀρνήθηκε ὅμως νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημα τῆς ἴσης κατανομῆς τῆς γῆς, πού ζητοῦσαν πολλοὶ χωρικοί. Ἐφοδίασε ἀκόμη τὴν πόλη μ’ ἕναν κώδικα γραπτῶν νόμων, πολὺ πιὸ πλήρη ἀπὸ ἐκεῖνον πού εἶχε θεσπίσει ὁ Δράκων στὰ τέλη τοῦ προηγούμενου αἰώνα. Εἶναι ὅμως ἀμφίβολο ἂν πράγματι ἐγκαθίδρυσε, ὅπως θὰ ἰσχυρισθοῦν οἱ πολιτικοὶ συγγραφεῖς τοῦ τέλους τοῦ 5ου καὶ τοῦ 4ου αἰώνα, νέο πολίτευμα. Θὰ δοῦμε παρακάτω πῶς ὑπῆρχε ἡ τάση, στὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ 5ου αἰώνα νὰ ἀποδίδουν στὸν Σόλωνα αὐτὴν τὴν «πάτριον πολιτείαν», καὶ νὰ τὸν θεωροῦν ἱδρυτή της. Μιᾶς δημοκρατίας ὅμως μετριοπαθοῦς, πολὺ διαφορετικῆς ἀπὸ τὴ σύγχρονη. Ὅπως κι ἂν ἔχουν τὰ πράγματα, ἀρνούμενος νὰ εὐνοήσει εἴτε τὴ μιὰ εἴτε τὴν ἄλλη ὅμαδα (ἀπὸ τὶς δύο πού ἦταν στὸ προσκήνιο), ὁ Σόλων προκάλεσε τὴ δυσαρέσκεια καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Καὶ οἱ συγκρούσεις δὲν ἄργησαν νὰ ξαναεμφανισθοῦν. Συγκρούσεις ἀνάμεσα στοὺς δυνατοὺς πού συσπειρώνονταν σὲ φατρίες γιὰ νὰ γίνουν ἀπόλυτοι κύριοί της πολιτικῆς ἐξουσίας. Συγκρούσεις πού ἔφερναν τοὺς ἰσχυροὺς αὐτούς ἀντιμέτωπους μὲ τὸν δῆμο, μὲ τὰ λαϊκὰ στρώματα τῆς Ἀττικῆς, πού τὰ μέτρα τοῦ Σόλωνα εἶχαν ἀπαλλάξει μὲν ἀπὸ τὴν ἀπειλή της δουλείας, ἀλλὰ πού ἡ ἄρνησή του νὰ μοιράσει τὶς γαῖες, τοὺς εἶχε ἐγκαταλείψει στὴν ἀθλιότητα.

Δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ καταλάβει κανεὶς τὸ πῶς ἐκτυλίχθηκαν τὰ γεγονότα πού σημάδεψαν τότε τὴν ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν, γιατί ὁ ἱστορικὸς δὲν διαθέτει παρὰ πηγὲς μεταγενέστερες τῶν γεγονότων τουλάχιστον κατὰ ἕναν αἰώνα. Αὐτή εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τῆς ἀφήγησης τοῦ Ἡροδότου, ἤ τῆς ἀκόμα πιὸ καθυστερημένης ἀφήγησης τοῦ Ἀριστοτέλη στὴν Ἀθηναίων Πολιτεια. Ἐν παση περιπτώσει, εἶναι σίγουρο ὅτι τὸ 561, ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη τῆς ἀριστοκρατίας αὐτῆς πού διεκδικοῦσαν τὴν ἐξουσία, ὁ Πεισίστρατος, στηρίχτηκε στὸν λαὸ γιὰ νὰ γίνει κύριος της πόλης καί, ἂν καὶ ἐκδιώχθηκὲ δύο φορὲς ἀπό τους ἀντιπάλους του, κατάφερε παρ’ ὅλα αὐτά νὰ ἐγκαθιδρύσει τὴν τυραννία του καὶ πεθαίνοντας μεταβίβασε τὴν ἐ- ξουσία στοὺς γιούς του. Σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ παράδοση, ὁ τύραννος εἶναι ἕνας σφετεριστὴς πού θεμελιώνει τὴν προσωπική του ἐξουσία τὶς πιὸ πολλὲς φορές, στηριζόμενος στὸν δῆμο ἐνάντιόν της ἀριστοκρατίας, τῆς ὁποίας δημεύει τὴν περιουσία καὶ καταργεῖ τὰ προνόμια. Κι ὁ Πεισίστρατος ἐγγράφεται σ’ αὐτό τὸ σχῆμα, ἀφοῦ οἱ πηγὲς πού τὸν παρουσιάζουν σὰν «προστάτη» τοῦ δήμου γιὰ τὸν ὁποῖον ἀπέδειξε τὴ μέριμνά του μὲ δανεισμοὺς στοὺς πιὸ φτωχοὺς καὶ μὲ τὸν θεσμὸ τῶν πλανόδιων δικαστῶν πού προορίζονταν νὰ τὸν προστατεύουν ἀπὸ τὶς ὑπέρμετρες ἀξίωσεις τῶν ἰσχυρῶν. Ἡ παράδοση τόνιζε ἐπίσης τὴ μετριοπάθειά του καὶ τὸν σεβασμό του στοὺς κείμενους νόμους, πράγμα πού τὸν διαφοροποιοῦσε ἀπὸ ἕναν συνηθισμένο τύραννο, ἔστω κι ἂν στὴν πραγματικότητα εἶχε ὑφαρπάσει τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, βάζοντας νὰ ἐκλέγονται κάθε χρόνο στὰ δημόσια ἀξιώματα μέλη τῆς οἰκογένειάς του ἤ τῆς φατρίας του. Πάντως, ἡ τυραννία του συμπίπτει μὲ μιὰ περίοδο μεγάλης ἀνάπτυξης τῆς Ἀθήνας γιὰ τὴν ὁποία μέχρι τότε δὲν μιλοῦσαν καὶ πολύ. Ὁ Πεισίστρατος στόλισε τὴν πόλη μὲ ναοὺς καὶ μὲ μιὰ κρήνη πού προορισμὸς της ἦταν νὰ προμηθεύει νερὸ σ’ ἕναν ὅλο κι αὐξανόμενο ἀστικὸ πληθυσμό. Ἐπενέβη στὶς ὑποθέσεις τοῦ Αἰγαίου καὶ ἔστρεψε τὴν Ἀθήνα πρὸς τὴν περιοχὴ τῶν Στενῶν πού ἔμελλαν νὰ γίνουν ὁ ἄξονας τῆς μελλοντικῆς ναυτικῆς της κοσμοκρατορίας. Στὴν περίοδο ἐπίσης τῆς δικῆς του διακυβέρνησης, ἡ ἀττική μελανόμορφη ἀγγειοπλαστικὴ γνωρίζει μιὰ ἀξιοσημείωτη ἀνάπτυξη, πρὶν ἀντικατασταθεῖ στὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ αἰώνα ἀπὸ τὴν ἐρυθρόμορφη. Τέλος, ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ἐποχή, ἄρχιζει ἡ Ἀθήνα νὰ προσελκύει καλλιτέχνες, ποιητές, συγγραφεῖς πού συναντῶνται στὴν αὐλὴ τοῦ τυράννου καὶ τῶν γιῶν του.

Παρ’ ὅλα αὐτά, οἱ ἄθηναῖοι ἀριστοκράτες δὲν εἶχαν καταθέσει τὰ ὄπλα, καὶ ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς πιὸ πλούσιας καὶ μὲ τὴ μεγαλύτερη ἐπιρροὴ οἰκογένειας, τῆς οἰκογένειας τῶν Ἄλκμαιωνιδῶν, εἶχαν ἐπανειλημμένα ἐπιχειρήσει, μάταια, ὅμως νὰ ἀνατρέψουν τοὺς γιοὺς τοῦ τυράννου. Μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ πιὸ νέου ἀπὸ τὰ δύο ἀδέλφια, τοῦ Ἱππάρχου, ἡ τυραννία τοῦ μεγαλύτερου, τοῦ Ἱππία, ἔγινε πιὸ σκληρὴ καὶ πιὸ αὐταρχική. Τότε οἱ Ἀθηναῖοι ἀριστοκράτες ἀπευθύνθηκαν στὸν βασιλιὰ τῆς Σπάρτης ζητώντας τὴν ὑποστήριξή του στὸν ἄγωνά τους ἐναντίον τοῦ τυράννου. Τὸ 510, ὁ Ἱππίας ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ ἡ τυραννία ἀνατράπηκε. Τότε τοποθετεῖται χρονικὰ τὸ πιὸ σημαντικὸ ἴσως γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Ὁ ἕνας ἀπό τους δύο ἄνδρες πού, ἀφοῦ ἐκδιώχθηκε ὁ τύραννος, ἤσαν ἀντιμέτωποι καὶ πάλι γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς ἐξουσίας, ὁ Ἄλκμαιωνιδης Κλεισθένης, ἀποφάσισε νὰ στηριχθεῖ στὸν δῆμο. Ἀλλά, ἀντὶ νὰ περιορισθεῖ μόνο σὲ κάποιες ἄμεσες ὑλικές ἱκανοποιήσεις μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ὑποστήριξή του, ἀνέτρεψε ὅλη τὴν ὀργάνωση τῆς πόλης μὲ ριζικὸ τρόπο: ὑποκατέστησε τὰ παλιὰ παραδοσιακὰ πλαίσια πού λειτουργοῦσαν σὲ συγγενικὲς δομὲς - τὶς τριττύες καὶ τὶς φατρίες - ἀπὸ δέκα καινούριες τριττύες πού ἦταν στὴν πραγματικότητα ἐδαφικὲς περιφέρειες, καὶ ἡ καθεμιὰ συγκέντρωνε τρεῖς περιοχές, μιὰ ἀστική, μιὰ ἀγροτικὴ καὶ μιὰ παραλιακή, προκειμένου νὰ θέσει τέλος στὴν ἀλληλεγγύη πού διεῖπε τὶς σχέσεις τῶν περιχώρων καὶ νὰ ἐπιχειρήσει μιὰ ἀνάμειξη τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλης. Τὸν πληθυσμὸ αὐτόν, ὁ Κλεισθένης θὰ τὸν αὔξανε, ἐνσωματώνοντας ξένους ἐγκατεστημένους στὴν Ἀθήνα, πράγμα πού θὰ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ δώσει πιὸ πολὺ βάρος στὸν ἀστικὸ δῆμο πού θὰ ἦταν καὶ τὸ κύριο στήριγμα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Ὅταν οἱ Λακεδαιμόνιοι, πού εἶχαν κληθεῖ σὲ βοήθεια ἀπό τους ἀντίπαλούς του Κλεισθένη, τὸν ἐξεδίωξαν καὶ ἰσχυρίστηκαν ὅτι ἀποκατέστησαν τὴν παλαιὰ τάξη, ὁ δῆμος εἶναι αὐτὸς πού ξεσηκώθηκε ἐναντίον τους, διὰ τῆς θεσμοθετημένης ἀπὸ τὸν Κλεισθένη Βουλῆς τῶν πεντακοσίων μελῶν πού κληρώνονταν ἀπὸ τὶς δέκα φυλές, καὶ κάλεσε στὴ συνέχεια τὸν Ἄλκμαιωνιδη. Ἴσως δὲν ἦταν ἀκόμη ἀληθινὰ ἡ δημοκρατία, ἄλλα πάντως ἦταν ὁριστικὰ τὸ τέλος τῶν προνομίων τῆς ἀριστοκρατίας καὶ ἡ ἐγκαθίδρυση τῆς «ἰσονομίας», τῆς ἰσότητας δηλαδὴ ὅλων μπροστὰ στὸν νόμο.

Ὁ ἑπόμενος αἰώνας ἔμελλε νὰ ἰδεῖ τὴν παγίωση τοῦ πολιτεύματος, ὄχι χωρὶς βίαιους κλυδωνισμοὺς τοὺς ὁποίους μαντεύουμε μέσα ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις ἤ τὰ ἀνέκδοτα γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ τάδε ἤ τοῦ δείνα ἀπό τους ἄνδρες πού ἔπαιζαν τότε ἕναν οὐσιαστικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τῆς πόλης, τοῦ Μιλτιάδη, τοῦ Θεμιστοκλῆ, τοῦ Ἀριστείδη, τοῦ Κίμωνα, τοῦ Ἐφιάλτη. Οἱ μηδικοὶ πόλεμοι, καὶ κυρίως ὁ δεύτερος πού ἦταν κι ὁ θρίαμβος τοῦ ἀθηναϊκοῦ στόλου, συνέβαλαν στὸ νὰ αὐξηθεῖ στὴν πόλη τὸ κύρος τῆς λαϊκῆς τάξης τῶν ναυτῶν καὶ τῶν κωπηλατῶν. Ἡ περιοδικότητα τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, τεσσάρων ἀνὰ πρυτανεία, δηλαδὴ μίας περιόδου 36 ἡ 37 ἥμερων, κατὰ τὴν ὁποία οἱ πενήντα σύμβουλοι μίας τριττύας προήδρευαν διαρκῶς, καθιερώθηκε στὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ ἡμίσεος τοῦ αἰώνα. Δύο κυρίως γεγονότα συνετέλεσαν στὴν ἐνίσχυση τοῦ δημοκρατικοῦ χαρακτήρα τοῦ πολιτεύματος: ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἡ ἀντικατάσταση τῆς διὰ κλήρου ἀνάδειξης τῶν ἀρχόντων γιὰ τὰ ἐτήσια δημόσια ἀξιώματα μὲ ἐκλογὲς - μὲ ἐξαίρεση παρ’ ὅλα αὐτά τοῦ σώματος τῶν δέκα στρατηγῶν πού ἦταν πάντοτε αἱρετοὶ - κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ ἀνάθεση στὰ χέρια τοῦ Συμβουλίου τῶν Πεντακοσίων, τῆς Βουλῆς, τῶν ἐξουσιῶν πού ἦταν ἄλλοτε τὸ προνόμιο τοῦ παλιοΰ Ἀριστοκρατικοῦ συμβουλίου τοῦ Ἄρειου Πάγου. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς τὶς ἐξουσίες, ἦταν καὶ ἡ ἐπαγρύπνηση γιὰ τὴν τήρηση τῶν νόμων, ἡ ἐπιτήρηση τῶν ἀρχόντων, τῶν ὑπεύθυνων γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ ἡ γνώση ὅλων τῶν θεμάτων πού ἀφοροῦσαν στὴν εἰρήνη καὶ τὸν πόλεμο. Ἡ Βουλὴ ἑτοίμαζε ἐπιπλέον τὰ σχέδια τῶν ψηφισμάτων πού στὴν συνέχεια ὑποβάλλονταν σὲ συζήτηση καὶ σὲ ψηφοφορία στὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου. Μοιραζόταν τέλος τὴ δικαστικὴ ἐξουσία μὲ τὸ λαϊκὸ δικαστήριο τῆς Ἠλιαίας, τοῦ ὁποίου τὰ ἕξι χιλιάδες μέλη ἐξελέγοντο διὰ κλήρου κάθε χρόνο.

Ἡ παράδοση ἀπέδιδε τὰ τελευταία αὐτά μέτρα στὸν Ἐφιάλτη, ἕνα πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο ἄλλωστε δὲν ξέρουμε σχεδὸν τίποτα παρὰ μόνο ὅτι χρειάστηκε νὰ συγκρουσθεῖ μὲ μιὰ ἰσχυρὴ ἀντιπολίτευση, μιὰ καὶ πέθανε, δολοφονημένος, λίγο ἀργότερα. Εἶχε ὅμως ἕνα διάδοχο στὸ πρόσωπο τοῦ νεαροῦ Περικλῆ, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα ἦταν τῆς οἰκογένειας τῶν Ἄλκμαιωνιδων, ἀνηψιᾶ τοῦ Κλεισθένη, κι ὁ πατέρας, ὁ Ξάνθιππος, ἕνας πολιτικὸς ἄνδρας πού εἶχε κι αὐτὸς τὴν περίοδο τῆς δόξας του, πρὶν «ἐξοστρακισθεΐ», ἐκδιωχθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ μιὰ περίοδο δέκα ἐτῶν, βάσει μίας διάταξης τοῦ Κλεισθένη δίχως ἄλλο, μὲ σκοπὸ τὴν πρόληψη κάθε ἐπιστροφῆς τῆς τυραννίας. Τὸ ὄνομα τοῦ Περικλῆ εἶναι σὲ τέτοιο βαθμὸ συνδεδεμένο μὲ τὸ μεγαλεῖο της Ἀθήνας καὶ τὴν ἀθηναϊκὴ δημοκρατία πού εἶναι σχεδὸν περιττὸ νὰ ξανακοῦμε ἐδῶ αὐτό πού οἱ πάντες γνωρίζουν: ὅτι ἐπὶ τριάντα χρόνια, δέσποζε στὴν Ἀθηναϊκὴ πολιτικὴ σκηνή, καθορίζοντας βέβαια, τὸ πεπρωμένο τῆς πόλης, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ὑπερ0εῖ τὶς ἐξουσίες τοῦ πολιτικοῦ ρήτορα ἤ τοῦ στρατηγοῦ, πού τοῦ παραχωροῦσε ὁ νόμος, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαπέντε συναπτὰ χρόνια ἐκλεγόταν σ’ αὐτό τὸ ἀξίωμα, τὸ πιὸ ὄψηλό της πόλης ἀπὸ τότε πού οἱ ἄρχοντες ἔξελεγοντο διὰ κλήρου. Τὸ ἀξίωμα ὅμως αὐτό τὸ μοιραζόταν μὲ ἄλλους ἐννέα ὁμολόγους του. Ἢ ἐπιρροὴ πού ἀσκοῦσε στὸ δῆμο ἦταν, 8έ0αια, συνδεδεμένη μὲ τὸ ταλέντο τοῦ ρήτορα καὶ μὲ τὴν εὐφυΐα του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἄσκησε τὴν πιὸ καθαρὴ πολιτικὴ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει στὸν λαὸ τὰ μέσα νὰ ζήσει καὶ νάασκησει ἐλεύθερα τὴν κυριαρχία του στοὺς κόλπους τῆς ’Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, τῆς Βουλῆς τῶν πεντακοσίων καὶ τῶν δικαστηρίων. Γιὰ νὰ μπορέσει ὁ κάθε ’Ἀθηναῖος νὰ ἀφιερωθεῖ στὰ καθήκοντά του σὰν πολίτης, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴ φτώχεια ἡ τὴν ἀναγκαιότητα μίας καθημερινῆς ἐργασίας, ὁ Περικλῆς καθιέρωσε τὴν ἀμοιβὴ τῶν δημοσίων λειτουργημάτων, τὴ μισθοφορία, πρῶτα γιὰ τοὺς δικαστὲς τῆς Ἠλιαίας, ἔπειτα γιὰ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν πεντακοσίων καὶ γιὰ ὅσους κατεῖχαν τὰ περισσότερα δημόσια ἀξιώματα. Εἴδαμε πιὸ πάνω τὰ πλεονεκτήματα πού ἀντλοῦσε ὁ δῆμος ἀπὸ τὴν ἡγεμονία πού ἀσκοῦσε ἡ Ἀθήνα στὸ Αἰγαῖο κι ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς κύριους πρωτεργάτες τῆς ἦταν ὁ Περικλῆς. Τὸ κύρος τῶν Ἀθηνῶν, ἡ λαμπρότης τῶν δημόσιων μνημείων της, ὁ πλοῦτος τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς ὁποίας ἦταν τὸ κέντρο, ἀντανακλοῦσαν στὸ καθεστὼς καὶ μόνον κάποιοι νοσταλγοὶ τοῦ παρελθόντος διενοοῦντο νὰ τὸ ἀμφισθητήσουν.

Ὁ πόλεμος ἔμελλε νὰ τ’ ἀλλάξει ὅλα αὐτά. Εἴδαμε πόσο οἱ προβλέψεις τοῦ Περικλῆ διαψεύσθηκαν σχεδὸν ἀμέσως ἀπὸ τὰ γεγονότα. Οἱ πρῶτες πελοποννησιακὲς ἐπιδρομές, ἡ χολέρα, ἡ ἀπουσία ἀποφασιστικῶν νικῶν τὸν πρῶτο χρόνο ἀπομάκρυναν ἀπὸ τὸν Περικλῆ ἕνα μέρος ἀπὸ αὐτούς πού τὸν ἐμπιστεύονταν. Δίκες ἠγέρθησαν ἐναντίον φίλων του, ὅπως ὁ φιλόσοφος Ἀναξαγόρας, ὑβριστικὰ σχόλια γινόντουσαν ἐναντίον τῆς γυναίκας πού μοιραζόταν τὴ ζωή του, τῆς Μιλήσιας Ἀσπασίας, πού τὴν παρουσίαζαν σὰν μιὰ ποταπὴ ἑταίρα. Κι ὁ ἴδιος δέχτηκε ἐπιθέοεις καὶ χρειάστηκε νὰ ἀποδώσει λογαριασμὸ γιὰ τὴ διαχείρισή του. Καθαιρέθηκε καὶ ἐπανεξελέγη στρατηγός. Ἀλλὰ πέθανε λίγο ἀργότερα, σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θύματα τῆς χολέρας. Οἱ ἄνδρες πού τὸν διαδέχθηκαν στὸ βῆμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν οὔτε τὸ κύρος του, οὔτε τὰ πνευματικά του χαρίσματα. Πρέπει βέβαια νὰ εἴμαστε ἐπιφυλακτικοὶ ὡς πρὸς τὴν ἀμεροληψία τῶν πηγῶν μας, κυρίως τοῦ κωμικοῦ ποιητῆ Ἀριστοφάνη, ἕτοιμου νὰ χλευάσει τοὺς λαϊκοὺς ρήτορες, τοὺς δημαγωγοὺς αὐτούς τῶν ὁποίων ἀρεσκόταν νὰ ὑπογραμμίζει τὴν ἁπλή καταγωγὴ καὶ τοὺς ἄξεστους τρόπους: τὸν βυρσοδέψη Κλέωνα, τὸν ἀγγειοπλάστη Ὑπέρβολο, τόνΛυσικλῆ, τὸν ἔμπορο προβάτων πού εἶχε διαδεχθεῖ τὸν Περικλῆ στὴν κλίνη τῆς Ἀσπασίας. Στὴν πραγματικότητα, ὁ Κλέων ἦταν πλούσιος κι ὁ πατέρας του εἶχε ἤδη χρηματίσει σὲ σημαντικὰ ἀξιώματα, ἀλλά ἡ βίαιη γλώσσα του, μερικὲς φορὲς χυδαία, ἐρχόταν πράγματι σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν κομψότητα καὶ τὸ ὑψηλὸ φρόνημα τοῦ Περικλῆ. Ἡ ἐμφάνιση στὸ προσκήνιο αὐτῶν τῶν «νέων πολιτικῶν» - γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὴν ἔκφραση πού πρόσφατα χρησιμοποίησε ἕνας ἀμερικανὸς ἱστορικὸς - πολιτικῶν, πού προέρχονταν ἀπὸ στρώματα διάφορα τῶν παραδοσιακῶν ἀριστοκρατικῶν κύκλων, ἐνίσχυε τὴν ἐχθρικὴ πρὸς τὸ καθεστὼς διάθεση ὅλων ἐκείνων πού, θύματα ἄλλωστε κατὰ διαφόρους τρόπους τοῦ πολέμου, ἀπέδιδαν στὴ δημοκρατία τὴν εὐθύνη τῶν ἀποτυχιῶν τῆς Ἀθήνας.

Χρειάστηκε ὅμως νὰ περιμένουν τὸν ὄλεθρο τῆς Σικελίας γιὰ νὰ ἀποφασίσουν νὰ δράσουν. Ἡ πρωτοβουλία ἦρθε ἀπὸ τὸν Ἀλκιβιάδη. Ὁ νέος αὐτός ἄνδρας, λαμπρὸς καὶ φιλόδοξος, ἦταν ἕνας ἀπό τους ἀγαπημένους μαθητὲς τοῦ Σωκράτη. Ἡ παράδοση ἔχει διαφυλάξει σχετικὰ μ’ αὐτὸν μεγάλο ἀριθμό ἀνέκδοτων πού ὁ Πλούταρχος συγκέντρωσε στὸ ἔργο τοῦ Βίος τοῦ Ἀλκιβιάδη. Εἴδαμε ἤδη ὅτι σ' αὐτὸν ὀφειλόταν ἡ ἐκστρατεία τῆς Σαλαμίνας τῆς ὁποίας εἶχε ὑπεραμυνθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου ἀντιμέτωπος μὲ τὴ σύνεση τοῦ Νικία. Ἔχουμε ἐπίσης πεῖ ὅτι, ἀναμεμειγμένος σὲ μιὰ ὑπόθεση ἱεροσυλίας, εἶχε ἀνακληθεΐ καὶ εἶχε προτιμήσει νὰ διαφύγει. Πρῶτα ἐγκαταστάθηκε στὴ Νότια Ἰταλία, ἔπειτα στὴ Σπάρτη, ὅπου λέγεται ὅτι ἦταν ὁ ὑποκινητὴς τῆς κατάληψης τοῦ ὀχυροῦ της Δεκελείας, τέλος στὴν αὐλὴ τοῦ σατράπη Τισσαφέρνη, ἑνὸς ἀπό τους ἰσχυροὺς αὐτούς ἡγεμόνες τῶν ἐπαρχιῶν τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπιθυμώντας νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἀθήνα, δελέασε μερικοὺς Ἀθηναίους, σὲ μιὰ στιγμὴ πού ἡ πόλη, ἡττημένη στὴ Σικελία, ἦταν σὲ ἀπελπιστικὴ κατάσταση, μὲ οἰκονομικὴ βοήθεια τοῦ σατράπη, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅμως νὰ τροποποιήσουν τὴν πολιτικὴ δομὴ τῆς πόλης καὶ βέβαια, νὰ τὸν ἀνακαλέσουν. Ἕνα μέρος τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ τῶν Ἀθηναίων ἦταν τότε ἐπισταθμευμένο στὴ Σάμο. Οἱ συνωμότες ἄρχισαν νὰ δροῦν πρῶτα στοὺς κύκλους τῶν στρατηγῶν. Ἀλλὰ τὸν ἴδιο χρόνο, στὴν Ἀθήνα, οἱ ἀντίπαλοι τῆς δημοκρατίας, συγκεντρωμένοι στοὺς κόλπους συντεχνιῶν λίγο πολὺ μυστικῶν, «τὶς ἑταιρίες», εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταφέρουν νὰ βασιλεύει στὴν πόλη ἕνα κλίμα τρόμου, καὶ ὅταν οἱ συνωμότες ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴ Σάμο ἔφθασαν στὴν Ἀθήνα, τὰ πράγματα εἶχαν ἤδη προχωρήσει ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῆς δημοκρατίας. Προσποιήθηκαν ὅτι σέβονταν τὴ νομιμότητα, δηλαδὴ ἔβαλαν νὰ γίνει δεκτὸ ἀπὸ μιὰ συνέλευση πού συνεκλήθη ἄρον ἄρον τὸ ψήφισμα πού στεροῦσε τὸν δῆμο ἀπὸ τὶς ἐξουσίες του. Ἔπειτα διαλύθηκε ἡ Βουλὴ τῶν πεντακοσίων γιὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἕνα νέο Συμβούλιο τετρακοσίων μελῶν, ἐπιφορτισμένο νὰ ἐκπονήσει νέο πολίτευμα σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἄσκηση τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων προοριζόταν μόνο γιὰ πέντε χιλιάδες Ἀθηναίους πού θα ἐνεγράφοντο σὲ κατάλογο. Ἐδῶ συμβαίνει ἕνα γεγονὸς ἀποκαλυπτικὸ τόσο για τή φύση τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ὅσο καὶ γιὰ τὴν προσήλωση τοῦ δήμου σ’ αὐτὸ τὸ πολίτευμα. Ὅταν οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν Τετρακοσίων ἔφθασαν στὴ Σάμο καὶ ἀνακοίνωσαν στοὺς ἀθηναίους ναῦτες καὶ στρατιῶτες τί εἶχε συμβεϊ στὴν Ἀθήνα, αὐτοὶ ἀρνήθηκαν νὰ ὁ- ποταγοῦν. Συνεκάλεσαν συνέλευση, καθαίρεσαν τοὺς στρατηγοὺς τοὺς προσχωρήσαντες στὴν ὀλιγαρχία πού εἶχε ἐπικρατήσει στὴν πόλη καὶ ἀνέδειξαν ἄλλους στὴ θέση τους. Θὰ ἦταν λάθος νὰ ἑρμηνευθεῖ αὐτὸ σὰν μιὰ ἐπανάσταση στοὺς κόλπους τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ δεῖ κανεὶς τοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς ναῦτες πού ἀρνήθηκαν νὰ ὑπταγοῦν σὰν ἕνα εἶδος σοβιέτ. Ὅπως μαρτυροῦν καὶ τὰ λόγια πού τοὺς ἀποδίδει ὁ Θουκυδίδης, εἶχαν συνείδηση ὅτι ἐκπροσωπούσαν τὴν πόλη πού ἦταν στὰ ὄπλα καὶ τὸ ὅτι εἶχαν συγκαλέσει συνέλευση, καθαιρέσει τοὺς στρατηγοὺς πού εἶχαν προδώσει, ἀναδείξει ἄλλους, στὴν πραγματικότητα ὅλ’ αὐτά δὲν ἦταν παρὰ ἡ ἄσκηση τῆς δημοκρατίας. Πράγμα πού ἀποδεικνύει ἀδιαμφισβήτητα ὅτι ἡ ἄμεση αὐτή δημοκρατία ἠσκεῖτο πραγματικά, ὅτι ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι ἔλεγαν οἱ πολέμιοί της καὶ ἀπ’ ὅ,τι ἰσχυρίζονται μερικοὶ σύγχρονοι, ὁ δῆμος δὲν ἦταν ἁπλὸ ὄργανο στὰ χέρια τῶν πολιτικῶν.

Πάντως ἡ ἄρνηση τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπικυρώσει αὐτὸ πού εἶχε συμβεῖ στὴν Ἀθήνα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποτυχία τῆς ἀπόπειρας τῶν ὀλιγαρχικῶν καὶ μάλιστα ἀφοῦ οἱ θαυμαστὲς ὑποσχέσεις τῶν συνωμοτῶν ἀποδείχθηκαν γρήγορα χωρὶς θάση, πράγμα πού ἔφερε τὴ διχόνοια ἀνάμεσα στοὺς ὀλιγαρχικούς. Ὁ Ἀλκιβιάδης εἶχε κιόλας ἀποσπασθεΐ ἀπὸ αὐτούς καὶ συμμαχήσει μὲ τοὺς δημοκρατικούς της Σάμου πού τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἐπιστρέψει στὴν ’Ἀθήνα. Ἡ δημοκρατία λοιπὸν ἀποκαταστάθηκε, καὶ οἱ τελευταῖες μάχες τοῦ πολέμου διεξήχθησαν μὲ σφοδρότερη ἔνταση πράγμα πού δὲν ἐμπόδισε παρ’ ὅλα αὐτά τὴν τελικὴ καταστροφή.

Ἡ καταστροφὴ αὐτή ἐπρόκειτο νὰ εἶναι γιὰ τοὺς ὀλιγαρχικοὺς πού δὲν εἶχαν καταθέσει τὰ ὅπλα, ἡ εὐκαιρία μίας νέας ἀπόπειρας νὰ ἀνατρέψουν τὴ δημοκρατία. Ἡ πρωτοβουλία ἦλθε ἀπ’ αὐτόν πού εἶχε διαπραγματευθεῖ τὶς συνθῆκες τῆς εἰρήνης μὲ τὴ Σπάρτη, ἕναν πολιτικὸ πού εἶχε λάβει ἐνεργὸ μέρος στὴν ἐπανάσταση τοῦ 411, τὸν Θηραμένη. Παρουσία τοῦ σπαρτιάτη ναύαρχου Λύσανδρου καὶ τοῦ στρατοῦ τῶν Λακεδαιμονίων πού στρατοπέδευε στὰ τείχη τῶν Ἀθηνῶν, ἡ συνέλευση μὲ ψῆφο ἀποφάσισε νὰ ἀναθέσει σὲ τριάντα πολίτες τὴν ἐκπόνηση ἑνὸς νέου πολιτεύματος. Εἶχε συμφωνηθεΐ αὐτή τὴ φορὰ ὅτι μόνο τρεῖς χιλιάδες Ἀθηναῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ ἀσκοῦν πολιτικὰ δικαιώματα. Τὸ 411, δημιουργήθηκε ἕνα κλίμα τρομοκρατίας πρὶν τὸ πραξικόπημα. Τὸ 404, τὸ κλίμα αὐτό ἐπικράτησε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ὀλιγόμηνης διακυβέρνησης τῶν Τριάκοντα. Οἱ δημοκρατικοὶ ρήτορες διώχθηκαν, θανατώθηκαν ἤ ἀναγκάσθηκαν νὰ πάρουν τὸ δρόμο τῆς ἐξορίας. Γιὰ μερικοὺς μῆνες, οἱ ἐκτελέσεις διαδέχονταν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη, ἔχοντας σὰν στόχο ὅλους ἐκείνους, πολίτες ἤ ξένους, τοὺς ὁποίους ὑποψιάζονταν γιὰ μυστικὲς ἐπαφὲς μὲ τοὺς ἐξόριστους δημοκρατικούς. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν βρεῖ καταφύγιο στὴ Θήβα, στὴ Βοιωτία. Ἐπικεφαλῆς τοὺς ἦταν ὁ Θρασύβουλος, ἕνας ἀπὸ ἐκείνους πού τὸ 411, εἶχαν ἐκλεγεῖ στρατηγοὶ ἀπό τους ἐξεγερμένους στρατιῶτες καὶ ναῦτες. Ὁ Θρασύβουλος συγκέντρωσε ἄνδρες καί ὄπλα καὶ πέτυχε νὰ πατήσει στὴν Ἀττικὴ καὶ νὰ καταλάβει τὸν Πειραιᾶ. Γιὰ μερικοὺς μῆνες, οἱ ἁψιμαχίες πολλαπλασιάστηκαν ἀνάμεσα στοὺς «ἀνθρώπους τῆς πόλης» καὶ τοὺς «ἀνθρώπους τοῦ Πειραιᾶ». Ἔπειτα κατέληξαν σὲ συμφωνία, ὅταν, ἀφοῦ ἡ διχόνοια εἶχε ἐπέλθει στὶς τάξεις τῶν Τριάκοντα, αὐτοὶ ἐκδιώχτηκαν ἀπὸ τοὺς «ἀνθρώπους τῆς πόλης» καὶ κατέφυγαν στὴν Ἐλευσίνα. Ἡ συμφωνία προέβλεπε τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας καὶ ἀμνηστία γιὰ ὅλους ὅσους δὲν εἶχαν λάβει μέρος στὰ ἐγκλήματα τῶν Τριάκοντα. Εἴμαστε ἀρκετὰ καλὰ πληροφορημένοι γιὰ τὸ κλίμα πού βασίλευε τότε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν ἀφήγηση τῶν γεγονότων πού ἄφησε ὁ ἱστορικὸς Ξενοφῶν στὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἀπό τους λόγους τῶν ἀνδρῶν πού βρέθηκαν ἀναμεμειγμένοι στὰ γεγονότα ὅπως οἱ ρήτορες Ἀνδοκίδης καὶ Λυσίας. Ὁ τελευταῖος αὐτὸς ἰδιαίτερα ὑπῆρξε θύμα τῶν Τριάκοντα οἱ ὁποῖοι τοῦ κατάσχεσαν ἕνα μέρος τῆς περιουσίας πού κληρονόμησε ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν πλούσιο μέτοικο Κέφαλο, καὶ θανάτωσαν τὸν ἀδελφό του τὸν Πολέμαρχο, ἕναν ἀπό τους συνομιλητὲς τοῦ Σωκράτη στὴν Πολιτεία τοῦ Πλάτωνος. Ἂν καὶ ξένος, εἶχε συνεισφέρει στὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας, ἀφήνοντας στὴ διάθεση τοῦ Θρασύβουλου ὅ,τι μπόρεσε νὰ περισώσει ἀπὸ τὴν περιουσία του. Παρ’ ὅλα αὐτά, δὲν μπόρεσε νὰ ἀποκτήσει τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἀθηναίου πολίτη πού ὁ Θρασύβουλος εἶχε ζητήσει γι’ αὐτόν καὶ γι’ ἄλλους ξένους πού εἶχαν στηρίξει τὴν ὑπόθεση τῆς δημοκρατίας.

Παρὰ τὶς συνεχεῖς διαβεβαιώσεις ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι φάνηκαν πιστοὶ στὴν ἀμνηστία, οἱ λόγοι τοῦ Λυσία πού ἐκφωνήθηκαν εἴτε μὲ τὸ ἴδιο του τὸ ὄνομα εἴτε μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ «λογογράφου» γιὰ τὸν ἕναν ἡ τὸν ἄλλον ἀπό τους πελάτες του, μαρτυροῦν ὅτι τὰ πάθη δὲν εἶχαν κατασιγάσει. Πρέπει νὰ τὰ λάβει κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά γιὰ νὰ καταλάβει σὲ τί κλίμα ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθεῖ ἡ δίκη τοῦ Σωκράτη. Ἀλλὰ τὰ ἴδια αὐτά πάθη πρέπει νὰ ἔνταχθοῦν στὶς ἰδεολογικὲς συζητήσεις πού ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ αἰώνα καὶ μετὰ ἀπασχόλησαν τοὺς πνευματικοὺς κύκλους τῶν Ἀθηνῶν.

 

 

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

 

Στὸ τρίτο βιβλίο τῶν Ἱστοριῶν του, ὁ Ἡρόδοτος φαντάζεται μιὰ συζήτηση πού ἔφερνε σὲ ἀντιπαράθεση τρεῖς εὐγενεῖς πέρσες σχετικὰ μὲ τὴ φύση τοῦ καλύτερου πολιτικοῦ συστήματος γιὰ τὴν τεράστια αὐτοκρατορία πού ὁ αἰφνίδιος θάνατος τοῦ Καμβύση εἶχε ἀφήσει ἀκέφαλη. Ἕνας-ἕνας μὲ τὴ σειρά τους, ὁ Ὀτάνης, ὁ Μεγὰβυζος κι ὁ Δαρεΐος πῆραν τὸν λόγο. Ὁ πρῶτος γιὰ νὰ συμβουλέψει ὅτι ἡ ἐξουσία πρέπει νὰ ἀνήκει στοὺς πιὸ πολλούς, ὁ δεύτερος γιὰ νὰ ὑμνήσει τὴν ἀξία της ὀλιγαρχίας, τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ διακυβέρνησης, καὶ τέλος ὁ τελευταῖος γιὰ νὰ προτείνει τὴ διατήρηση τῆς μοναρχίας. Ὑπερίσχυσε ἡ γνώμη τοῦ Δαρείου κι ὁ Ἡρόδοτος ἀρεσκεται νὰ διηγεῖται κατόπιν πῶς ὁ Δαρεΐος κατάφερε νὰ φέρει ἔτσι τὰ πράγματα ὥστε ἡ μοίρα νὰ ὑποδείξει αὐτὸν γιὰ κύριο τῆς αὐτοκρατορίας. Κι ὁ ἴδιος ὁ Ἡρόδοτος ἤξερε καλὰ ὅτι οἱ ἀκροατές του μὲ δυσκολία θὰ πίστευαν ὅτι ἡ συζήτηση αὐτὴ ἔγινε πραγματικά. Στὰ μάτια τῶν Ἑλλήνων, καὶ εἰδικὰ τῶν Ἀθηναίων, τὸ περσικὸ βασίλειο ἦταν τὸ κατ’ ἐξοχὴν σύμβολο τοῦ βαρβαρικοῦ κόσμου, ἑνὸς κόσμου πού διέφερε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀγνοοῦσε τὸ ἴδιον τοῦ πολιτισμοῦ, δηλαδὴ τὴν πολιτικὴ συζήτηση. Οἱ βάρβαροι, πράγματι, ὑποτάσσονταν σ’ ἕναν ἀφέντη, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἦταν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, κύριοι τοῦ ἴδιου τους τοῦ πεπρωμένου. Μιὰ τέτοια συζήτηση σὰν αὐτή πού ὁ Ἡρόδοτος ἀποδίδει στοὺς τρεῖς εὐγενεῖς πέρσες ἦταν λοιπὸν δύσκολα πιστευτή. Στὴν πραγματικότητα, ὅλοι γενικὰ πιστεύουν ὅτι ὁ ἱστορικὸς ἄδραξε τὴν εὐκαιρία μὲ τὴν ἀφήγησή του γιὰ τὴν ἄνοδο τοῦ Δαρείου, νὰ ἐκθέσει τὶς ἀπόψεις πού τότε ἄρχιζαν νὰ διατυπώνονται στοὺς ἀθηναϊκοὺς κύκλους. Οἱ ἀπόψεις αὐτές συνδέονταν ὁλοφάνερα μὲ μιὰ πραγματικότητα πού διαμορφωνόταν μπροστὰ στὰ μάτια τους, τὴ λαϊκὴ δηλαδὴ κυριαρχία. Ἡ κυριαρχία αὐτὴ τοῦ δήμου εἶχε κατακτηθεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲ τοὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν τυράννων (ἔστω κι ἂν στὴν οὐσία ἦταν ἕνας συνασπισμὸς τῶν ἀριστοκρατῶν πού ὑπέταξε τοὺς Πεισιστρατίδες) καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τῶν ἀριστοκρατῶν ἐκείνων πού ἀκολουθώντας τὸν Ἰσαγόρα ἰσχυρίζονταν ὅτι προόριζαν γιὰ ἕναν «μικρὸ ἀριθμὸ» τὴ ρύθμιση τῶν ὑποθέσεων τῆς πόλης. Στὸν περσικὸ διάλογο τοῦ Ἡροδότου, ὁ καθένας ἀπό τους τρεῖς συνομιλητὲς ἀρέσκεται νὰ καταγγείλει τὰ ἀρνητικὰ τοῦ πολιτεύματος στὸ ὁποῖο ἀντιτίθεται: τὴν τυραννία ὁ δημοκρατικὸς Ὀτάνης, τὴ λαϊκὴ κυριαρχία ὁ ὀλιγαρχικὸς Μεγάβυζος, τὴ δημοκρατία καθὼς καὶ τὴν ὀλιγαρχία ὁ ὑποστηρικτὴς τῆς ἀρχῆς τοῦ ἑνὸς μόνου, Δαρεΐος. Στὴν παρέμβαση τοῦ μελλοντικοῦ κυρίου τοῦ βασιλείου, βλέπουμε ἤδη διατυπωμένα τὰ κύρια ἐπιχειρήματα πού θὰ χρησιμοποιήσουν κατὰ τῆς δημοκρατίας οἱ ἀντίπαλοι τοῦ καθεστῶτος: ὅταν ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος, ἐπικρατοῦν οἱ κακοὶ καὶ ἡ βία βασιλεύει στὶς σχέσεις μεταξὺ πολιτῶν, μιὰ βία πού ἐνισχύεται ἀπὸ ὀλέθριες φιλίες. Ἀλλὰ βρίσκουμε ἤδη νὰ ἐκφράζεται καὶ ἡ ἰδέα τὴν ὁποία θὰ ξαναδοῦμε στὸν Πλάτωνα ὅτι ἡ ὀλιγαρχία δὲν ἀξίζει περισσότερο, γιατί ἂν ἡ ἐξουσία εἶναι στὰ χέρια ἑνός μικροῦ ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς προσβλέπει στὸ νὰ τὴν κατακτήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μόνο. Ἔτσι ἐξηγοῦνται καὶ οἱ διαμάχες οἱ τόσο ἐπιζήμιες γιὰ τὴν ἰσορροπία τῆς πόλης. Εἶναι λοιπὸν ἐνδιαφέρον ὅτι ἐμφανίζεται στὸ κείμενο αὐτό, τοῦ ὁποίου ἡ συγγραφὴ μποροῦμε νὰ πούμε ὅτι τοποθετεῖται γύρω στὰ μέσα τοῦ αἰώνα, ἕνας ὁρισμένος ἄριθμος θεμάτων πού θὰ ἔπανε- ξετασθοΰν ἀπὸ τὴ μετασωκρατικὴ πολιτικὴ σκέψη τὸν 4ο αἰώνα, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ καλοῦ μονάρχη, αὐτοῦ δηλαδὴ πού εἶναι ὁ ἄριστος καὶ πού «μὲ τὴν ἄριστή του φρόνηση μπορεῖ νὰ κυβερνᾶ ὤραϊα τὸ πλῆθος»[7].

 

 

Ἡ πολιτικὴ συζήτηση κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο

 

Ἂν ὁ περσικὸς διάλογος ἀνοίγει ἔτσι τὴν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς σκέψης, στὴν οὐσία ἐγκαινιάζει ἕνα εἶδος συζήτησης πού ἔμελλε νὰ ἐξελιχθεῖ κατὰ τὸ τελευταῖο τρίτο τοῦ 5ου αἰώνα, δηλαδὴ κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο . Εἶναι δίχως ἄλλο στὰ πρῶτα χρόνια του πολέμου πού γράφτηκε καὶ δημοσιεύθηκε ὁ λίβελλος αὐτός κατὰ τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀθηναίων Πολιτεία καὶ πού γιὰ μεγάλο διάστημα τὸν ἀπέδιδαν στὸν Ξενοφώντα. Στὴν πραγματικότητα ἀγνοοῦμε τὴν ταυτότητα τοῦ συγγραφέα. Ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας φράσεις, δηλώνεται σὰν ἀποφασιστικὸς πολέμιος τῆς δημοκρατίας: «Σχετικὰ μὲ τὸ πολίτευμα τῶν Ἀθηναίων, ὅτι δηλαδὴ διάλεξαν αὐτὸν τὸν τύπο πολιτεύματος, ἐγὼ δὲν τοὺς ἐπαινῶ γιατί, μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιλογή, διάλεξαν νὰ εἶναι οἱ κακοὶ πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπὸ τοὺς καλούς»[8]. Φυσικὰ δὲν πρέπει νὰ δώσει κανεὶς ἠθικὴ ἔννοια σ’ αὐτὴν τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στοὺς «καλοὺς» (χρηστοὺς) καὶ τοὺς «κακοὺς» (πονηρούς). Γιὰ τὸν συγγραφέα, ὅπως ἤδη στοὺς λυρικοὺς ποιητὲς τοῦ προηγούμενου αἰώνα, οἱ «καλοὶ» εἶναι οἱ «εὐγενεῖς», αὐτοὶ πού αὐτοαποκαλοῦνται «καλοὶ καγαθοί», καὶ οἱ «κακοὶ» εἶναι οἱ «μὴ εὐγενεῖς», οἱ κοινοὶ θνητοί, δηλαδὴ ὁ ἀπαίδευτος λαουτζίκος πού ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει κι αὐτός λόγο στὶς ὑποθέσεις τῆς πόλης. Ἡ ἱκανότητα τοῦ «γέρου ὀλιγαρχικοῦ» ὅπως τὸν ἀποκαλοῦν οἱ ἄγγλοσαξωνες ἱστορικοί, ἔγκειται στὸ ὅτι ἀφοῦ ἔθεσε ἔτσι τὸ θέμα, ἀποδεικνύει στὴ συνέχεια ὅτι ὅλα συντελοῦν στὸ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν κυριαρχία αὐτή τῶν «κακῶν» ἐπὶ τῶν «καλῶν»: ὁ τρόπος πρόσβασης στὰ δημόσια ἀξιώματα μὲ κλῆρο, ἡ ἀπονομὴ τῶν δημοσίων λειτουργημάτων, τὸ δικαίωμα λόγου στὶς συνελεύσεις καὶ φυσικὰ ἡ ἡγεμονία πού ἀσκοῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι στοὺς συμμάχους τους. Πάνω σ’ αὐτὸ γράφει: «Σχετικὰ μὲ τοὺς συμμάχους, ἐκεῖνοι πού ἔρχονται στὴν Ἀθήνα συκοφαντοῦν, καθὼς φαίνεται, καὶ μισοῦν τοὺς ἄξιους πολίτες, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι ἀναγκαστικὰ ὁ ὑπήκοος μισεῖ τὸν ἄρχοντα. Ἄν μάλιστα ἐπικρατήσουν οἱ πλούσιοι καὶ οἱ δυνατοί, στὶς συμμαχικὲς πόλεις, ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων δὲν θὰ ἔχει γιὰ πολὺ χρόνο τὴν ἐξουσία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό στεροῦν ἀπὸ τοὺς ἄξιους τὰ πολιτικά τους δικαιώματα, τοὺς παίρνουν τὰ χρήματα, τοὺς ἐξορίζουν καὶ τοὺς σκοτώνουν καὶ ἐνισχύουν τοὺς ἀνάξιους[9]. Ἡ ἡγεμονία παραχωρεῖ ἐπὶ πλέον στὸν λαὸ πλῆθος ὑλικῶν πλεονεκτημάτων: ἐξαναγκάζοντας τοὺς συμμάχους νὰ ἔλθουν στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴν ἐκδίκαση τῶν ὑποθέσεών τους, οἱ Ἀθηναῖοι εἰσπράττουν τὰ ἔξοδα δικαιοσύνης πού τροφοδοτοῦν τὰ ταμεῖα τῆς πόλης καὶ ἐπιτρέπουν τὴν πληρωμὴ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἡ κυριαρχία πού ἀσκοῦν στὴ θάλασσα τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἀπολαμβάνουν ὅλων τῶν ἄγαθων πού συρρέουν στὸν Πειραιᾶ, καὶ νὰ ἀντέχουν γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τὸν λόγο «τὶς θεομηνίες μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Ζεὺς πλήττει τὶς συγκομιδές», νὰ διαθέτουν ἀκόμη ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ὑλικὰ γιὰ τὸν ἐξοπλισμὸ αὐτοῦ τοῦ στόλου στὸν ὁποῖο στηρίζεται ἡ ἰσχύς τους. Ὁ ἀθηναϊκὸς λαὸς κατάφερε νὰ βρεῖ τὸν τρόπο νὰ διατηρήσει τὴν ἐξουσία του στὴν πόλη, σὲ βάρος ὅμως τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, πού ἀνυπεράσπιστοι ἕναν προορισμὸ εἶχαν: νὰ πληρώνουν φόρους καὶ νὰ δουλεύουν σκληρὰ ὑπό τὴν ἀπειλὴ πάντα νὰ χάσουν τὴν περιουσία τους καὶ τὴ ζωή τους. Ἦταν μάλιστα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνέχονται στὸ πλευρὸ τους τὴν παρουσία τῶν ἀνεπιθύμητων αὐτῶν μετοίκων καὶ δούλων, πού τίποτα δὲν τοὺς ἔκανε νὰ ξεχωρίζουν στὸν δρόμο ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς Ἀθηναίους καὶ στοὺς ὁποίους εἶχαν παραχωρηθεῖ μεγάλες ἐλευθερίες, γιατί ἡ πόλη τοὺς χρειαζόταν αὐτοὺς τοὺς ἄνθρωπους γιὰ ἕνα σωρὸ ἐπαγγέλματα καὶ γιὰ τὸ ναυτικό της.

Ὁ «γέρο ὀλιγαρχικὸς» ἦταν πνεῦμα διαυγές, κι ὁ εὐφυής τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον συσχετίζει τοὺς θεσμοὺς τῶν Ἀθηναίων μὲ τὴ λαϊκὴ κυριαρχία καταδεικνύει πέρα ἀπὸ τὴν ὀξυδέρκειά του καὶ συγκεκριμένες ἀλήθειες. Ὡστόσο, ὅσο κι ἂν αὐτὲς ἀπηχοῦν καὶ τὰ λόγια τοῦ Περικλῆ στὸν περίφημο ἐπιτάφιο πού ἐκφώνησε τὸν πρῶτο χειμώνα μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου, βλέπουμε καθαρὰ τὴ διαφορετικὴ θεώρηση τῶν δύο ἀνδρῶν. Αὐτό πού ὁ Περικλῆς παρουσίαζε σὰν κτῆμα τοῦ συνόλου τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν, ὁ πολέμιος τῆς δημοκρατίας λιβελλογράφος τὸ παρουσίαζε σὰν προνόμιο μίας ὁμάδας στοὺς κόλπους τῆς πόλης, «τῶν κακῶν», τῶν ἀγαθῶν, τῶν φτωχῶν. Ἔτσι, γιὰ νὰ πάρουμε ἕνα μόνο παράδειγμα, ὅταν ὁ Περικλῆς λέγει: «Ἔχουμε ἀκόμα θεσπίσει στὴν πολιτεία μας πολλοὺς τρόπους ν’ ἃ- νασαίνει ὁ καθένας μας ἀπό τους μόχτους, τελώντας ἀγῶνες καὶ δημόσιες θυσίες ταχτικὲς ὅλο τὸ χρόνο, καὶ μὲ ἰδιωτικὲς καλοσυσταζούμενες ἐγκαταστάσεις, πού νὰ τὶς χαίρεται κανεὶς κάθε μέρα τοῦ διώχνει τὸ βάρος τῆς λύπης»[10], ὁ «γέρο-ὀλιγαρχικὸς» ἀπαντᾶ: «Σχετικὰ μὲ τὶς θυσίες, τὶς ἱεροτελεστίες, τὶς γιορτὲς καὶ τοὺς ναούς, ὁ δῆμος, ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ὁ κάθε φτωχὸς δὲν μπορεῖ νὰ θυσιάζει, νὰ κάνει συμπόσια, νὰ ἔχει ναοὺς καὶ νὰ κατοικεῖ σὲ πόλη ὡραία καὶ μεγάλη, βρῆκε μὲ ποιὸ τρόπο θὰ γίνουν ὅλα αὐτά. Ἡ πόλη δηλαδὴ ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο θυσιάζει ζῶα πολλὰ καὶ ὁ δῆμος ἀπολαμβάνει καὶ τὰ μοιράζεται. Ὅσο γιὰ τὰ γυμναστήρια, λουτρὰ καὶ ἀποδυτήρια, μερικοὶ πλούσιοι ἔχουν τὰ δικά τους, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ δῆμος γιὰ δική του χρήση χτίζει πολλὲς παλαῖστρες, ἀποδυτήρια καὶ λουτρὰ καὶ περισσότερο ἀπολαμβάνει αὐτά ὁ ὄχλος παρὰ οἱ λίγοι ἡ ἐκεῖνοι πού εὐημεροῦν»[11].

Παρεμπιπτόντως, στὴ ρύμη τοῦ σύντομου λιβέλλου του, ὁ «γέρο- ὀλιγαρχικὸς» διερωτᾶται ἂν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀλλάξουν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ βλέπει καλὰ ὅτι ἡ ἴδια ἡ συνοχὴ τοῦ συστήματος ἀποκλείει κάθε ἐλπίδα σὲ ὅσους σκέπτονται σὰν κι αὐτόν. Ὅσο γι’ αὐτοὺς πού ἐλπίζουν νὰ βελτιώσουν τὸ ὑπάρχον σύστημα μὲ μικρὲς σταδιακὲς ἄλλαγες, μπορεῖ νὰ τὰ καταφέρουν μιὰ μέρα, ἄλλα ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ λιθελλογράφος δὲν τὸ πιστεύει καθόλου.

Παρ’ ὅλα αὐτά, τὸ εἴδαμε καὶ προηγουμένως, ὁ πόλεμος, δημιουργώντας ρήγματα στὸ σύνολο τῶν πολιτῶν, ἔμελλε νὰ εὐνοήσει τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ πολιτεύματος. Δυστυχῶς δὲν ἔχουμε παρὰ μακρινοὺς ἀπόηχους τῶν συζητήσεων πού δίχαζαν τότε τὴν κοινὴ γνώμη. Ὁ Θουκυδίδης, μέσα ἀπὸ τὴν ἱστόρησή του, δὲν κάνει μνεία παρὰ τῶν συζητήσεων μόνον τῶν σχετικῶν μὲ τὴ διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου, τουλάχιστον μέχρι τὸ ὄγδοο βιβλίο ὅπου τοποθετεῖται ἡ ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων τοῦ 411. Μόνο μὲ ἔμμεσο τρόπο μαντεύουμε τὴν ὕπαρξη συζητήσεων σχετικὰ μὲ τὴ μορφὴ τοῦ πολίτικου καθεστῶτος πού οἱ Ἕλληνες ἀποκαλοῦν «πολιτεία», ὅρος σύνθετος πού γενικὰ μεταφράζεται σὰν «πολίτευμα». Ἔτσι ὅμως περιορίζεται ἡ σημασία του, γιατί μὲ τὸν ὄρο «πολιτεία», ἔννοοῦσαν στὴν πραγματικότητα ὅλη τὴν ὀργάνωση τῆς πόλης, κι ὄχι μόνον τοὺς θεσμούς της. Τὸ θέατρο τῆς ἐποχῆς - τραγωδίες τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Εὐριπίδη, κωμωδίες τοῦ Ἀριστοφάνη - μᾶς ἄφηνει νὰ μαντεύουμε μὲ μερικοὺς ὑπαινιγμοὺς τὴ φύση αὐτῶν τῶν συζητήσεων. Ἀλλὰ εἶναι κυρίως μέσα ἀπό τους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ξενοφώντα, τῶν ὁποίων ἡ δράση τοποθετεῖται στὴ διάρκεια τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ πολέμου, κι ἐπίσης στοὺς λόγους πού ὁ Ξενοφῶν, στὰ Ἑλληνικά, ἀποδίδει στοὺς διάφορους πρωταγωνιστὲς τῆς δεύτερης ὀλιγαρχικῆς ἐξέγερσης, πού μπορεῖ κανεὶς νὰ μαντέψει ποιὰ ἦταν τὰ κύρια θέματα συζητήσεων. Μποροῦμε χονδρικὰ νὰ ποῦμε ὅτι ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς πού ἀσκοῦσαν κριτικὴ στὸ πολίτευμα, ὑπῆρχαν κι αὐτοὶ πού, ἂν καὶ ἀποδέχονταν τὶς ἀρχές του, ἐπέκριναν τὶς καταχρήσεις στὶς ὁποῖες κατέληγε ἡ κυριαρχία τοῦ «δήμου», κι αὐτοὶ πού συνειδητὰ θεωροῦσαν ὅτι μιὰ καὶ ὁ λαὸς ἦταν ἀπὸ τὴ φύση του κακὸς καὶ ἀμαθής, δὲν ἔπρεπε νὰ τοῦ παραχωροῦνται τὰ ἴδια δικαιώματα μὲ τοὺς ἀνθρώπους πού ἡ γέννησή τους κι ὁ πλοῦτος τους τοὺς ἔκαναν πιὸ ἱκανοὺς νὰ κυβερνοῦν καλὰ τὴν πόλη. Ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ κατὰ καιροὺς γιὰ τὴ διάκριση τῶν μὲν ἀπό τους δὲ οἱ ὅροι τῶν μετριοπαθῶν καὶ τῶν ἐξτρεμιστῶν. Αὐτό ὅμως παραποιεῖ κάπως τὴν πραγματικότητα καὶ παγιώνει ἀντιθέσεις πού δὲν ἦταν τόσο ξεκάθαρες. Θὰ τὶς διατηρήσουμε ὅμως γιὰ τὴν εὐκολία τῆς ἀνάλυσης. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ λοιπὸν οἱ «μετριοπαθεῖς». Ἀποδέχονταν τὴ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ δὲν εἶχαν κατὰ νοῦ νὰ τὸ ἀμφισβητήσουν a priori. Ἀλλὰ κατέκριναν τὴν αὐξανόμενη ἐπιρροὴ πού εἶχαν καταφέρει νὰ ἀποκτήσουν στὸν «δῆμο» οἱ πολιτικοὶ αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἄρχιζαν νὰ ἀποκαλοῦν «δημαγωγούς», καὶ πού, ἰσχυροὶ ἀπὸ τὴν ἐπίδραση πού ἀσκοῦσαν στὸν λαὸ χάρη στὰ ρητορικά τους ταλέντα, τὸν παρέσερναν σὲ μιὰ πολιτικὴ ὅλο καὶ πιὸ τυχοδιωκτική. Ἀπό τους πολιτικοὺς αὐτούς, ὁ πιὸ ἀξιοσημείωτος ἦταν ὁ Κλέων, πού μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Περικλῆ, κατηύθυνε στὴν πραγματικότητα καὶ μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 421 στὴν Ἄμφιπολη, τὴν ἀθηναϊκὴ πολιτική. Ὁ Πλούταρχος λέει γι’ αὐτὸν ὅτι: «Πρῶτος αὐτός, μιλώντας ἔβαζε τὶς φωνὲς κι ἄφηνε ἀνοικτό τὸ ἱμάτιό του, χτυπούσε μὲ τὴν παλάμη τοῦ τὸ μερί του καὶ πηγαινοερχόταν ἐνῶ μιλοῦσε. Ἔτσι παρέσυρε τοὺς πολιτικοὺς στὸ ἐπιπόλαιο ἐκεῖνο φέρσιμο καὶ τὴν περιφρόνηση γιὰ τὴν κοσμιότητα, γεγονὸς πού ἀργότερα τὰ ἔφερε ὅλα ἄνω-κάτω»[12]. Ὁ Ἀριστοφάνης, πού ὁ Κλέων ἦταν ὁ ἀγαπημένος του στόχος, τὸν παρουσιάζει στοὺς Ἱππῆς με τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς βάρβαρου δούλου πού κάνει ὅ,τι θέλει τὸν κύριό του, τὸν γέρο-Δῆμο μὲ εὐτελεῖς κολακεῖες. Ὁ κωμικὸς ποιητὴς θρηνοῦσε ἐπίσης καὶ γιὰ τὸ ὅτι τότε ἡ δημαγωγία, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ δήμου, εἶχε πέσει στὰ χέρια ἀνδρῶν πού ἀντλοῦσαν τὰ εἰσοδήματά τους ἀπὸ τὴν ἄσκηση δυσφημισμένων ἐπαγγελμάτων. Ἔτσι ὁ Κλέων χαρακτηριζόταν «δερματέμπορας» καὶ στοὺς Ἱππῆς ὁ παφλαγόνας δοῦλος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἕναν ἔμπορο ἀλλαντικῶν ἕτοιμο νὰ διεκδικήσει γιὰ λογαριασμὸ τοῦ τὴν εὔνοια τοῦ Γερο-Δήμου. Θὰ ὑπενθυμίσουμε ἀκόμη μιὰ φορὰ ὅτι οὔτε ὁ Κλέων οὔτε οἱ ἄλλοι «ἔμποροι» τοὺς ὁποίους χλευάζει ὁ Ἀριστοφάνης ἦταν ἄνθρωποι χαμηλῶν εἰσοδημάτων. Ἦταν πλούσιοι - ὁ Κλέων διέθετε ἕνα ἐργαστήριο μὲ πενήντα δούλους βυρσοδέψες - καὶ δὲν ξεχώριζαν κατὰ τίποτα στὸν τρόπο ζωῆς ἀπό τους ἀριστοκράτες πού πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς κυβερνοῦσαν τὴν πόλη. Ἀλλὰ δὲ μποροῦσαν νὰ περηφανεύονται γιὰ διάσημους προγόνους ὅπως ἄλλοτε ὁ Κίμων ἤ ὁ Περικλῆς. Καὶ κυρίως, κατάφεραν νὰ κάνουν πολιτικὴ σταδιοδρομία μιὰ ἐποχὴ πού στοὺς κόλπους τοῦ δήμου ὑπῆρχαν ἀνταγωνισμοὶ λόγῳ των συνεπειῶν τοῦ πολέμου. Ἐξ οὗ και ἡ προσφυγὴ στὶς «δραματικὲς» αὐτὲς μεθόδους πού περιγράφει ὁ Πλούταρχος γιὰ νὰ πείσουν τὸν λαὸ γιὰ τὸ ὀρθόν της πολιτικῆς πού ἐξεθείαζαν. Πρέπει ἄλλωστε νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι, ἀντίθετα μὲ ὅ,τι ἰσχυριζόταν ὁ Ἀριστοφάνης, δὲν ἦταν ἡ προέλευση τῆς περιουσίας τοῦ Κλέωνα πού ἐξηγοῦσε αὐτὴ τὴ νέα «δημαγωγικὴ» συμπεριφορά. Ὁ ’Ἀλκιβιάδης, γόνος παλαιᾶς ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας, κατέφευγε στὶς ἴδιες μεθόδους γιὰ νὰ κερδίσει τὴν εὔνοια τοῦ δήμου ἀντιμέτωπος μὲ ἕναν Νικία, ἰδιοκτήτη ἀνήλικων δούλων, πού ἀντίθετα ἐνσάρκωνε τὴν παραδοσιακὴ σωφροσύνη καὶ μετριοπάθεια.

Παράλληλα ὅμως μ’ αὐτό τὸ ρεῦμα πού, νοσταλγώντας τὸ παρελθόν, τὰ ἔβαλε πιὸ πολὺ μὲ τοὺς ἄνθρωπους παρὰ μὲ τοὺς θεσμούς, καὶ ἄρχιζε νὰ ἐκπονεῖ τὸν μύθο μίας «δημοκρατίας τῶν προγόνων», τὴν πάτριον πολιτείαν, μὲ τὴν ὅποια συνεδεαν τὰ φημισμένα ὀνόματα τοῦ Σόλωνα καὶ τοῦ Κλεισθένη, ὑπῆρχε κι ἕνα ρεῦμα καθαρὰ ἐχθρικὸ πρὸς τὶς ἴδιες τὶς ἀρχές της λαϊκῆς ἐξουσίας. Αὐτοί πού τὸ ἐπικαλοῦνταν συντελοῦσαν στὴ δημιουργία ἑνός ἄλλου μύθου, τοῦ μύθου τῆς σπαρτιατικῆς εὐνομίας, τῆς καλῆς ὀργάνωσης πού ὀφειλόταν στὸν θρυλικὸ νομοθέτη Λυκοῦργο. Ὁ Ἡρόδοτος εἶχε ἤδη κάνει μνεία γι’ αὐτή, ἀλλὰ εἶναι κυρίως στὰ χρόνια του πολέμου πού τὸ «σπαρτιατικὸ ὅραμα» ἀρχίζει νὰ παίρνει σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ ἡ πολιτεία τῶν Λακεδαιμονίων παρουσιάζεται σὰν ὑπόδειγμα. Δυστυχῶς χάθηκε ἡ Λακεδαιμονίων Πολιτεία τοῦ Κριτία, ἑνός τῶν Τριάκοντα, πού ἦταν ἐπιπλέον θεῖος τοῦ Πλάτωνα καὶ φίλος του Σωκράτη. Ἀλλὰ ἔχουμε τὸ ἔργο τοῦ Ξενοφώντα, στὸ ὁποῖο ἐκφράζονται οἱ κύριες ἀπόψεις αὐτῆς της λακωνοφιλίας τὴν ὁποία εἶχαν μερικοὶ Ἀθηναῖοι. Αὐτό πού θαύμαζαν στοὺς Σπαρτιάτες, ἦταν πρωτίστως ἡ πειθαρχία τους, ὁ σεβασμός τους πρὸς τοὺς νόμους, μιὰ παιδεία ἐντελῶς στραμμένη πρὸς τὸν πόλεμο, ἡ ἀπόρριψη τοῦ ξένου καὶ τῶν ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων, φορέων διαφθορᾶς, καὶ τέλος, τὸ κύρος τοῦ ὁποίου ἔχαιραν οἱ Γέροντες, οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἔφοροι ἀπέναντι σ’ ἕναν δῆμο πού οἱ συνελεύσεις του ἦταν χωρὶς πραγματικὴ ἐξουσία. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πόσο παράδοξο ἦταν γιὰ τοὺς Ἀθηναίους νὰ ἐπαινοῦν τὴ Σπάρτη, νὰ θεωροῦν τὸ πολίτευμά της σὰν ὑπόδειγμα, ἐνῶ ἡ πόλη τους ἦταν σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση μὲ τοὺς Λακεδαιμονίους. Καὶ καταλαβαίνει ἐπίσης κανεὶς γιατί μὲ ἀφορμὴ ἀκριβῶς τὶς σοβαρὲς ἧττες πού ὑπέστη ἡ Ἀθήνα ἐπεχείρησαν οἱ ὀλιγαρχικοὶ καὶ μάλιστα δύο φορὲς νὰ γίνουν κύριοί της πόλης.

Κανένας τους ὅμως, μετριοπαθὴς ἤ ἐξτρεμιστής, δὲν σκεφτόταν πραγματικὰ νὰ εἰσαγάγει στὴν Ἀθήνα τὸ σπαρτιατικὸ πολίτευμα ὅσο κι ἂν τὸ εἶχε ἐξιδανικεύσει. Καὶ μόνο τὸν ἑπόμενο αἰώνα, στὰ οὐτοπιστικὰ οἰκοδομήματα ἑνὸς Πλάτωνα, ξαναβρίσκουμε τὸν ἀπόηχό του. Πιὸ πεζά, οἱ πολέμιοι τῆς δημοκρατίας, χωρὶς νὰ ἔχουν ἕνα συγκεκριμένο «πρόγραμμα», θεωροῦσαν κάποια μέτρα ἱκανὰ νὰ ἐπαναφέρουν στὴν πόλη τὴν παλιά της ἰσορροπία. Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ μέτρα αὐτὰ ἀφοροῦσαν σ’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τούς θεσμούς. Τὸ βαλλόμμενο ὄργανο ἦταν τὸ δημοκρατικὸ συμβούλιο τῶν Πεντακοσίων πού εἶχε θεσμοθετηθεῖ ἀπὸ τὸν Κλεισθένη καὶ τοῦ ὁποίου τὰ μέλη ἐκλέγονταν διὰ κλήρου κάθε χρόνο. Ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν εἴτε μὲ ἕνα συμβούλιο πιὸ περιορισμένο καὶ κυρίως διαφορετικὰ ἐπανδρωμένο, εἴτε νὰ θέσουν ἐπικεφαλῆς του μιὰ ἐπιτροπὴ προβούλων, ἀρχόντων ἐξουσιοδοτημένων νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχο στοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμούς. Ἡ κατάργηση τῶν μισθῶν, τῶν ἀμοιβῶν γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα, ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς της συρρίκνωσης τῶν ἐξουσιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἄλλα μέτρα πού ἐξετάσθηκαν εἶχαν πιὸ σοβαρὴ σημασία: ἀποσκοποῦσαν στὸ νὰ μειώσουν τὸν ἀριθμό αὐτῶν πού «συμμετεῖχαν στὴν πολιτεία», ἤ μὲ ἄλλα λόγια ἀπολάμβαναν πλήρων πολιτικῶν δικαιωμάτων. Τὸ κριτήριο ἀποκλεισμοῦ δὲν ἦταν καθορισμένο μὲ ἀκρίβεια. Στὴν πραγματικότητα ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ κάθε πολιτικὴ δραστηριότητα αὐτούς πού δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἔνταχθουν στὴν τάξη τῶν ὁπλιτῶν, δηλαδὴ γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε κι ἐμεῖς τὴν ἔκφραση πού ὁ Ξενοφῶν ἀποδίδει στὸν Θηραμένη - ἕναν ἀπό τους ἐκπροσώπους τοῦ ὄλιγαρχικοῦ αὐτοῦ ρεύματος - αὐτούς πού δὲν ἦταν σὲ θέση «νὰ ὑπερασπίσουν τὴν πόλη εἴτε μὲ τὸ ἄλογό τους, εἴτε μὲ τὴν ἀσπίδα τους». Μὲ ἄλλα λόγια τὸ πλῆθος τῶν θητῶν, τοὺς πολίτες τῆς τελευταίας τάξης πού ὑπηρετοῦσαν στὸν στόλο καὶ ἀντιπροσώπευαν τὸ πιὸ δραστήριο τμῆμα τοῦ δήμου. Τὸ 411, οἱ ὀλιγαρχικοὶ ἀποτίμησαν σὲ πέντε χιλιάδες τὸν ἄριθμο αὐτῶν πού θὰ ἐξασφάλιζαν τὴ διατήρηση τῆς πόλης καὶ τὸ 404, σὲ τρεῖς χιλιάδες μόνο. Στὴν πραγματικότητα, ξέρουμε ὅτι τὸ 411 ἡ καθιέρωση τοῦ «καταλόγου» τῶν «ἐνεργῶν» πολιτῶν καταλήγει στὴν ἐγγραφή ἐννέα χιλιάδων ὀνομάτων, ἀριθμός πού ἀντιστοιχεῖ σ’ αὐτό πού θὰ ’πρεπε νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα κατὰ τὴν τελευταία περίοδο τοῦ πολέμου τὸ σύνολο τῶν πολιτῶν τῶν τριῶν πρώτων τάξεων. Ἀλλὰ τὸ κριτήριο τῆς ἱκανότητας πρὸς ὁπλισμὸν δὲν ἦταν τὸ μόνο πού προβαλλόταν ἀπὸ τοὺς ὑπέρμαχους μίας λίγο πολὺ κλειστῆς ὀλιγαρχίας. Οἱ «μετριοπαθεῖς» προέβαλλαν ἕνα ἄλλο: τὴν κατοχὴ περιουσίας. Κι αὐτό γιὰ νὰ ἀξιοποιήσουν τὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν κατοχὴ γῆς καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτη, πού σὲ πολλὲς πόλεις ἦταν ἀκόμη ἄρρηκτα συνδεδεμένες. Ἐνῶ στὴν Ἀθήνα, παρόλο πού μόνον ὁ πολίτης μποροῦσε νὰ ἔχει δικαίωμα στὴν κτηματικὴ ἰδιοκτησία, ἐν τούτοις μποροῦσε κανεὶς νὰ εἶναι πολίτης χωρὶς νὰ κατέχει κτήματα. Ἀμέσως μετὰ τὴ δεύτερη ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας, ἕνας ἀπό τους «μετριοπαθεῖς» αὐτούς, κάποιος Φορμίσιος, πρότεινε νὰ ἔχουν πλήρη πολιτικὰ δικαιώματα μόνον οἱ κάτοχοι γῆς. Ἡ πρόταση ἀπορρίφθηκε, ἀλλά ἂν εἶχε γίνει ἀποδεκτή, πέντε χιλιάδες Ἀθηναῖοι θὰ εἶχαν στερηθεῖ τὰ πολιτικά τους δικαιώματα. Ἄν θυμηθοῦμε ὅτι ὑπῆρχαν τότε περίπου τριάντα χιλιάδες πολίτες, βλέπουμε ὅτι τὸ κριτήριο ἦταν λιγότερο περιοριστικὸ ἀπὸ ὅ,τι αὐτό της ἱκανότητας πρὸς ὁπλισμό. Προβλημάτιζε ὅμως αὐτούς πού, σὰν τὸν ποιητὴ Ἀριστοφάνη, δὲν κατηγοροῦσαν τόσο τὸ καθεστὼς ὅσο τὴν ἔκπτωσή του καὶ πού στήριζαν τὴν ἐλπίδα σὲ μιὰ ἀναγεννημένη δημοκρατία ἀπὸ τὴν τάξη τῶν χωρικῶν, εὐχόμενοι τὴν ἐγκαθίδρυση ἑνός πολιτεύματος πού ἕνας νεότερος ὀνόμασε «ἡ δημοκρατία τῶν χωρικῶν».

Δὲν θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ μιλήσουμε, μὲ ἄφορμη αὐτά τὰ διαφορετικὰ ρεύματα σκέψης, γιὰ ἀληθινὰ πολιτικὰ «προγράμματα». Ἐπρόκειτο κυρίως γιὰ ζητήματα πού συζητιόντουσαν στοὺς πολιτικοὺς κύκλους τοὺς ὁποίους ἀνησυχοῦσε ὁ ὅλο καὶ πιὸ ριζοσπαστικὸς χαρακτήρας τῆς δημοκρατίας, ἀλλὰ ἐπίσης κι οἱ συνεχεῖς ἀποτυχίες τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτικῆς. Νὰ μειώσουν τὴν παντοδυναμία τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς πιὸ φτωχοὺς ἤ αὐτούς πού δὲν εἶχαν γῆ ἀπὸ τὶς πολιτικὲς ἀποφάσεις, αὐτοί ἦταν οἱ προβληματισμοὶ πού ὤθησαν τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτούς νὰ πάρουν ἐνεργὸ μέρος στὶς δύο ὀλιγαρχικὲς ἐξεγέρσεις τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰώνα. Ὅμως ἡ δημοκρατία εἶχε τεθεῖ ὑπὸ ἀμφισβήτηση, μὲ δραστικότερο μάλιστα τρόπο, καὶ ἀπὸ μικρὲς ὁμάδες νέων ἀνδρῶν, ἀριστοκρατικῆς γενικὰ προέλευσης, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσαν τὰ μαθήματα αὐτῶν τῶν συχνὰ ξενικῆς καταγωγῆς δασκάλων, πού εἶχαν ἔρθει νὰ διδάξουν στὴν Ἀθήνα, τῶν λεγόμενων σοφιστῶν.

 

 

Ἡ κίνηση τῶν σοφιστῶν

 

Ἡ κίνηση τῶν σοφιστῶν ἐμφανίζεται ὡς ἕνα ρεῦμα τῆς ἑλληνικῆς σκέψης πού ἀναπτύχθηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ του 5ου αἰώνα. Ἔχοντας κληρονομήσει τὴ ρασιοναλιστικὴ παράδοση τῶν Ἰώνων, ἔμελλε νὰ ἐφαρμόσει στὸν στοχασμὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία τὴν τεχνική τῆς γεννημένης ἀπὸ τὴν πολιτικὴ πείρα διαλεκτικῆς. Δυστυχῶς γνωρίζουμε πολὺ λίγο τὰ ἔργα τῶν κυριότερων σοφιστῶν, πού δὲ μᾶς ἔχουν φθάσει παρὰ ὑπὸ μορφὴν ἀποσπασμάτων ἡ μέσα ἀπὸ τὰ λόγια πού ὁ Πλάτων ἀποδίδει σὲ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτούς. Ξενικῆς γενικὰ καταγωγῆς - ὁ Πρωταγόρας ἦταν ἀπὸ τὰ Ἄβδηρα, ὁ ’Ἰππίας ἀπὸ τὴν Ἤλιδα, ὁ Γοργίας ἀπό τους Λεοντίνους - πληρώνονταν πανάκριβα γιὰ τὰ μαθήματά τους, καὶ δὲν εἶναι ἐδῶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀσήμαντες κατηγορίες πού διατυπώνει ἐναντίον τοὺς ὁ Πλάτων. Ἀλλὰ οἱ συζητήσεις ἀνάμεσα σ’ αὐτούς καὶ τοὺς νεαροὺς Ἀθηναίους τῶν καλυτέρων οἰκογενειῶν πού περιστοίχιζαν τὸν Σωκράτη, συζητήσεις πού μᾶς μεταφέρει ὁ Πλάτων, μαρτυροῦν ὅτι αὐτὰ τὰ μαθήματα εἶχαν μεγάλη προσέλευση κι ὅτι τὸ πέρασμα διάσημων σοφιστῶν ἀπὸ τὴν πόλη πού τότε ἦταν τὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς πνευματικῆς ζωῆς προκαλοῦσε τὸ ἐνδιαφέρον καὶ πολλὲς φορὲς τὸν ἐνθουσιασμό. Στὴν ἀρχή τοῦ Πρωταγόρα, ὁ Σωκράτης διηγεῖται σ’ ἕναν φίλο πῶς ἕνας νεαρός, ὁ Ἱπποκράτης, καταταραγμένος ἀπὸ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Πρωταγόρας μόλις εἶχε φθάσει στὴν Ἀθήνα, τὸν ξύπνησε πρωΐ-πρωΐ καὶ τοῦ εἶπε: «Γιατί ἐγὼ καὶ πολὺ νέος εἶμαι καὶ οὔτε εἶδα ποτέ μου τὸν Πρωταγόρα οὔτε τὸν ἀκόυσα· τὴν πρώτη φορὰ πού ἦρθε ἐδῶ, ἤμουν ἀκόμη παιδί. Ὅλοι ὅμως, Σωκράτη, τὸν ἐπαινοῦν καὶ λένε πώς εἶναι πολὺ ἱκανὸς νὰ μιλᾶ· τί καθόμαστε λοιπὸν καὶ δὲν πηγαίνουμε νὰ τὸν βροῦμε, πρὶν βγεῖ; Ὅπως ἄκουσα μένει στοῦ Καλλία, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἱππονίκου». Λίγο πιὸ κάτω, ὁ Σωκράτης περιγράφει ἔτσι τὴν κοσμοσυρροὴ πού εἶχε προκαλὲσει ἡ παρουσία τοῦ Πρωταγόρα στὸ σπίτι τοῦ Καλλία: «Ἅμα μπήκαμε, βρήκαμε τὸν Πρωταγόρα νὰ περπατᾶ στὸ ὑπόστεγο· κοντὰ του περπατοῦσαν ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ὁ Καλλίας τοῦ Ἱππονίκου καὶ ὁ ἑτεροθαλὴς ἀδελφός του, ὁ Πάραλος τοῦ Περικλῆ ὁ γιὸς κι ὁ Χὰρμίδης τοῦ Γλαύκωνα· ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ ἄλλος γιὸς τοῦ Περικλῆ ὁ Ξάνθιππος κι ὁ Φιλιππίδης τοῦ Φιλομήλου κι ὁ Ἀντίμοιρος ὁ Μενδαῖος, ὁ πρῶτος ἀπό τους μαθητὲς τοῦ Πρωταγόρα, αὐτὸς πού πάει γιὰ τέχνη, γιὰ νὰ γίνει σοφιστής. Ὅσο γιὰ κείνους πού ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ πίσω καὶ ἄκουαν ὅ,τι λεγόταν, οἱ περισσότεροί τους φαίνονταν ξένοι· εἶναι αὐτοὶ πού παίρνει μαζί του ὁ Πρωταγόρας ἀπὸ ὅσες πόλεις περνᾶ· τοὺς γοητεύει μὲ τὴ φωνή του, ἄλλος Ὀρφέας, κι αὐτοί, μαγεμένοι, ἀκολουθοῦν τά ἴχνη τῆς φωνῆς του· ἦταν ὅμως καὶ μερικοὶ ἐντόπιοι στὸν «χορό»[13] .

Σὲ τί ὀφειλόταν αὐτὸς ὁ ἐνθουσιασμὸς κι αὐτός ὁ ἀσυγκράτητος θαυμασμός; Κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ σοφιστὲς παρουσιάζονταν σὰν κάτοχοι μίας γνώσης τὴν ὁποία ἦταν ἱκανοὶ νὰ μεταδώσουν στοὺς ἀκροατές τους, μίας γνώσης πού μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψει σ’ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους νὰ ἀντιμετωπίσουν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ κατὰ συνέπεια νὰ κάνουν μιὰ λαμπρὴ πολιτικὴ σταδιοδρομία. Στὸν Σωκράτη πού τὸν ρωτάει γιὰ τὸ ἀντικείμενο τῆς διδασκαλίας του, ὁ Γοργίας ἀπαντᾶ πώς εἶναι «ἡ ρητορική». Ὅσο γιὰ τὸν Πρωταγόρα, ἰσχυρίζεται ὅτι μπορεῖ νὰ διδάξει στοὺς νέους τὴν «σωφροσύνη» ἡ ὁποία θὰ τοῦ δείξει «γιὰ τὰ δικά του, πῶς θὰ κυβερνᾶ ἄριστα τὸ σπίτι του, καὶ γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς πόλης, πῶς θὰ γίνει ἰκανότατος νὰ τὴν κατευθύνει καὶ μὲ τὶς πράξεις καὶ μὲ τοὺς λόγους του»[14].

Ἀλλὰ ἂν οἱ σοφιστὲς δὲν ἦταν παρὰ διδάσκαλοι ρητορικῆς, δὲν θὰ εἶχαν προκαλέσει οὔτε τόσο ἐνθουσιασμὸ στοὺς φιλόδοξους νέους, οὔτε κυρίως τόσο μίσος στοὺς ἀντιπάλους τους. Πράγματι φαίνεται ὅτι ἡ διδασκαλία τους πρόσβαλλε τὴν παράδοση, ἀφοῦ κήρυττε τὴ σχετικότητα καὶ τὸν ἀμιγῶς περιστασιακὸ χαρακτήρα τῶν κανόνων πού ρύθμιζαν τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ἡ διακήρυξη αὐτὴ τῆς σχετικότητας καὶ τῆς ἀνθρώπινης προέλευσης τῶν «νόμων» ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μὲ τὴν παραδοσιακὴ ἀντίληψη πού τοὺς ἀπέδιδε σὲ πρωτοβουλία τῶν θεῶν. Καθιστοῦσε μονομιᾶς δυνατὸ κάτι πού ἦταν ἀδιανόητο καὶ ἄγγιζε τὴν ἱεροσυλία: τὴν ἀμφισβήτηση δηλαδὴ τῆς ἴδιας της φύσης τῶν θεῶν, τοὺς ὁποίους μάλιστα μερικοὶ σοφιστὲς ἔφθαναν στὸ σημεῖο νὰ ἐμφανίσουν σὰν δημιουργήματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης.

Πρέπει ὅμως νὰ εἴμαστε ἐπιφυλακτικοί, ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴν κίνηση τῶν σοφιστῶν, καὶ νὰ μὴν τὴ φανταζόμαστε σὰν ἕνα διαμορφωμένο ἰδεολογικὸ σύστημα. Ἂν ὅλοι οἱ σοφιστὲς ἐντάσσονται στὴν ἴδια ἀμφισβήτηση τῆς παράδοσης, ὑπάρχουν ἀνάμεσά τους λεπτὲς ἀποχρώσεις πού δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ τὶς ἀγνοήσουμε. Καὶ κυρίως πρέπει νὰ ξεχωρίσουμε τὸν Ἀβδηρίτη Πρωταγόρα, πού ὑπῆρξε ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται ἕνας ἀπό τους οἰκείους τοῦ Περικλῆ - εἴδαμε ὅτι στὸν διάλογο πού φέρει τὸ ὄνομά του, ὁ Πλάτων ἀναφέρει τοὺς δυὸ γιοὺς τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν του - καὶ τοῦ ὁποίου ἡ σκέψη μᾶς εἶναι κατὰ κάποιον τρόπο λιγότερο ἄγνωστη, γιατί ὁ Πλάτων, πού τοῦ εἶχε μιὰ κάποια ἐκτίμηση, δὲν τὸν ἔχει ἐξευτελίσει κατατάσσοντας τὸν στὴ σειρὰ τῶν κάπως γελοίων ἀνδρεικέλων, ὅπως κάνει γιὰ τὸν Ἱππία ἤ γιὰ τὸν Γοργία. Στὸν Πρωταγόρα, τοῦ ἀποδίδει μιὰ μακρὰ ἀφήγηση, ἕναν μύθο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ σοφιστὴς ἐξηγοῦσε πῶς οἱ ἄνθρωποι εἶχαν φτάσει νὰ ζοῦν σὲ κοινωνία μετὰ τὴν παράδοση ἀπὸ τὸν Ἑρμῆ τοῦ δώρου τοῦ Δία, τῆς πολιτικῆς σύνεσης, πού βασιζόταν στὸν σεβασμὸ καὶ τὴ δικαιοσύνη. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ σύνεση πού ἐπέτρεψε μιὰ τέτοια ἀνθρώπινη δημιουργία σὰν τὴν πόλη, κι αὐτὴ πρέπει νὰ διδαχθεῖ στοὺς ἀνθρώποὺς γιὰ νὰ κυβερνῶνται καλὰ οἱ πόλεις. Ἀλλὰ ἡ πρωτοτυπία τῆς σκέψης τοῦ Πρωταγόρα, εἶναι ὅτι γι’ αὐτόν, κάθε ἄνθρωπος, ὅποιος κι ἂν εἶναι, μπορεῖ νὰ φτάσει σ’ αὐτήν τὴ σύνεση: «Ὅτι λοιπόν», συνεπέραινε ὁ Πρωταγόρας ἀπευθυνόμενος στὸ Σωκράτη, «σωστὰ δέχονται οἱ συμπολίτες σου καὶ τὸν χαλκιὰ καὶ τὸν σκυτοτόμο νὰ δίνουν γνώμη γιὰ τὰ θέματα τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς, καὶ ὅτι πιστεύουν πώς ἡ ἀρετή διδάσκεται καὶ μαθαίνεται, σοῦ ἀπέδειξα, Σωκράτη, ἱκανοποιητικά, ὅπως μοῦ φαίνεται»[15]. Ὁ Πρωταγόρας, ὅπως βλέπουμε, ἐντασσόταν κατευθείαν στὴ γραμμὴ τῆς δημοκρατικῆς σκέψης πού δεχόταν ὅτι ὁ καθένας, ἀκόμα κι ὁ πιὸ ταπεινός, εἶχε πάρει τὸ μερίδιό του ἀπὸ τὸ θεϊκὸ δῶρο, τὴν πολιτικὴ αὐτὴ σύνεση ἑπομένως, πού δικαιολογοῦσε τὴν κυριαρχία τῶν πολλῶν.

Σ’ ἕναν ἄλλο διάλογο τοῦ Πλάτωνα, τὸν Θεαίτητο, ὁ Πρωταγόρας ἔθετε τὴν ἀρχή ὅτι οἱ γνώσεις δὲν εἶναι παρὰ ἀποτέλεσμα τῶν αἰσθήσεων[16], καὶ ὅτι γι’ αὐτό, δὲν ὑπάρχουν ἀπόλυτες ἀλήθειες, παρὰ σχετικὲς ἀλήθειες, γνῶμες (δόξαι)· Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι πού τὸν ὁδήγησε νὰ διακηρύξει τὴν περίφημη αὐτή ρήση πού τοῦ ἀποδίδει ἡ παράδοση: «οἱ θεοί, δὲν μπορῶ νὰ ξέρω ἂν ὑπάρχουν ἤ ἂν δὲν ὑπάρχουν, οὔτε μὲ τί μοιάζουν, γιατί ὑπάρχουν πολλὰ ἐμπόδια γιὰ μιὰ τέτοια γνώση, ἡ ἔλλειψη βεβαιότητας καὶ συνάμα ἡ μικρὴ διάρκεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς»[17], κυρίως ὅμως «ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων, ἐκείνων πού ὑπάρχουν ὅτι ὑπάρχουν, ἐκείνων πού δὲν ὑπάρχουν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν»[18], ρήση στὴν ὁποία θὰ πρέπει νὰ προσδώσουμε μιὰ σημασία καθαρὰ πολιτικὴ καὶ πού στοχεύει στὴν αἰτιολόγηση τῆς ἀντιληψης αὐτῆς γιὰ τὴ σχετικότητα τῶν ἀνθρώπινων νόμων.

Ὁ Πρωταγόρας στήριζε τὴ σχετικότητα αὐτὴ στὸ θεϊκὸ μέρος πού κάθε ἄνθρωπος εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν Δία. Γι’ αὐτό, ἂν σὲ κάθε πόλη οἱ νόμοι θεσπίζονταν μὲ βάση τὸ συμφέρον ὅλων, ὁ κάθε πολίτης, ὅποια κι ἂν ἦταν ἡ προσωπική του γνώμη, ὄφειλε, μὲ τὴ στάση του νὰ μὴν ἀντιτίθεται στὴν κοινὴ βούληση πού ἐκφραζόταν μὲ τοὺς νόμους. Ὅμως, ἄλλοι σοφιστές, ξεκινώντας ἀπό τους ἴδιους συλλογισμούς, κατέληγαν σὲ ἐντελῶς ἄλλα συμπεράσματα. Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε παρὰ ἡ ἀλήθεια τῆς κάθε γνώμης, ἡ κάθε γνώμη ἦταν δικαιολογημένη, ἀρκεῖ νὰ διατυπωνόταν μὲ πειστικὸ τρόπο. Καὶ ἡ τεχνική τῆς πειθοῦς μποροῦσε νὰ φτάσει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐπιτρέπει τὴ βεβαιότητα γιὰ κάποιο πράγμα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἀντίθετό του τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ νὰ ὠθεῖ τὸν συλλογισμὸ μέχρι τὸν παραλο- γισμό. Πολιτικά, οἱ συνέπειες αὐτῆς της σχετικότητας ἦταν ἀκόμη πιὸ σοβαρές, γιατί ἐπέτρεπε νὰ ἀμφισθητοῦνται οἱ παραδοσιακὲς ἀξίες τῆς πόλης καὶ νὰ δικαιολογεῖται στὸ ὄνομα τῆς φύσης ἡ ὑπεροχὴ τῆς δύναμης ἔναντί του νόμου. Αὐτό κάνει ὁ Καλλικλῆς στὸν Γοργία τοῦ Πλάτωνα. Ἄφοῦ δήλωσε ὅτι «ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ ταῦτα εἶναι ἐναντία πρὸς ἄλληλα, δηλαδὴ ἡ φύσις καὶ ὁ νόμος», ἀναφωνεῖ: «ἀλλά οἱ νομοθετοῦντες, νομίζω, εἶναι οἱ ἀδύνατοι ἄνθρωποι καὶ ὁ ὄχλος. Πρὸς τὸ συμφέρον λοιπὸν τὸ δικό τους καὶ νομοθετοῦν καὶ ἐπαινοῦν καὶ ψέγουν ἐμποδίζοντας μὲ τὸν φόβο τοὺς δυνατοὺς καὶ ρωμαλέους νὰ πλεονεκτοῦν, γιὰ νὰ μὴ ἔχουν περισσότερα ἀπὸ αὐτοὺς λέγουν ὅτι εἶναι ἄσχημο καὶ ἄδικο τὸ νὰ ἔχει κανεὶς περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀδικία δηλαδὴ νὰ ζητεῖ κανεὶς νὰ ἔχει περισσότερα ἀπό τους ἄλλους, γιατί εἶναι εὐχαριστημένοι, νομίζω, αὐτοί, ἂν ἔχουν ἴσα μὲ τοὺς δυνατούς, ἐνῶ εἶναι κατώτεροι ἀπὸ αὐτούς»[19]. Ἡ διακήρυξη τῆς σχετικότητας τῶν νόμων κατέληγε ἔτσι ὄχι μόνο στὴν ἀμφισβήτηση ὅλων τῶν ἀξιῶν, ἀλλά, ἐν ὀνόματι τῆς φύσης, καὶ στὴν ἄρνηση ἀκόμη τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητας πού ἦταν ἡ ἴδια ἡ βάση τῆς δημοκρατίας. Ὁ Καλλικλῆς εἶναι δίχως ἄλλο φανταστικὸ πρόσωπο. Ἀλλὰ τὰ λόγια πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Πλάτων ἦταν αὐτά πού ὑποστήριζαν κι οἱ σοφιστὲς τῆς δεύτερης γενεᾶς, ὅπως ὁ Ἀθηναῖος Ἀντιφῶν ἡ ὁ Χαλκηδόνιος Θρασύμαχος. Ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ πρώτου Περὶ Ἀληθείας διαθέτουμε κάποια ἀποσπάσματα, ὅπως αὐτό πού ἀρχίζει ἔτσι: «Εἶναι πολὺ χρήσιμο νὰ συμπεριφέρεται κανεὶς σωστὰ - δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους - ὅταν ἔχει μάρτυρες τῆς συμπεριφορᾶς του, ἀλλὰ ὅταν δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνο νὰ ἀνακαλυφθεῖ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι σωστός»[20]. Γιὰ τὸν Ἀντιφώντα, ὅπως καὶ γιὰ τὸν Καλλικλῆ, οἱ νόμοι εἶναι συμβάσεις πού ἔχουν συναφθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ρυθμίζουν τὶς σχέσεις τους. Μποροῦν λοιπὸν νὰ τροποποιοῦνται ἀτιμωρητὶ ἀπὸ αὐτοὺς πού δὲν συμμετέχουν στὸ «κοινωνικὸ συμβόλαιο» ἤ πού δὲν ἀποδέχονται τοὺς ὅρους του. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τοὺς «φυσικοὺς νόμους» πού δὲν μποροῦν νὰ τροποποιοῦνται, γιατί ἔτσι θὰ παραβιαζόταν ἡ τάξη τῆς φύσης.

Γιὰ τὸν Θρασύμαχο ἀπὸ τὴ Χαλκηδόνα, δὲν γνωρίζουμε - ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα σύντομο ρητορικὸ ἀπόσπασμα - παρὰ τὰ λόγια πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Πλάτων στὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Πολιτείας. Κι αὐτὸς διακηρύττει ὅτι «τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι τὸ δίκαιο παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἰσχυροτέρου» καὶ γιὰ τὴ σχετικότητα τοῦ νόμου-σύμβαση, βγάζει τὸ συμπέρασμα ὅτι «κάθε κυβέρνηση βάζει τοὺς νόμους σύμφωνα μὲ τὸ συμφέρον της, ἡ δημοκρατία δημοκρατικούς, ἡ βασιλεία μοναρχικοὺς καὶ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο κι οἱ ἄλλες. Καὶ ἀφοῦ ἅπαξ τοὺς βάλουν, ὁρίζουν πώς αὐτὸ εἶναι δίκαιο γιὰ τοὺς ὑπηκόους, ἐκεῖνο δηλαδὴ πού συμφέρει στὸν ἑαυτό τους, καὶ ὅσοι τολμήσουν νὰ τὸ παραβοῦν, τοὺς τιμωροῦν ὡς παρανόμους καὶ ἄδικους. Αὐτό λοιπὸν εἶναι, σοφολογιότατέ μου, πού λέγω ὅτι σὲ ὅλες τὶς πόλεις, εἶναι τὸ ἴδιο τὸ δίκαιο, δηλαδὴ τὸ συμφέρον ἐκείνου πού ἔχει τὴν ἐξουσία στὰ χέρια του»[21].

Τέτοιου εἴδους διατυπώσεις μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ καταλάβουμε τὴ σημασία πού μπόρεσε νὰ ἔχει, στὸ ταραγμένο κλίμα τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰώνα, ἡ διδασκαλία τῶν σοφιστῶν. Καὶ πῶς, μὲ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν ποικιλία τῶν ἐκπεφρασμένων γνωμῶν, μπόρεσε νὰ πυροδοτήσει τὶς πολιτικὲς ἔριδες. Γιατί ἡ σοφιστικὴ δεινότης μποροῦσε ἐξίσου καλὰ νὰ τεκμηριώσει - τὸ εἴδαμε μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ Πρωταγόρα - καὶ τὸν δημοκρατικὸ λόγο ἄλλα καὶ τὸν λόγο τῶν ἀντιπάλων τοῦ καθεστῶτος. Καὶ θὰ θυμόμαστε ὅτι ἡ παράδοση περιελάμθανε στοὺς σοφιστὲς καὶ τὸν ἄθηναῖο Κριτία, θεῖο τοῦ Πλάτωνα, ἀλλά κι ἕναν ἀπό τους Τριάκοντα τοῦ 404, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε ἕνα ἐξαιρετικὸ κείμενο γιὰ τὴ φύση τῶν νόμων καὶ τὴν προέλευση τῶν θεῶν πού πάει πέραν αὐτῶν πού διακήρυτταν ἕνας Καλλικλῆς ἤ ἕνας Θρασύμαχος: «Ἦταν μιὰ ἐποχή», βάζει νὰ λέει ἕναν ἀπό τους πρωταγωνιστὲς τοῦ ἔργου του μὲ τὸν τίτλο Σίσυφος, «κατὰ τὴν ὁποία ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἦταν χωρὶς ὀργάνωση κι ἐλεγχόταν ἀπὸ τὴν κτηνώδη δύναμη, ὅπως ἀκριβῶς κι ἡ ζωὴ τῶν ἄγριων θηρίων. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν τότε οὔτε ἀνταμοιβὴ γιὰ τοὺς καλούς, οὔτε τιμωρία γιὰ τοὺς κακούς. Ἔπειτα, οἱ ἄνθρωποι συνέλαβαν τὴν ἰδέα νὰ ἐπιβάλουν νόμους σὰν μέσο τιμωρίας, ὥστε νὰ ἐπικρατήσει πιὰ ἡ δικαιοσύνη καὶ νὰ ἐκλείψει ἡ βία. Ἂν κάποιος ἔσφαλλε, τὸν τιμωροῦσαν. Ἀλλὰ καθὼς οἱ νόμοι τιμωροῦσαν μόνο τὶς φανερὲς πράξεις βίας, οἱ ἄνθρωποι συνέχισαν νὰ διαπράττουν τὰ ἐγκλήματά τους κρυφά. Τότε νομίζω πώς ἕνας ἀποφασιστικὸς καὶ διορατικὸς ἄνθρωπος, διέκρινε ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὴν ἀνάγκη νὰ βρεθεῖ κάποιος προληπτικὸς τρόπος πού θὰ εἶχε ἀποτέλεσμα ὄχι μόνον ὅταν διὲπρατταν κρυφὰ ἐγκληματικὲς πράξεις, ἀλλά ἀκόμα κι ὅταν διενοοῦντο νὰ τὶς διαπράξουν. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἡ ἰδέα τοῦ θείου, ἑνὸς θεοῦ πάντοτε δυναμικοῦ καὶ δραστήριου, πού ἄκουγε κι ἔβλεπε ἐν εἴδει πνεύματος ὅ,τι κάνουν καὶ λένε οἱ ἄνθρωποι. Αὐτή λοιπὸν ὑπῆρξε ἡ προέλευση τῆς πίστης στοὺς θεοὺς ὅπως ἐπίσης καὶ τῆς ὑπακοῆς στοὺς νόμους» (DK 88 Β 25).

Μερικὰ γεγονότα πού διαδραματίσθηκαν τὶς παραμονὲς τῆς ἐκστρατείας τῆς Σικελίας μαρτυροῦν ὅτι τὶς ἰδέες τοῦ Κριτία γιὰ τοὺς θεοὺς της συμμερίζονταν νεαροὶ ἀθηναῖοι ἀριστοκράτες, μαθητὲς τῶν σοφιστῶν. Συνέβη, μερικὲς μέρες πρὶν τὴν ἀναχώρηση τοῦ στόλου, ὁ ἀκρωτηριασμὸς τῶν Ἑρμαϊκῶν στηλῶν, αὐτῶν τῶν πέτρινων ὁρίων πού στὸ πάνω μέρος τοὺς εἶχαν τὴν κεφαλὴ τοῦ θεοῦ καὶ ἦταν τοποθετημένα στὰ σταυροδρόμια καὶ μπροστὰ στὰ σπίτια. Ἦταν κυρίως καὶ οἱ ἀποκαλύψεις κάποιων δούλων πού ὑποβλήθηκαν σὲ βασανιστήρια, ὅτι παρωδίες τῶν Ἐλευσίνιων Μυστηρίων διαδραματίζονταν σὲ ὁρισμένα ἀθηναϊκὰ σπίτια. Ἀκούσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλκιβιάδη, καὶ εἴδαμε ποιὲς ἦταν οἱ συνέπειες αὐτῆς της ὑπόθεσης γιὰ τὴν ἐκστρατεία τῆς Σικελίας. Ἡ συγκίνηση πού ξεσήκωσαν οἱ ἀποκάλυψεις αὐτές στὴν Ἀθήνα δείχνει πάντως ὅτι τὸ σύνολο τῶν Ἀθηναίων παρέμενε ἐχθρικὸ σὲ τέτοιες θεωρίες καὶ ἔβλεπε σ’ αὐτές προσβολὴ τῆς παραδοσιακῆς θρησκείας. Ἀκόμα μιὰ φορὰ θὰ χρειασθεῖ νὰ στραφοῦμε στὸν Ἀριστοφάνη, γιὰ νὰ μετρήσουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα σ’ αὐτό πού πραγματικὰ ἦταν οἱ σοφιστὲς καὶ στὸ πῶς τοὺς ἀντιλαμβανόταν ἡ ἀθηναϊκὴ κοινὴ γνώμη. Στὴν κωμωδία του Νεφέλαι, βάζει στὴ σκηνὴ ἕναν γέρο Ἀθηναῖο πνιγμένο στὰ χρέη ἐξ αἰτίας τῆς σπατάλης τοῦ γιοῦ του πού κάνει τὴ ζωὴ τῆς χρυσῆς νεολαίας τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ γέρος ἀποφασίζει νά. στείλει τὸν νεαρὸ νὰ παρακολουθήσει τὰ μαθήματα τῶν σοφῶν πού συγκεντρώνονται στὸ γειτονικὸ «πνευμάτων ἀργαστήρι» γιὰ νὰ μάθει ἀπὸ αὐτοὺς πῶς νὰ ξεφύγει ἀπὸ τοὺς πιστωτές του: «Αὐτοὶ οἱ σοφοί», λέει ὁ γέρο-Στρεψιάδης στὸν γιό του, δυὸ λόγους, ὅπως λένε, τὸν δυνατὸ καὶ τὸν ἀδύνατο ἔχουν. Ὁ ἀδύνατος ὑποστηρίζει, λένε, τ’ ἄδικο, μὰ νικᾶ τὸν ἄλλο ὡστόσο. Τὸν ἄδικο αὐτό λόγο ἂν πᾶς καὶ μάθεις ἀπὸ τὰ χρέη πού ἔκαμα γιὰ σένα οὔτε ἕναν ὄβολο δὲ θὰ πληρώσω»[22]. Μιὰ κι ὁ νεαρὸς ἀρνήθηκε στὴν ἀρχή, πῆγε ὁ ἴδιος ὁ Στρεψιάδης στὸ «σοφῶν πνευμάτων ἀργαστήρι», γιὰ ν’ ἀκούσει νὰ λένε «Ποιοὺς θεούς; Σ’ ἐμᾶς τέτοια μονέδα δὲν περνάει»[23]. Κι αὐτὸς πού ἐκφράζεται ἔτσι, εἶναι ὁ Σωκράτης, στὴν κωμωδία πού παίχτηκε στὸν συγκεντρωμένο στὸ θέατρο ἀθηναϊκὸ λαό. Ἐμφανίζεται ὡς ὁ διδάσκαλος τῆς σκέψης γιὰ ὅλους τους σοφιστὲς πού ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τῶν θεῶν, προτιμοῦν τὴν ἄδικη συλλογιστικὴ ἀπὸ τὴν δίκαιη καὶ τελικὰ γοητεύουν τὸν νεαρὸ Φειδιππίδη μὲ τὸ νὰ διακηρύττουν ὅτι, ἀφοῦ ὅλοι οἱ νόμοι εἶναι σχετικοί, μποροῦν καὶ νὰ ἀντιστραφοΰν ἀτιμωρητί. Κι ὅτι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ὑποκαταστήσει τὸν νόμο πού λέει νὰ τιμοῦμε τοὺς γονεῖς μας μ’ ἕνα νόμο πού ἐπιτρέπει νὰ τοὺς κτυποῦμε.

Πρέπει λοιπὸν τώρα νὰ ἀναρωτηθοῦμε γιὰ τὸν Σωκράτη καὶ νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ καταλάβουμε πῶς μποροῦσε νὰ τὸν παρουσιάζει ὁ Ἀριστοφάνης ὡς ὑπόδειγμα τοῦ καλύτερου σοφιστῆ, καὶ οἱ μαθητές του ὡς τὸν πιὸ μανιώδη ἀντίπαλό τους.

 

 

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ

 

Ὁ Σωκράτης θεωρεῖται σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους στοχαστὲς τῆς ἱστορίας τῆς Ἀνθρωπότητας. Κι ὅμως δὲν τὸν γνωρίζουμε παρὰ μόνο μέσα ἀπὸ τὴ μαρτυρία τῶν μαθητῶν του κι ἀπὸ τὸν θρύλο πού δημιουργήθηκε γύρω ἀπὸ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ τὸν ἡρωικό του θάνατο. Δὲν ἄφησε κανένα γραπτό, σὲ ἀντίθεση ἀπὸ πολλοὺς συγχρόνους του ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς σοφιστὲς αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους, ὅπως εἴδαμε, τὸν συνέχεε ἡ ἀθηναϊκὴ κοινὴ γνώμη. Κι αὐτὸ γιατί ἡ διδασκαλία του ἦταν κατὰ βάση προφορικὴ καὶ μόνο συζητώντας μὲ τοὺς μαθητές του στοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας οἰκοδομοῦσε τὴ σκέψη του. Κι ἐδῶ βρίσκεται ἡ δυσκολία στὴν ὁποία προσκρούει ὁ ἱστορικὸς ὅταν ἐπιχειρήσει νὰ περιγράψει τὴν προσωπικότητα τοῦ φιλοσόφου καὶ μάλιστα τῶν ἰδεῶν του.

 

 

Οἱ μάρτυρες: Ξενοφῶν καὶ Πλάτων

 

Ἄν ἀφήσουμε κατὰ μέρος τὴν ἠθελημένα χονδροειδή γελοιοποίηση τοῦ Σωκράτη ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη στὶς Νεφέλες, ἡ σκέψη τοῦ Σωκράτη ἐκφράζεται μόνο μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τῶν δύο μαθητῶν του, τοῦ Ξενοφώντα καὶ τοῦ Πλάτωνα. Τόσο ὁ ἕνας ὅσο κι ὁ ἄλλος εἶναι Ἀθηναῖοι κι ἀπὸ καλὴ οἰκογένεια. Ἀλλ’ αὐτή ἡ κοινὴ καταγωγὴ δὲν τοὺς ἐμποδίζει νὰ εἶναι ριζικὰ διαφορετικοί. Ὁ Ξενοφῶν, γιὸς τοῦ Γρύλλου, ἀπὸ τὸν δῆμο τῶν Ἐρχιέων, γεννήθηκε γύρω στὰ 428/7. Δηλαδὴ τὴν στιγμὴ τῆς ἥττας τῶν Ἀθηνῶν, κάνει τὴν εἴσοδό του στὴν πολιτικὴ ζωή. Τὰ πρῶτα βιβλία τῶν Ἑλληνικῶν του, πού καλύπτουν τὴν ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ 410 ὡς τὴ μάχη τῆς Μαντινείας τὸ 362 πιστοποιοῦν ὅτι ἦταν παρὼν στὴν Ἀθήνα τὰ χρόνια πού ἀκολούθησαν τὴν πρώτη ὀλιγαρχικὴ ἐπανάσταση καθὼς καὶ στὴ διάρκεια τῆς δεύτερης. Δὲν κρύβει ἄλλωστε τὴ συμπάθειά του γιὰ τοὺς πιὸ μετριοπαθεῖς τῶν ὀλιγαρχικῶν καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν Θηραμένη, στὸν ὁποῖον ἀποδίδει τὰ λόγια πού ἀναφέραμε πιὸ πάνω γι’ αὐτούς, ὁπλίτες καὶ ἱππεῖς, πού μόνοι τους ὄφειλαν νὰ συμμετέχουν στὴν πολιτικὴ δραστηριότητα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντίθετα θὰ ἀποκλείονταν οἱ ἄποροι, αὐτοὶ πού «ἦταν ἕτοιμοι νὰ πουλήσουν τὴν πόλη γιὰ μιὰ δραχμή». Σ’ αὐτὸν ὀφείλουμε ἐπίσης τὴν ἰδιαίτερη ζωντανὴ ἀφήγηση αὐτῆς της συνάθροισης τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ὁποία, κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τοῦ πλήθους, οἱ στρατηγοί, νικητὲς στὴ μάχη τῶν Ἄργινουςῶν (407/6) καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο ἐπειδὴ δὲν μπόρεσαν νὰ σώσουν τοὺς ναυαγοὺς τῶν πλοίων πού βυθίστηκαν. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς εὔκολα πώς ἡ συμπάθειά του γιὰ τὴ μετριοπαθή ὀλιγαρχία κι ὁ θαυμασμός του γιὰ τὴ Σπάρτη τὸν ὁδήγησαν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Ἀθήνα. Ἴσως νὰ εἶναι καὶ ἡ ἕλξη γιὰ τὴν περιπέτεια πού τὸν ὁδήγησε νὰ ἀκολουθήσει τοὺς ἕλληνες μισθοφόρους, τοὺς ὁποίους εἶχε προσλάβει ὁ ἀδελφός τοῦ βασιλέα τῶν Περσῶν, ὁ νεαρὸς Κύρος, θέλοντας νὰ πάρει τὴν ἐξουσία. Ἡ ὑπόθεση κατέληξε ἄσχημα, ἀφοῦ ὁ στρατὸς τοῦ Κύρου ἡττήθηκε ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ βασιλέα καὶ οἱ περιστάσεις ὁδήγησαν τὸν Ξενοφώντα νὰ τεθεῖ ἐπικεφαλῆς τῶν ἑλλήνων μισθοφόρων κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους πρὸς τὴν Εὐρώπη, τὴ γνωστὴ Ἀνάβαση τὴν ὁποία ἔμελλε νὰ κάνει καὶ θέμα ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἔργα του. Ὅταν ἐπανῆλθε στὴν Ἀθήνα, ἔμαθε καὶ γιὰ τὴν καταδίκη καὶ τὸν θάνατο τοῦ Σωκράτη τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε πιστὸς μαθητής. Τότε θὰ ἦταν μᾶλλον πού ἐξορίστηκε, ἐθελοντικὰ ἤ ἔπειτα ἀπὸ κάποια καταδίκη, καὶ πού κατέφυγε στὴ Σπάρτη κοντὰ στὸν φίλο του βασιλέα Ἀγησίλαο, ὁ ὁποῖος φρόντισε νὰ τοῦ δοθεῖ ἀπό τους Σπαρτιάτες μιὰ περιοχὴ κοντὰ στὴν Ὀλυμπία. Ἐκεῖ ἔμελλε νὰ περάσει τὸ πιὸ φωτεινὸ μέρος τῆς ζωῆς του, γράφοντας τὶς ἀναμνήσεις του γύρω ἀπὸ τὸν Σωκράτη, ἕνα εἶδος καταλόγου ἀνέκδοτων πού μᾶς εἶναι γνωστὸς μὲ τὸν τίτλο Ἀπομνημονεύματα, μιὰν Ἀπολογία τοῦ Σωκράτη, πού διηγεῖται λεπτομερῶς τὶς συνθῆκες τῆς δίκης καὶ διάφορα ἔργα πού πραγματεύονται τόσο τὴν οἰκιακὴ οἰκονομία (Ὁ Οἰκονομικός, πού παρουσιάζεται ὑπὸ μορφὴν διαλόγου μὲ τὸν Σωκράτη) ὅσο καὶ τὸ κυνήγι, τὴν ἱππασία, τὴν ἀγωγὴ (τὴ σπαρτιατικὴ στὴ Λακεδαιμονίων Πολιτεία, τὴν περσικὴ στὴν Κύρου Παιδεία) κ.τ.λ. Δὲν γνωρίζουμε κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες, μπόρεσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἀθήνα, ὅπου πέρασε τὰ τελευταία χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὁ ἕνας ἀπό τους γιοὺς του σκοτώθηκε στὶς γραμμὲς τοῦ ἀθηναϊκοῦ στρατοῦ στὴ μάχη τῆς Μαντινείας τὸ 362, καὶ τὸ τελευταῖο του ἔργο, Περὶ προσόδων, δείχνει ὅτι τὸν ἀπασχολοῦσε ἡ ἐξεύρεση τῶν μέσων πού θὰ αὔξαιναν τὰ ἔσοδα τῆς πόλης σὲ μιὰ στιγμὴ πού - γύρω στὰ 356 - ἡ ἡγεμονία τῶν Ἀθηνῶν στὸ Αἰγαῖο, ἡ ὅποια εἶχε ἀποκατασταθεϊ γιὰ λίγο, κλονιζόταν καὶ πάλι.

Τὸ ἔργο τοῦ Ξενοφώντα εἶναι σημαντικό, ποικίλο καὶ μὲ πολὺ μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἱστορικὸ τοῦ ἑλληνικοΰ κόσμου. Ἀλλὰ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν Σωκράτη δὲν μᾶς δίνει παρὰ μιὰ ἐπιφανειακὴ μαρτυρία: ἀνέκδοτα στὰ Ἀπομνημονεύματα, στοχασμοὺς στὸν Οἰκονομικὸ ἡ τὸ Συμπόσιο, κάποιες πληροφορίες πού ἀφοροῦν στὴ δίκη στὴν Ἀπολογία κι αὐτή τὴν πολύτιμη ἔνδειξη τὴν τυχαία δοσμένη μέσα στὴ διήγηση τῆς ὕποθεσης τῶν στρατηγῶν τῶν Ἄργινουςῶν, πώς σ’ ἐκείνη τὴν περίοδο ὁ Σωκράτης ἦταν πρύτανης, δηλαδὴ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πενήντα μέλη τῆς Βουλῆς, πού ἐκλέγονταν διὰ κλήρου γιὰ ἕνα χρόνο ἀπὸ τὴν ἴδια φυλή, πού γιὰ ἕνα δέκατο τοῦ χρόνου προήδρευε τῶν συναθροίσεων τῆς ἐκκλησίας. Ἂν καὶ ὁ Ξενοφῶν εἶναι σχολαστικὸς παρατηρητὴς καὶ συγγραφέας σαφὴς καὶ ζωντανός, δὲν εἶναι ὅμως καὶ μεγάλος στοχαστής. Καὶ ὁ δικός του Σωκράτης φαίνεται, μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα του στὰ ὁποῖα ἐμφανίζεται, ἄνθρωπος λογικός, πού σέβεται τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς νόμους, ἀσκώντας βέβαια μιὰ κριτικὴ γιὰ τὴ δημοκρατία (ὄχι χωρὶς εἰρωνεία), ἀλλά χωρὶς μεγάλη πρωτοτυπία.

Ἐντελῶς διαφορετικὸς εἶναι φυσικὰ ὁ Σωκράτης τοῦ Πλάτωνα. Ὁ Πλάτων, ὅπως καὶ ὁ Ξενοφῶν, ἀνῆκε στὴν καλὴ ἀθηναϊκὴ κοινωνία, ἀλλά φαίνεται πώς ἡ καταγωγὴ τῆς οἰκογένειάς του ἦταν πιὸ ἀριστοκρατική. Τὰ πάντα τὸν προόριζαν γιὰ μιὰ λαμπρὴ πολιτικὴ καριέρα, ἀλλά ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος σὲ μιὰ ἐπιστολή, ἡ γνησιότητα τῆς ὁποίας δὲν ἀμφισβητεϊται γενικά, τὸ θέαμα τῶν διαμαχῶν πού συγκλόνιζαν τὴν πόλη του, ὅταν ἔγινε ἄντρας (εἶχε γεννηθεῖ λίγο πρὶν τὸν Ξενοφώντα, γύρω στὰ 429), ἔπειτα ἡ καταδίκη σὲ θάνατο τοῦ Σωκράτη τὸν ἀπέτρεψαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ δραστηριότητα. Μετὰ τὸ 399, φαίνεται ὅτι ἐξορίστηκε στὰ Μέγαρα μὲ ἄλλους μαθητὲς τοῦ Σωκράτη, ἔπειτα ταξίδεψε στὸ Αἰγαῖο καὶ γύρω στὰ 387 κατέληξε στὴ Σικελία ὅπου τότε βασίλευε ὁ τύραννος Διονύσιος. Καὶ μᾶλλον κατὰ τὴν ἐπιστροφή του θὰ εἶναι πού αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τους πειρατές, πουλήθηκε σὰν σκλάβος καὶ ἐξαγοράστηκε. Ἔμελλε νὰ μείνει ὁριστικὰ πιὰ στὴν Ἀθήνα, διδάσκοντας στοὺς κήπους τοὺς ἀφιερωμένους στὸν ἡρῶα Ἄκάδημο - ἐξ οὖ καὶ τὸ ὄνομα Ἀκαδημία πού δόθηκε στὴ σχολὴ του - μέχρι τὸν θάνατό του, τὸ 347. Δυὸ φορὲς ἔμελλε νὰ ξαναγυρίσει στὶς Συρακοῦσες, ἐλπίζοντας μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Διονύσιου νὰ πραγματοποιήσει τὸ ὄνειρό του, νὰ δεῖ δηλαδὴ μιὰ πόλη νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ ἕναν φιλόσοφο, τὸν νεαρὸ Διονύσιο τὸν δεύτερο ἀρχικά, ἔπειτα τὸν θεῖο του, Δίωνα.

Διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ξενοφώντα, ὁλόκληρο τὸ ἔργο τοῦ Πλάτωνα διακατέχεται ἀπὸ τὴν προσωπικότητα τοῦ Σωκράτη, ὁ ὁποῖος μόνο στὸ τελευταῖο του ἔργο τοὺς Νόμους δὲν ἐμφανίζεται. Πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ἐπίσης ὅτι, μὲ ἐξαίρεση τὴν Ἀπολογία, τὸ ἔργο τοῦ παρουσιάζεται ὑπὸ μορφὴν διαλόγων στοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης εἶναι ὁ κύριος συνομιλητὴς κι αὐτός πού ὁρίζει τοὺς κανόνες τοῦ παιχνιδιοῦ, τουλάχιστον στοὺς πρώτους διαλόγους καὶ στὴν Πολιτεία. Ὁ ρόλος του ἔλαχιστοποιεῖται στοὺς διαλόγους τῆς τελευταίας περιόδου· σ’ αὐτούς δὲν εἶναι παρὰ ὁ διερμηνευτὴς τῆς σκέψης τοῦ Πλάτωνα, ὁ ὁποῖος διατρανώνει πιὰ τὴ δική του πρωτοτυπία σὲ σχέση μὲ ἐκείνη τοῦ διδασκάλου.

Ὁ Σωκράτης τοῦ Πλάτωνα εἶναι ἕνα πρόσωπο πολὺ πιὸ σύνθετο καὶ ἑλκυστικὸ ἀπὸ τὸν Σωκράτη τοῦ Ξενοφώντα. Χρησιμοποιώντας τὴν εἰρωνεία, ὁδηγεῖ μὲ ἀξιοθαύμαστο τρόπο τοὺς συνομιλητὲς του ἐκεῖ πού θέλει νὰ τοὺς φέρει, προσποιούμενος μετριοφροσύνη καὶ ἄγνοια στὴν ἀρχή, ἔτσι πού, μὲ ἐρωτήσεις σοφὰ διαβαθμισμένες, τοὺς φέρνει στὸ σημεῖο νὰ ἀντιφάσκουν. Φυσικὰ μπαίνουμε στὸν πειρασμὸ νὰ θεωροῦμε πιὸ ἀληθινὸ τὸν Σωκράτη τοῦ Κρίτωνα, τοῦ Φαίδωνα ἤ τῆς Πολιτείας ἀπὸ τὸν Σωκράτη τῶν Ἀπομνημονευμάτων. Καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀγνοήσει τὴ μαγεία τοῦ πλατωνικοῦ λόγου. Ὁ Πλάτων εἶναι ἕνας θαυμάσιος συγγραφέας καθὼς ἐπίσης καὶ μεγάλος φιλόσοφος. Δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ ξεχωρίσει κανεὶς ἀπὸ τὰ λόγια πού ἀποδίδει στόνΣωκρατη τί ἀνήκει στὸν γηραιὸ διδάσκαλό του καὶ τί εἶναι δικό του. Ὁ ἱστορικὸς πού θέλει νὰ καταλάβει ποιὸς ἦταν ὁ Σωκράτης καὶ γιατί οἱ Ἀθηναῖοι τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο, πρέπει νὰ μὴν ἀφεθεῖ στὴ γοητεία πού ἀσκεῖ τὸ ἔργο τοῦ Πλάτωνα καί, ὅσο κι ἂν θεωρεῖ αὐθεντικὸ τὸν Σωκράτη τῶν πρώτων διαλόγων, νὰ μὴν παραβλέπει αὐτά πού μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν Ξενοφώντα γιὰ κάποια, ἐξ ἴσου πραγματικά, χαρακτηριστικὰ τοῦ φιλοσόφου.

 

 

Ὁ ἄνθρωπος Σωκράτης

 

Ὁ Σωκράτης γεννήθηκε γύρω στὰ 469 στὴν Ἀθήνα. Ὁ πατέρας του, ὁ Σωφρονίσκος, ἀπὸ τὸν δῆμο Ἀλωπεκῆς ἦταν ἕνας τεχνίτης, ἕνας ἀρκετά φημισμένος γλύπτης. Ἡ μητέρα του ἡ Φαιναρέτη ἦταν μαμή, κι αὐτὴ ἀπὸ φτωχικὸ περιβάλλον γιατί μιὰ γυναίκα τῆς καλῆς κοινωνίας δὲν θὰ ἔκανε ποτὲ ἕνα τέτοιο ἐπάγγελμα. Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης θὰ πρέπει νὰ εἶχε μαθητεύσει στὰ νιάτα του στὴ δουλειὰ τοῦ πατέρα του. Πολὺ γρήγορα ὅμως τὴν ἐγκατέλειψε. Στὸν Φαίδωνα, ὁ Πλάτων τὸν ἐμφανίζει νὰ λέει ὅτι πρῶτα ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴ φυσικὴ καὶ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες κι ὅτι πίστεψε πώς βρῆκε στὰ βιβλία τοῦ σοφοῦ Ἀναξαγόρα ἀπὸ τὶς Κλαζομενές, φίλου του Περικλῆ, τὶς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα πού τὸν ἀπασχολοῦσαν. Ἀλλὰ ὅτι, ἀπογοητευμένος ἀπ’ ὅλα ὅσα διάβασε, ἀποφάσισε νὰ καταπιαστεῖ μὲ δικές του ἀναζητήσεις καὶ ἀφοσιώθηκε πιὰ στὴ φιλοσοφία. Φυσικὰ εἶναι ἐκπληκτικὸ πού ἕνας ἄντρας ἁπλοϊκῆς καταγωγῆς μποροῦσε νὰ ζεῖ ἔτσι χωρὶς νὰ ἐργάζεται καὶ μάλιστα, τὸ ξέρουμε, παντρεύτηκε κι ἀπόκτησε γιοὺς ἀπὸ τὴν ἕνωσή του μὲ τὴν Ξανθίππη. Βέβαια, στὰ λόγια πού τοῦ ἀποδίδουν ὁ Ξενοφῶν ἤ ὁ Πλάτων, κάνει συχνὰ ὑπαινιγμοὺς γιὰ τὴ φτώχεια του. Καὶ ξέρουμε ἄλλωστε ὅτι, ἀντίθετα ἀπό τους σοφιστές, δὲν πληρωνόταν γιὰ τὰ μαθήματά του. Τὸ πολὺ-πολὺ πού δεχόταν ἦταν ἡ πρόσκληση ἀπὸ τὸν ἕνα ἡ τὸν ἄλλο μαθητή του γιὰ κάποιο δεῖπνο ἀνάμεσα σὲ φίλους.

Ξέρουμε ὅμως ἐπίσης πώς ὑπηρέτησε ὡς ὁπλίτης στὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο, ἀφοῦ πολέμησε στὴν Ποτείδαια, τὴν Ἀμφίπολη καὶ τὸ Δήλιον, Αὐτὸ ἑπομένως προϋπέθετε τὴν ὁπλιτική ἱκανότητα, ὅτι δηλαδὴ ἀνῆκε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς πρῶτες τάξεις τῆς διαίρεσης τῶν πολιτῶν. Ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν θήτης καὶ ἡ φτώχεια πού ὑπαινισσόταν θὰ ἦταν μᾶλλον σχετική, καὶ μόνο συγκρινόμενη μὲ τὰ πλούτη τῶν νεαρῶν πού τὸν περιστοίχιζαν εἶχε κάποιο νόημα.

Φυσιογνωμικά, ἦταν κοντὸς καὶ πολὺ ἄσχημος, ἀλλὰ περηφανευόταν καὶ γι’ αὐτὴ του τὴν ἀσχήμια ἀφοῦ δὲν τὸν ἐμπόδιζε νὰ εἶναι περιζήτητος ἀπό τους πιὸ ὄμορφους νέους της Ἀθήνας. Ἕνας μάλιστα ἂπ’ αὐτούς, ὁ Ἀλκιβιάδης, τὸν περιγράφει στὸ Συμπόσιον τοῦ Πλάτωνα: «Ἰσχυρίζομαι λοιπόν, ὅτι μοιάζει ἐξαιρετικὰ μ’ αὐτοὺς τοὺς Σιληνοὺς τῶν μαρμαρογλυφείων, πού κατασκευάζουν οἱ καλλιτέχνες καθισμένους νὰ κρατοῦν σύριγγα ἡ αὐλούς (...) Καὶ πάλι ἰσχυρίζομαι πώς εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν Μαρσύα τὸν Σάτυρο»[24]. Ἂλλ’ αὐτὸς ὁ Σιληνός, αὐτὸς ὁ Σάτυρος, ἀσκεῖ σ’ ὅλους αὐτοὺς πού τὸν ἀκοῦν μιὰν ἀσύγκριτη γοητεία. «Ἐμεῖς ξαφνικά, κάθε φορά πού ἀκοῦμε ἕναν ἄλλον νὰ ἀναπτύσσει λόγους ἄλλους, καὶ ἂς εἶναι πολὺ καλὸς ὁμιλητής, μᾶς ἀφήνει σχεδὸν ὅλους ἀδιάφορους. Ἀντίθετα, ὅταν ἀκούει κανεὶς ἐσένα νὰ μιλᾶς ἤ τὶς ὁμιλίες σου νὰ διηγεῖται ἕνας ἄλλος, καὶ ἂς εἶναι τελείως ἀσήμαντος, εἴτε γυναίκα εἶναι πού τ’ ἀκούει εἴτε ἄνδρας εἴτε ἔφηβος, ὅλοι μένουμε ἐκστατικοὶ καὶ αἰχμαλωτισμένοι»[25].

Στὸν ἴδιο αὐτὸν διάλογο, ὁ Ἀλκιβιάδης ἐπισημαίνει ἐπίσης τὴ φυσικὴ ἀντοχὴ τοῦ Σωκράτη: «Λοιπὸν ἐκεῖ στὶς κακουχίες πρῶτον ὑπερτεροῦσεν ὄχι μόνον ἀπὸ ἐμένα, ἄλλα καὶ ἀπὸ ὅλους μαζί τους ἄλλους. Κάθε φορά π.χ. πού εἴμαστε ἀναγκασμένοι, ἐπειδὴ εἶχαν διακοπεῖ οἱ συγκοινωνίες, ὅπως συμβαίνει στὸ μέτωπο, νὰ περάσουμε χωρὶς τροφή, δὲν ἤσαν τίποτε οἱ ἄλλοι συγκρινόμενοι μὲ αὐτόν στὴν ἀντοχὴ (...) Ὅσον ἀφορᾶ πάλι τὴν ἄντοχή του στὸ ψῦχος - καὶ οἱ χειμῶνες ἐκεῖ ἐπάνω εἶναι δριμύτατοι (στὴν Ποτείδαια στὴ Βόρεια Ἑλλάδα) - ἔκανε θαύματα. Ἰδίως κάποτε πού ἦταν παγωνιὰ ὅσον γίνεται διαπεραστική: κανένας δὲν ξεμύτιζε ἀπὸ μέσα ἤ, κάθε φορᾶ πού ἔβγαινε κανείς, φοροῦσαν ὅλοι ἕνα πλῆθος πρόσθετα φορέματα καὶ ὑποδήματα καὶ εἶχαν τυλιγμένα τὰ πόδια τους σὲ πιλήματα μέσα καὶ δορὲς προβάτων. Ἒ λοιπόν! αὐτὸς μολαταῦτα φοροῦσε, ὅταν ἔβγαινε, τὸ ἴδιο φόρεμα, ὅπως καὶ πρωτύτερα συνήθιζε νὰ φορᾶ, καὶ βάδιζε ἀνυπόδητος πάνω στὸν πάγο μὲ μεγαλύτερη ἄνεση, παρὰ οἱ ἄλλοι μὲ τὰ ὑποδήματά τους»[26]. Μετὰ τὴ μάχη στὸ Δήλιον πού ἦταν καταστροφικὴ γιὰ τὸν ἀθηναϊκὸ στρατό, ὁ Σωκράτης, ἐν μέςῳ τοῦ ἄτακτου πλέον στρατοῦ, ἐπιδεικνύει τὸ ἴδιο σθένος: «Ἔπειτα μοῦ παρεῖχε τὴν ἐντύπωση, ὅπως ἀναφέρεις καὶ σύ, Ἀριστοφάνη, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἐβάδιζε τὸν δρόμο του, ἀκριβῶς ὅπως καὶ ἐδῶ, κορδωμένος καὶ μὲ τὰ μάτια ριγμένα πότ’ ἐκεῖ καὶ πότ’ ἐδῶ. Ἀτάραχος κοίταζε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ φίλους καὶ ἐχθροὺς καὶ φανέρωνε ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση στὸν καθένα, ὅτι ἂν ἅπλωνε κανεὶς ἐπάνώ του, θ’ ἀντισταθεΐ ὁ ἄνθρωπος αὐτός μὲ σθένος. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τὸν λόγο καὶ ὑποχωροῦσεν μὲ ἀσφάλεια καὶ αὐτός καὶ ὁ ἄλλος»[27]. Ὁ Σωκράτης ἦταν τότε πάνω ἀπὸ σαράντα πέντε ἔτων.

Ἀλλὰ τὸ σθένος τοῦ Σωκράτη δὲν ἦταν μόνο φυσικό. Δύο μάλιστα φορὲς ἔμελλε νὰ ἐπιδείξει ἕνα ὑποδειγματικὸ πολιτικὸ θάρρος. Τὴν πρώτη φορά, ἦταν στὴν συνάθροιση πού ἔγινε μετὰ τὴ μάχη τῶν Ἀργινουςῶν. Ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει τὴν ὕποθεση αὐτή: ὁ ἀθηναϊκὸς στόλος εἶχε ἐπιτύχει, μὲ μιὰ ὕστατη προσπάθεια νὰ ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὸν ἀποκλεισμὸ πού εἶχαν ἐπιβάλει οἱ Σπαρτιάτες. Ἕνα μέρος ὅμως τῶν ἀθηναϊκῶν πλοίων εἶχε βυθισθεῖ καὶ μιὰ θύελλα πού σηκώθηκε τὴ νύχτα εἶχε ἐμποδίσει τοὺς στρατηγοὺς νὰ περισυλλέξουν τοὺς ναυαγούς. Ὅταν ἐπέστρεψαν στὴν Ἀθήνα, ἐκλήθησαν νὰ ἀπολογηθοῦν γιὰ τὴν ἀμέλειά τους ἐνώπιόν της Ἐκκλησίας. Ὁ Ξενοφῶν στὰ Ἑλληνικά του, μᾶς διηγεῖται τὴ συνάθροιση τῆς Ἐκκλησίας, στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας κατηγορήθηκαν οἱ στρατηγοί, καὶ τὸ κλίμα πάθους πού ἐπικρατοῦσε τότε στὴν πόλη. Κάποιος Καλλίξενος εἶχε ὑποβάλει πρόταση ζητώντας τὸν θάνατο τῶν στρατηγῶν: «Καὶ μερικοὶ ἄλλοι κατηγόρησαν τὸν Καλλίξενο λέγοντας ὅτι ἐπρότεινε παράνομο ψήφισμα. Ἕνα δὲ τμῆμα μικρό της Ἐκκλησίας τοῦ δήμου τὸ ἐπεδοκίμαζε, ἡ πλειοψηφία ὅμως ἐφώναζεν ὅτι εἶναι τρομερό, ἐὰν δὲν ἀφήσουν τὸν λαὸ νὰ κάμει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο θέλει. Κατόπιν τούτων, ὅταν ὁ Λυκίσκος ἐπρότεινε νὰ δικασθοῦν καὶ αὐτοί συγχρόνως μὲ τοὺς στρατηγούς, ἐὰν δὲν ἀποσύρουν τὴν κατὰ τοῦ Καλλιξένου πρόταση, τὸ πλῆθος ἐπεδοκίμασε τοῦτο διὰ θορυβωδῶν φωνῶν, καὶ ἀναγκάσθησαν νὰ ἀποσύρουν τὴν κατηγορία. Ἐπειδὴ ὅμως μερικοὶ ἀπό τους πρυτάνεις ἐπέμεναν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψουν τὴν παρὰ τὸν νόμο ψηφοφορία, πάλι ὁ Καλλίξενος ἀφοῦ ἀνέβηκε στὸ βῆμα διατύπωσε τὶς ἴδιες κατηγορίες ἐναντίον τους. Ἐκεῖνοι δὲ ἐφώναζαν νὰ ἀπαγγελθεῖ κατηγορία ἐναντίον τῶν ἐναντιουμένων στὴν ψηφοφορία· οἱ δὲ πρυτάνεις, φοβηθὲντες, συγκατατέθησαν ὅλοι νὰ ἐπιτρέψουν τὴ ψηφοφορία, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σωκράτη τὸν γιὸ τοῦ Σὼφ ρονὶ σκου· αὐτὸς δὲ εἶπε ὅτι θὰ πράξει τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τὸν νόμο»[28]. Στὴν Ἀπολογία, μὲ ἀφορμὴ τὸ ἴδιο ἐπεισόδιο, ὁ Πλάτων ἐμφανίζει τὸν Σωκράτη νὰ λέει: «Τότε μόνος ἀπὸ τοὺς πρυτάνεις ἐγὼ ἐναντιώθηκα πρὸς τὴ θέλησή σας καὶ συνεβούλευσα νὰ μὴν κάμετε τίποτε παρὰ τοὺς νόμους καὶ ἀντίθετο ψῆφο πρὸς τὴ δική σας ἔδωκα· καὶ ἐνῶ οἱ ρήτορες ἕτοιμοι ἦσαν ἔνδειξη καὶ ἀπαγωγὴ στὴ φυλακὴ νὰ μοῦ κάμουν, καὶ σεῖς μὲ τὶς φωνὲς σας τοὺς προτρέπατε νὰ τὸ κάμουν, ἐγώ ἀκλόνητος στεκόμουν στὴ γνώμη, πώς ἔπρεπε νὰ διακινδυνεύω ταχθείς μὲ τὸν νόμο καὶ τὸ δίκαιο μᾶλλον παρὰ φοβηθείς φυλάκιση ἤ θάνατο νὰ ταχθῶ μέ σᾶς καὶ τὴ μὴ δίκαια θέλησή σας»[29].

Ἀλλά, ἀκόμα κι ἂν δὲν δίσταζε νὰ ἐναντιώνεται στὸν «δῆμο» ὅταν αὐτὸς ἦταν διατεθειμένος νὰ παραβιάζει τοὺς νόμους, δὲν ἐννοοῦσε ὅμως νὰ ὑποχωρήσει καὶ στοὺς ἀντιπάλους του. Καὶ πάλι ἔμελλε νὰ ἐπιδείξει πολιτικὸ θάρρος, αὐτή τὴ φορὰ ἀπέναντι στοὺς Τριάκοντα. Ἂς τοῦ δώσουμε καὶ πάλι τὸν λόγο: «Τότε δὲ πού ἔγινε ὀλιγαρχία, οἱ τριάκοντα πάλι προσκάλεσαν ἐμένα καὶ τέσσερις ἄλλους στὴ Θόλο καὶ μὲ διέταξαν νὰ φέρω ἀπὸ τὴν Σαλαμίνα τὸν Λέοντα τὸν Σαλαμίνιο γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν. Τέτοιες διαταγές, ὅπως γνωρίζετε, καὶ σ’ ἄλλους ἐκεῖνοι πολλοὺς ἔδιδαν, γιατί ἤθελαν νὰ βαρύνουν μὲ συνενοχὴ στὰ κακουργήματά τους ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερους ἀπό τους πολίτες. Τότε ὅμως ἐγώ ὄχι μὲ λόγια, ἀλλά μ’ ἔργο μου πάλι, ἔδειξα, πώς ἐμένα γιὰ τὸν θάνατο, ἂν δὲν εἶναι κάπως ἀγροῖκος ἡ καύχησή μου, δὲν μὲ μέλει, μὰ οὔτε παραμικρόν, μὲ μέλει ὅμως πολὺ καὶ ἡ πρώτη μου εἶναι φροντίδα ἄδικο νὰ μὴν κάνω καὶ ἀνόσιο τίποτε. Ἐμένα, θέλω νὰ πῶ, ἡ ἀρχή ἐκείνη, μολονότι τόσο ἰσχυρή, δὲν μὲ τρομοκράτησε, ὥστε ἄδικο νὰ κάμω, ἀλλά μόλις ἐξήλθαμε ἀπὸ τὴ Θόλο, οἱ ἄλλοι τέσσερις ἔσπευσαν στὴ Σαλαμίνα καὶ ἔφεραν τὸν Λέοντα, ἐγώ ὅμως πῆγα στὴν οἰκία μου κατ’ εὐθείαν. Καὶ θὰ μὲ θανάτωναν ἴσως γιὰ αὐτό, ἂν ἡ ἀρχή τους δὲν καταλύονταν γρήγορα»[30].

Ἔτσι, ὅποιο κι ἂν ἦταν τὸ καθεστώς, ὁ Σωκράτης ἔμενε πιστὸς στὸν ἑαυτό του καὶ τὶς πεποιθήσεις του καὶ δὲν δίσταζε νὰ ἀψηφᾶ αὐτοὺς πού οἱ προσταγὲς τους τοῦ φαίνονταν ἄδικες καὶ ἀντίθετες πρὸς τοὺς νόμους. Μιὰ τέτοια στάση μποροῦσε νὰ ἔχει σοβαρὲς συνέπειες. Κι ὅμως, οὔτε τὸ 407, τὴν ἐποχὴ τῆς ὑπόθεσης τῶν Ἀργινουσῶν, οὔτε τὸ 404, τὴν περίοδο τῆς τυραννίας τῶν Τριάκοντα, δὲν παρενοχλήθηκε ὁ Σωκράτης. Γιὰ νὰ καταλάβουμε πῶς ἡ ἐπανασυσταθεῖσα δημοκρατία ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ τὸν καταδικάσει, δὲν πρέπει νὰ σταθοῦμε στὴν προσωπικότητα τοῦ δημόσιου ἄνδρα, τοῦ πολίτη πού σέβεται τοὺς νόμους, ἀλλά νὰ δοῦμε τί στὴ διδασκαλία του μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει, στὰ μάτια ὁρισμένων, κίνδυνο γιὰ τὴν πόλη.

 

 

Ἡ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη

 

Στὶς Νεφέλες τοῦ Ἀριστοφάνη, ὁ Σωκράτης παρουσιάζεται νὰ ζεῖ περιτριγυρισμένος ἀπὸ μαθητές, σ’ ἕνα μικρὸ σπίτι, τὸ σπίτι αὐτό πού, στὸ τέλος τοῦ ἔργου, καταστρέφει ὁ Στρεψιάδης βάζοντάς του φωτιά. Ὅμως, μέσα ἀπὸ τοὺς διαλόγους τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ξενοφώντα, φαίνεται ἀντίθετα ὅτι ὁ Σωκράτης συνδιαλεγόταν μὲ τοὺς μαθητές του κι ὅλους αὐτοὺς πού ἤθελαν πολὺ νὰ τὸν ἀκούσουν, ὄχι στὸ σπίτι του, ἀλλὰ σὲ ὑπαίθριους χώρους, ἰδιαίτερα στὰ δύο γυμνάσια τῆς Ἀκαδημίας καὶ τοῦ Λυκείου, ἤ ἀκόμη στὶς ὄχθες τοῦ Ἰλισσοῦ, ὅταν ἁπλούστατα δὲ βρίσκονταν στὴν ἀγορὰ ἤ στοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας. Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ξενοφώντα: «Ἀλλὰ προσέτι ἐκεῖνος βέβαια πάντοτε ἦταν ἄνθρωπος ὁλοφάνερος· γιατί καὶ τὸ πρωὶ στοὺς περιπάτους καὶ τὰ γυμνάσια μετέβαινε καὶ τὶς ὧρες, πού ἡ ἀγορὰ εἶναι γεμάτη, παρουσιάζονταν ἐκεῖ καὶ τὴν ὑπόλοιπη ἡμέρα βρισκόταν ἐκεῖ, ὅπου θὰ συναντοῦσε πιὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲν μιλοῦσε, ὅσοι δὲ ἤθελαν, μποροῦσαν νὰ τὸν ἀκούουν»[31]. Ἐκεῖ, περπατώντας στὶς ὄχθες τοῦ Ἰλισσοῦ, συνάντησε τὸν νεαρὸ Φαῖρο. Καθισμένοι στὸ γρασίδι, στὴ σκιὰ ἑνὸς πλάτανου πραγματεύτηκαν περὶ ἔρωτος. Μερικὲς φορές, ὅμως, ἡ συζήτηση γινόταν σὲ κάποιο σπίτι, ὅπως στὸ σπίτι τοῦ εὔπορου Καλλία ὅπου βρέθηκαν συγκεντρωμένοι τὴν ἴδια μέρα οἱ σοφιστὲς Πρωταγόρας, Ἰππίας καὶ Προδικὸς μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης θέλησε νὰ συνδιαλαγεῖ, ἤ ἀκόμη στὸ σπίτι τοῦ Συρακούσιου Κέφαλου, στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁ Σωκράτης καὶ κάποιοι ἀπό τους φίλους του ἀργοπόρησαν γιὰ νὰ παρευρεθοΰν στὴ λιτανεία τῶν πιστῶν της θρακικῆς θεότητας Βενδῖδος. Κάποιες φορὲς πάλι, ὁ Σωκράτης, παρὰ τὴ γνωστή του πραότητα, δέχτηκε νὰ παρευρεθεῖ σ’ ἕνα ἀπ’ αὐτά τὰ συμπόσια ὅπου ἐναλλάσσονταν θέαμα, οἰνοποσία καὶ λόγιες συζητήσεις. Κάποιος Ἀριστόδημος ἀπὸ τὸν δῆμο τῶν Κυδαθηναίων ἀφηγεῖται πῶς πῆγε, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Σωκράτη, στὸ σπίτι τοῦ ποιητῆ Ἀγάθωνα πού μόλις εἶχε κερδίσει τὸ βραβεῖο στὸ διαγωνισμὸ τραγωδίας: «Ἔλεγε λοιπόν, ὅτι συνάντησε τὸν Σωκράτη λουσμένο καὶ μὲ σανδάλια στὰ πόδια (κάτι πού σπανίως ἐκεῖνος ἔκανε), καὶ τὸν ρώτησε, ποῦ πηγαίνει καὶ ἔγινε τόσον κομψός. «Στοῦ Ἀγάθωνα», ἀπήντησεν ἐκεῖνος «γιὰ δεῖπνο. Χθὲς στὰ ἐπινίκια τοῦ ξέφυγα· τρόμαξα τὴν πολυκοσμία. Ὑποσχέθηκα ὅμως νὰ παρευρεθῶ σήμερα. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ἐξωραΐσθηκα, ὥστε ὡραῖος εἰς τοῦ ὡραίου νὰ ἐμφανισθῶ. Ἀλλὰ σὺ» εἶπε «τί θὰ ἔλεγες; Θὰ δεχόσουν ἀπρόσκλητος νὰ ἔλθεις στὸ δεῖπνο;» Ἐγώ, εἶπε, τοῦ ἀπήντησα: «Ὅπως ὁρίζεις»[32]. Στὸ Συμπόσιον τοῦ Ξενοφώντα, ὁ Σωκράτης βρίσκεται περιστοιχισμένος ἀπὸ τοὺς πιστούς του στὸ σπίτι τοῦ Καλλία, ὁ ὁποῖος δίνει γιορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ νεαροῦ Αὐτολύκου ἐπειδὴ κέρδισε τὸ βραβεῖο στὸ παγκράτιο κατὰ τὰ Μεγάλα Παναθήναια. Σ’ ἕνα διάλογο τοῦ Πλάτωνα, τὸν Χαρμίδη, συνοψίζεται μὲ σύντομες ἀναφορὲς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Σωκράτης διεξήγαγε τὴ συζήτηση μὲ αὐτοὺς πού τὸν ἄκουγαν. Τὴν περάτωνε δὲ ἔχοντας πάντα αὐτός τὴν τελευταία λέξη: «Καὶ ὅμως μᾶς ἦλθε ἐδῶ ἡ εἴδηση - εἶπεν ὁ Χαιρεφῶν - ὅτι ἡ μάχη ὑπῆρξε πολὺ σκληρὴ καὶ ὅτι πολλοὶ φίλοι μας φονεύθηκαν σ’ αὐτήν». - «Καὶ πολὺ ἀληθινὴ -εἶπα ἔγω- εἶναι αὐτή ἡ εἴδηση». - «Γιὰ πές μας, παρευρέθηκες στὴ μάχη;» — «Παραυρέθηκα. - «Ἔλα λοιπὸν -εἶπε- κάθισε καὶ διηγήσου μας· γιατί δὲν μάθαμε ἀκόμη καλὰ ὅλες τὶς λεπτομέρειες», Καί, καθὼς ἔλεγε αὐτά, μὲ ὁδηγεῖ καὶ μὲ βάζει νὰ καθίσω κοντὰ στὸν Κριτία, τὸν γιὸ τοῦ Καλαίσχρου. Καθὼς λοιπὸν πήγαινα νὰ καθίσω, χαιρετοῦσα τὸν Κριτία καὶ τοὺς ἄλλους καὶ ἔπειτα ἄρχισα νὰ τοὺς διηγοῦμαι τὰ νέα ἀπὸ τὸ στρατόπεδο ἀπαντώντας στὶς διάφορες ἐρωτήσεις πού καθένας μοῦ ἀπηύθυνε»[33].

Ἀλλὰ ποιοὶ ἦταν αὐτοὶ οἱ νέοι πού τόσο ἄρεσε στὸν Σωκράτη νὰ τὸν περιστοιχίζουν καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ τὸν κατηγορήσουν ὅτι τοὺς διαφθείρει; Τὰ περισσότερα ὀνόματα πού μᾶς γίνονται γνωστὰ ἀπὸ τοὺς διαλόγους εἶναι, ὅταν μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε τὴν ταυτότητά τους, νεαροὶ Ἀθηναῖοι ἀπὸ φημισμένες γιὰ τὰ πλούτη τους ἤ γιὰ τὰ σπουδαία κατορθώματα τῶν προγόνων τους οἰκογένειες. Ἔτσι ὁ νεαρὸς Χαρμίδης πού κάνει τὴν εἴσοδό του στὴν παλαίστρα, ἀμέσως μετὰ τὸ θέμα πού ἔθεσε ὁ Σωκράτης σχετικὰ μὲ τοὺς νέους πού εἶναι καὶ ὡραῖοι καὶ φρόνιμοι, ἀνήκει σὲ μιὰ ἰδιαίτερα ὀνομαστή οἰκογένεια: «Γιατί καὶ τὸ πατρικό σας σπίτι, τὸ σπίτι τοῦ Κριτία, τοῦ γιοῦ τοῦ Δρωπίδη, ἐξυμνήθηκε καθὼς γνωρίζουμε, καὶ ἀπὸ τὸν Ἀνακρέοντα καὶ ἀπὸ τὸν Σόλωνα καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ποιητὲς γιὰ τὴν ὑπεροχή του καὶ κατὰ τὸ κάλλος καὶ κατὰ τὴν ἀρετὴ καὶ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα προτερήματα πού διακρίνουν ἐκείνους πού θεωροῦνται εὐδαίμονες· καὶ τὸ μητρικό σου πάλι σπίτι ὁμοίως· γιατί κανεὶς στὴν ἤπειρο δὲν ἐθεωρεῖτο πιὸ ὡραῖος καὶ πιὸ μεγαλόσωμος ἄνδρας ἀπὸ τὸν Πυριλάμπη τὸν θεῖο σου, ὁσάκις ἐκεῖνος ἤ πρὸς τὸν μέγα βασιλέα ἤ πρὸς κανέναν ἄλλο στὴν ἤπειρο μετέβη ὡς πρέσβυς· καὶ γενικῶς τὸ σπίτι αὐτό δὲν εἶναι καθόλου κατώτερον ἀπὸ τὸ ἄλλο»[34]. Ὁ Χαρμίδης εἶχε μιὰ ἀδελφή, τὴν Περικτυόνη, πού παντρεύτηκε κάποιον Ἀρίστωνα γιὰ τὸν ὁποῖον ἔλεγαν πώς ἦταν ἀπόγονος τοῦ μυθικοῦ βασιλιᾶ Κάδρου. Ἡ Περικτυόνη ἀπέκτησε ἀπὸ τὸν Ἀρίστωνα τρεῖς γιοὺς πού κι αὐτοὶ ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ Σωκράτη: τὸν Γλαύκωνα, τὸν Ἀδείμαντο καὶ τὸν Πλάτωνα στὸν ὁποῖο καὶ ὀφείλουμε αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὴν οἰκογένειά του. Ἀνάμεσα στοὺς νεαροὺς ἀριστοκρατικῶν οἰκογενειῶν πού παρακολούθησαν τὰ μαθήματα τοῦ Σωκράτη, θὰ πρέπει ὅπως εἶναι φυσικὸ ν’ ἀναφέρουμε καὶ τὸν Ἀλκιβιάδη, τὸν γιὸ τοῦ πλούσιου Κλεινία. Ἀπευθυνόμενος σ’ αὐτὸν καὶ προθυμοποιούμενος νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ματαιότητα τῶν πολιτικῶν του φιλοδοξιῶν, ὁ Σωκράτης συνοψίζει ἔτσι ποῦ βασίζονται αὐτές: «Ἰσχυρίζεσαι ὅτι δὲν ἔχεις ἀνάγκη κανενὸς ἀνθρώπου, (καὶ) γιὰ τίποτε· γιατί τὰ προτερήματα, μὲ τὰ ὁποῖα εἶσαι προικισμένος, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ καταλήγοντας στὴν ψυχή, εἶναι μεγάλα, ὥστε νὰ μὴν ἔχεις τὴν ἀνάγκη κανενός. Φαντάζεσαι δηλαδὴ ἐν πρώτοις, ὅτι εἶσαι ὡραιότατος καὶ μὲ πολὺ ἐπιβλητικὸ ἀνάστημα· καὶ ὅσο γι’ αὐτό μέν, εἶναι πράγματι φανερὸ στὸν καθένα νὰ δεῖ ὅτι δὲν ἀπατᾶσαι· ἔπειτα ὅτι κατάγεσαι ἀπὸ τὴν πιὸ ἰσχυρὴ οἰκογένεια τῆς πόλης σου, ἡ ὁποία (πόλη σου) πάλι εἶναι ἡ μεγαλύτερη μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων, καὶ ὅτι (πιστεύεις πώς) ἔχεις ἐδῶ, ἀπὸ τὸν πατέρα σου, καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς πάρα πολλοὺς καὶ πολὺ ἰσχυρούς, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ σὲ ἐξυπηρετοῦσαν, ἂν τυχὸν παρουσιάζονταν καμιὰ ἀνάγκη· (ἄλλα καὶ) ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε χειρότεροι οὔτε λιγότεροι εἶναι οἱ (φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς πού ἔχεις) ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῆς μητέρας σου· ἀπὸ ὅλους ὅμως αὐτούς μαζί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἡ μεγαλύτερη δύναμη, τὴν ὁποία πιστεύεις σὺ ὅτι διαθέτεις, εἶναι ὁ Περικλῆς ὁ γιὸς τοῦ Ξανθίππου, τὸν ὁποῖο ὁ πατέρας σου ἄφησε κηδεμόνα σου καὶ στὸν ἀδελφό σου· ὁ ὁποῖος (Περικλῆς), ὄχι μόνο σ’ αὐτή ἐδῶ τὴν πόλη μπορεῖ νὰ κάνει ὁτιδήποτε κι ἂν θέλει ἀλλά καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα, ἀκόμη δὲ καὶ σὲ πολλὰ καὶ ἰσχυρὰ βαρβαρικὰ ἔθνη. Θὰ προσθέσω δὲ ἀκόμη τὸ ὅτι (πιστεύεις πώς εἶσαι) καὶ ἀπό τους πλουσίους· μοῦ φαίνεσαι ὅμως ὅτι, ὡς πρὸς αὐτό, δὲν ὑπερηφανεύεσαι καθόλου»[35].

Θὰ ἦταν λάθος παρ’ ὅλα αὐτά νὰ φανταστοῦμε τὸν Σωκράτη περιτριγυρισμένο μόνο ἀπὸ τὴ χρυσὴ νεολαία τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχε κοντὰ του πιστοὺς φίλους σὰν τὸν Κρίτωνα, πού τοῦ συμπαραστάθηκε στὶς τελευταῖες του στιγμές, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀνατραφεῖ καί, πού λίγο ἐξοικειωμένος μὲ τὶς φιλοσοφικὲς θεωρίες καθὼς ἦταν, τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὸν γιὸ του Κριτόβουλο. Ἢ σὰν τὸν Χαιρεφώντα, ἕναν ἀπό τους πιὸ ἐνθουσιώδεις θαυμαστές του, παιδικὸς φίλος κι αὐτός, πού ἐξορίστηκε ἐπὶ διακυβερνήσεως τῶν Τριάκοντα σὰν «φίλος του λαοῦ» καὶ πού μιὰ μέρα πού εἶχε πάει στούς Δελφούς, εἶχε τολμήσει νὰ ζητήσει χρησμὸ ἂν ὑπῆρχε ἄλλος πιὸ σοφὸς ἀπὸ τὸν Σωκράτη. Ἤ σὰν τὸν Ἑρμογένη ἐπίσης, τὸν ἀδελφό τοῦ Καλλία, πού, φτωχὸς αὐτός, παρέμεινε πιστὸς στὸν φίλο του μέχρι τὴν τελευταία στιγμή. Μεταξὺ τῶν πιστῶν ἦταν ἐπίσης καὶ νέοι πού ἡ κύρια ἐνασχόλησή τους ἦταν ἡ φιλοσοφία καὶ πού, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σωκράτη, θὰ ἱδρύσουν δική τους σχολὴ σὰν τὸν σωκρατικὸ Αἰσχίνη, τὸν Ἀντισθένη καὶ φυσικὰ τὸν Πλάτωνα. Τέλος, ἡ προσωπικότητα τοῦ Σωκράτη προσείλκυε ἐπίσης στὴν Ἀθήνα ξένους πού διψοῦσαν νὰ συζητήσουν μαζί του: Ἀνάμεσά τους ἦταν ὁ Σιμμίας κι ὁ Κέβης ἀπὸ τὴ Θήβα πού τοὺς βρίσκουμε σὲ πολλοὺς διαλόγους, ὁ Εὐκλείδης κι ὁ Τερψίων ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ὁ Ἀρίστιππος, ὁ Κλεόμβροτος, ὁ Φαιδώνδας πού θὰ εἶναι παρόντες ὅταν ὁ Σωκράτης θὰ πιεῖ τὸ κώνειο.

Αὐτά εἶναι τὰ ὀνόματα πού συναντοῦμε συχνότερα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, πού τὴ μιὰ ἤ τὴ ν ἄλλη στιγμὴ συζήτησαν μὲ τὸν Σωκράτη. Κι ὄχι μόνον οἱ διάσημοι σοφιστὲς πού ὁ Πλάτων φέρνει στὸ προσκήνιο στὸν Πρωταγόρα, τὸν Γοργία καὶ τοὺς δύο Ἰππίες, ἀλλὰ κι ἄλλοι λιγότερο γνωστοὶ καὶ κυρίως ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι μὲ τοὺς ὅποιους τοῦ ἄρεσε νὰ μιλάει γιὰ τὴν «τέχνη» τους: ὑποδηματοποιοί, ξυλουργοί, χρυσοχόοι, πράγμα πού δὲν θὰ παραλείψει νὰ τοῦ προσάψει ὁ Κριτίας, ὅταν θὰ γίνει κύριος τῶν Ἀθηνῶν τὸ 404.

Τί μποροῦσε λοιπὸν νὰ διδάσκει ὁ Σωκράτης σ’ ἕνα τόσο ἀνομοιογενὲς κοινό; Σίγουρα ὄχι ὅ,τι δίδασκαν ἐπὶ χρήμασι οἱ σοφιστές, τὴν τέχνη δηλαδὴ τοῦ νὰ μιλάει κανεὶς καλά, νὰ ὑπερασπίζει τὸν ἑαυτό του σὲ μιὰ δίκη, ἡ ἀκόμη ποιὸς εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ ἀποκτήσει πλούτη. Οὔτε ὅμως αὐτὸ πού ὁρισμένοι σὰν τὸν Ἀριστοφάνη ἄφηναν νὰ ἐννοεῖται, ὅτι δηλαδὴ «πῶς δῆθεν κάποιος Σωκράτης ἐδῶ σοφὸς ἐρευνᾶ τὰ μετέωρα καὶ τὰ κάτω της γῆς καὶ ἔχει τὴ δύναμη τοῦ λόγου νὰ παριστᾶ τὸ ψεῦδος γιὰ ἀλήθεια»[36]. Ὁ Ξενοφῶν, στὰ Ἀπομνημονεύματα, ἀπορρίπτει αὐτὴ τὴν ἐξομοίωσή τοῦ Σωκράτη μὲ τοὺς «φυσικούς»: «Γιατί δὲν συνδιαλέγονταν περὶ τῆς φύσεως τῶν πάντων ὅπως οἱ περισσότεροι ἀπό τους ἄλλους φιλοσόφους, ἐξετάζοντας δηλαδὴ πῶς εἶναι κατασκευασμένος ὁ ὑπὸ τῶν φιλοσόφων καλούμενος κόσμος καὶ ἀπὸ ποιὲς ἀναγκαῖες αἰτίες συμβαίνουν τὸ καθένα χωριστά, τὰ οὐράνια φαινόμενα, ἀλλά καὶ ἐκείνους, πού ἐφρόντιζαν γιὰ αὐτά, τοὺς ἀπεδείκνυε μωροὺς (...) ἐπειδή καὶ ἐκεῖνοι, πού πάρα πολὺ ὑπερηφανεύονται, γιατί ὁμιλοῦν περὶ αὐτῶν, δὲν ἔχουν τὶς ἴδιες γνῶμες ἀναμεταξύ τους (...) ἄλλοι μὲν ἔχουν τὴ γνώμη, ὅτι ἕνα μόνο εἶναι τὸ Ὄν, ἄλλοι δέ, ὅτι εἶναι ἄπειρα κατὰ τὸ πλῆθος καὶ ἄλλοι μέν, ὅτι τὰ πάντα κινοῦνται αἰωνίως, ἄλλοι δέ, ὅτι τίποτε οὐδέποτε δὲν θέλει λάβει κίνηση, καὶ ἄλλοι μέν, ὅτι τὰ πάντα γίνονται καὶ καταστρέφονται, καὶ ἄλλοι πώς μήτε νὰ γεννηθεῖ κάτι εἶναι ποτὲ δυνατὸν μήτε νὰ καταστραφεῖ (...). Περὶ ἐκείνων μὲν λοιπόν, πού ἀσχολοῦνταν μὲ αὐτά, παρόμοια μιλοῦσε· αὐτὸς δὲ περὶ τῶν ἀνθρώπινων πάντοτε συνδιαλέγονταν ἐξετάζοντας τί εἶναι εὐσέβεια, τί εἶναι ἀσέβεια, τί εἶναι καλόν, τί εἶναι αἰσχρόν, τί εἶναι δίκαιον, τί εἶναι ἄδικον, τί εἶναι σωφροσύνη, τί εἶναι μανία, τί εἶναι ἀνδρεία, τί εἶναι δειλία, τί εἶναι πόλις, τί εἶναι ἀνήρ πολιτικός, τί εἶναι ἀρχὴ ἀνθρώπων, τί εἶναι ἀνήρ ἱκανὸς νὰ ἄρχει ἀνθρώπων, καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὅσοι τὰ ἐγνώριζαν, τοὺς ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι τελείως μορφωμένοι, ὅσοι δὲ τὰ ἀγνοοῦσαν, νόμιζεν ὅτι δικαίως θὰ καλοῦνταν δουλόφρονες»[37].

Ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν, λοιπόν, οὔτε σοφιστής, οὔτε «φυσικός». Ἤθελε νὰ εἶναι ἁπλά σοφός: «Ἐγώ πράγματι ἀπόκτησα τὸ ὄνομα αὐτό, τὸν ἐμφανίζει νὰ λέει ὁ Πλάτων στὴν Ἀπολογία ἄλλα ὄχι ἀπὸ ἄλλο τίποτε παρὰ ἀπὸ κάποια σοφία»[38]. Καὶ γι’ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ σοφία εἶχε διαθεβαιώσει ὁ θεὸς μὲ τὴν ἀπάντησή του τὸν Χαιρεφώντα στοὺς Δελφούς. Μὰ οἱ δυὸ πηγὲς μας διαφέρουν ὡς πρὸς τὸ ποιόν της. Γιὰ τὸν Ξενοφώντα, αὐτὴ ἡ σοφία ἦταν οὐσιαστικὰ πραγματιστικὴ καὶ ὠφελιμιστική: «Π.χ. ἔλεγεν, ὅτι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου πρέπει νὰ μαθαίνει κανεὶς γεωμετρία, ἕως ὅτου γίνει ἱκανός, ἐὰν ποτὲ παρουσιάζονταν ἀνάγκη, μέρος γῆς σωστὰ μὲ τὸ μέτρο ἤ νὰ τὸ παραλάβει ἤ νὰ τὸ παραδώσει ἤ νὰ τὸ διαμοιράσει ἤ νὰ τὸ κτίσει· τόσο δὲ εὔκολον ἔλεγεν, ὅτι εἶναι νὰ τὸ μάθει κανεὶς αὐτό, ὥστε ἐκεῖνος πού προσέχει στὴν καταμέτρηση καὶ πόσον εἶναι τὸ μέρος τῆς γὴς μαθαίνει συγχρόνως καὶ ἀπέρχεται γνωρίζοντας πῶς γίνεται ἡ καταμέτρηση. Τὸ νὰ μαθαίνει δὲ κανεὶς γεωμετρία μέχρι τῶν δυσνοήτων γεωμετρικῶν σχημάτων, τὸ ἀπεδοκίμαζε «Διότι εἰς τί μὲν ὤφελοῦν αὐτά ἔλεγεν, ὅτι δὲν κατανοεῖ...»[39]. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὴν ἀστρονομία καὶ τὴ μελέτη τῶν οὐρανίων φαινομένων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε κανεὶς νὰ συγκρατεΐ παρὰ μόνο ὅ,τι μποροῦσε νὰ φανεῖ χρήσιμο στὸν ταξιδιώτη, τὸν στρατιώτη καὶ τὸν κυνηγό. Κι εἶναι τοῦτος ὁ Σωκράτης πού συνιστοῦσε στὸν φίλο του Ἀρίσταρχο, ἀνήσυχο ἐπειδὴ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ τρέφει τὶς πολυάριθμες γυναῖκες τῆς οἰκογένειάς του, νὰ τὶς βάλει νὰ δουλεύουν στὴν ἐπεξεργασία τοῦ μαλλιοῦ καὶ νὰ ἐξοικονομοῦν ἔτσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν πουλώντας τὸ προϊόν της δουλειᾶς τους. Καὶ στὸν γέρο Εὔθηρο νὰ ἐπιδιώξει νὰ ἐξασφαλίσει τὰ γηρατειὰ τοῦ βρίσκοντας μιὰ θέση ἐπιστάτη σὲ κάποιον πλούσιο ἰδιοκτήτη. Καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀμφιθάλουμε γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν χαρακτηριστικῶν αὐτῶν τοῦ Σωκράτη πού ὁ Ξενοφῶν παρουσιάζει στὰ Ἀπομνημονεύματα ἤ στὸν Οἰκονομικό. Ἀλλὰ ὁ Σωκράτης αὐτὸς δὲν θὰ εἶχε ἀνησυχήσει τὴν πόλη καὶ τοὺς ἰθύνοντές της. Ἐνῶ ὁ Σωκράτης ἐκεῖνος, πού εἶχε ἀνακαλύψει ὅτι ὅσοι ἰσχυρίζονταν πώς ἦταν τάχα σοφοὶ σὲ κάποιον τομέα δὲν ἦταν καθόλου, καὶ ὅτι ἡ δική του σοφία συνίστατο ἀκριβῶς στὴν ἐπίγνωσή του πώς δὲν γνώριζε τίποτα, καὶ ἐπιπλέον εἶχε βαλθεῖ νὰ τὸ ἀποδείξει στοὺς συμπολίτες του, ὁ Σωκράτης αὐτὸς παρουσίαζε ἕναν πραγματικὸ κίνδυνο. Αὐτὸς ὁ ἀμφισβητίας Σωκράτης, εἶναι περισσότερο ὁ Σωκράτης τοῦ Πλάτωνα κι ὄχι τοῦ Ξένοφώντα. «Ἀπὸ αὐτὴ δὰ τὴν ἐξέταση, λοιπόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολλὰ μίση ἔχω ἀποκτήσει, μίση δυσμενέστατα καὶ ἐνοχλητικότατα, ὥστε νὰ μοῦ γίνουν αἴτια πολλῶν διαβολῶν καὶ νὰ μοῦ κολλήσουν τὸ ὄνομα «σοφός». Γιατί οἱ ἑκάστοτε παρόντες στὶς συζητήσεις μου νομίζουν, πώς ἐγὼ εἶμαι σοφὸς σὲ ὅ,τι τὸν ἄλλον ἀμαθή μὲ τὸν ἔλεγχό μου ἀποδείξω· ἐνῶ, καθὼς φαίνεται, κύριοι, ὁ θεὸς μόνον εἶναι σοφὸς καὶ κανεὶς ἄλλος, καὶ στὸν χρησμὸ του αὐτὸν (αὐτὸν πού δόθηκε στὸν Χαιρεφώντα) αὐτό, νομίζω, θέλει νὰ πεῖ, πώς πολὺ λίγη ἀξία ἔχει ἡ ἀνθρώπινη σοφία - μηδαμινὴ - καὶ φανερὸ εἶναι, πώς δὲν θέλει νὰ πεῖ ὅτι ὁ Σωκράτης εἶναι σοφώτατος, ἀλλ’ ὡς παράδειγμα μετεχειρίσθηκε τὸ ὄνομά μου γιὰ νὰ πεῖ, ὅπως θάλεγε μ’ ἄλλα λόγια, ὅτι: αὐτός ἀπό σᾶς, ὦ ἄνθρωποι, σοφώτατος εἶναι, πού ἔχει καταλάβει, πώς, ὅσο γιὰ τὴ σοφία του, στὰ ἀληθινὰ τίποτε δὲν ἀξίζει. Νά, λοιπὸν γιατί, καὶ σήμερα ἀκόμη, πηγαίνω παντοῦ καὶ ζητῶ κι ἐρευνῶ ὅλους αὐτοὺς τοὺς συμπολίτες μου ἀλλὰ καὶ τοὺς ξένους πού μοῦ φαίνονται σοφοὶ· κι ὅταν ἀνακαλύπτω πῶς δὲν εἶναι γίνομαι ὁ ὑπέρμαχος τῶν θεῶν, ἀποδεικνύοντας πώς δὲν εἶναι σοφοὶ»[40].

Γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει, ὁ Σωκράτης χρησιμοποιοῦσε μιὰ μέθοδο, τὴ μαιευτική, πού εἶχε δανεισθεῖ ἀπὸ τὴν τέχνη τῆς μαίας μητέρας του. Ξεκινώντας ἀπὸ τὴ φαινομενικὰ ἁπλὴ ἀπάντηση πού τοῦ εἶχε δώσει ὁ συνομιλητής του στὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ θεμελιώδη ἐρωτήματα πού τὸν ἀπασχολοῦσαν, ἀνέλυε τὰ στοιχεῖα της γιὰ νὰ ὁδηγήσει τελικὰ αὐτόν πού ἦταν τόσο βέβαιος γιὰ τὶς γνώσεις του νὰ ἀναγνωρὶσει τὶς ἀδυναμίες του. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει γιὰ παράδειγμα στὸν Γοργία μὲ τὸν ὀξύθυμο Καλλικλῆ. Αὐτὸς εἶχε πάρει τὸν λόγο, ἀφοῦ εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ ἀλάνθαστος Γοργίας πρῶτα, ὁ νεαρὸς Πῶλος κατόπιν, εἶχαν ἀναγκασθεΐ νὰ πέσουν σὲ ἀντιφάσεις καὶ νὰ δικαιώσουν τὸν Σωκράτη. Αὐτόν, δὲν θὰ τὸν κορόϊδευαν καὶ θὰ συνέχιζε νὰ ὑποστηρίζει πώς ἦταν καλύτερα νὰ διαπράττει κανεὶς ἀδικίες ἀπὸ τὸ νὰ τὶς ὑφίσταται. Κι ὅμως, στὸ τέλος ἑνὸς λεπτῶν ἀποχρώ- σεων διαλόγου, ἀναφωνεῖ κι αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του: «Δὲν καταλαβαίνω πώς κάθε φορά στρέφεις τοὺς λόγους ἄνω καὶ κάτω, Σωκράτη...». Κι αὐτός θὰ ὑποχρεωθεῖ νὰ παραδεχθεῖ μὲ κάποια «βεβαίως», «μάλιστα», «εἶναι φανερό», πώς οἱ παρατηρήσεις τοῦ Σωκράτη εἶναι ἀναντίρρητες. Κι ἔτσι δικαιώνεται ἡ ρήση πού ὁ Πλάτων ἀποδίδει στὸν Σωκράτη στὸν Φαίδωνα: «ἐρωτώμενοι οἱ ἄνθρωποι μὲ τρόπον μεθοδικῶς ἄψογον λέγουν οἱ ἴδιοι ὅλα, ὅπως ἔχουν στὴν πραγματικότητα»[41].

Ἀλλὰ ταυτόχρονα, μ’ αὐτὲς τὶς ἀδιάκοπες ἐρώτησεις, ὁ Σωκράτης ἔφερνε τοὺς συνομιλητές του σὲ σημεῖο νὰ γνωρίζουν καλύτερα τὸν ἑαυτό τους. Αὐτὸ διαπιστώνει ὁ Νικίας, ὁ περίφημος στρατηγὸς στὸν διάλογο πού φέρει τὸ ὄνομα Λάχης: «Δὲν μοῦ φαίνεσαι νὰ ξέρεις ὅτι ὅποιος πηγαίνει τόσο κοντὰ στὸν Σωκράτη μὲ τὸν λόγο, ὅσο κοντὰ μας εἶναι ὁ συγγενής μας, καὶ τὸν πλησιάζει γιὰ νὰ συζητήσει μαζί του, ἀναγκάζεται, κι ἂς ἄρχισε πρὶν τὴ συζήτηση γιὰ κάποιο ἄλλο θέμα, νὰ ἀφήνει νὰ περιάγεται ἀπὸ αὐτόν μὲ τὸν λόγο, ὥσπου νὰ φτάσει στὸ σημεῖο νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, τί λογῆς ζωὴ κάνει τώρα, καὶ τί ζωὴ ἔζησε ὡς τώρα. Κι ὅταν φτάσει αὐτοῦ, δὲν ξέρεις ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀφήσει ὁ Σωκράτης, ἂν δὲν ἐλέγξει ὅλα πέρα γιὰ πέρα. Μοῦ εἶναι καλὰ γνωστὸς ἐμένα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος καὶ γνωρίζω ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει κανεὶς αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπὸ αὐτόν καὶ ξέρω καλὰ πώς ὁ ἴδιος θὰ τὰ πάθω. Εὐχαριστιέμαι ὅμως, Λυσίμαχε, μὲ τὴ συντροφιά του καὶ νομίζω πώς δὲν εἶναι καθόλου κακὸ νὰ μᾶς ξαναθυμίζουν ὅ,τι δὲν ἐκάναμε ἡ δὲν κάνουμε καλά. Ἀντίθετα, νομίζω, γίνεται πιὸ συνετὸς στὸ μέλλον ὅποιος δὲν ἀποφεύγει τοῦτο τὸν ἔλεγχο, ἀλλά θέλει, σύμφωνα μὲ τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Σόλωνα, καὶ κρίνει ἄξιο νὰ μαθαίνει ὅσο ζεῖ καὶ δὲν νομίζει ὅτι τὰ γηρατειὰ ἔρχονται βάζοντας μόνα τους γνώση»[42].

Ὁ Σωκράτης δὲν ὑπέβαλλε μόνον ἐρωτήσεις, ἦταν καὶ «μαιευτὴρ» ψυχῶν. Ἡ φιλοσοφία του ἦταν πάνω ἀπ’ ὅλα ἕνα εἶδος Ἠθικῆς. Κι ἂν τὸ σημεῖο ἐκκίνησης τῆς σκέψης του, ὅτι ἦταν ὁ μόνος πού ἤξερε «πώς ἡ σοφία τοῦ εἶναι ἕνα τίποτα», φαινόταν νὰ συμπίπτει μὲ τὴν ἀρνητικὴ κριτικὴ τῶν σοφιστῶν, ἡ ἠθική του ἀντίθετα εἶχε ἕνα θετικὸ περιεχόμενο: νὰ ἀρνεῖται κανεὶς σὲ κάθε περίσταση νὰ διαπράττει τὴν ἀδικία καὶ νὰ ἔχει κατὰ νοῦ πρωτίστως νὰ προετοιμάζεται ψυχικὰ γιὰ τὴν ἀρετή, ἀντιστεκόμενος σὲ ὅ,τι φαίνεται ἐπιθυμητό, μὰ πού στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ πλάνη. «Γιατί ἐγώ, - λέει στὴν Ἀπολογία - περιερχόμενος στὴν πόλη τίποτε ἄλλο δὲν κάνω παρὰ προσπαθῶ νὰ πείθω ἐσᾶς, τόσο τοὺς νέους ὅσο καὶ τοὺς ἡλικιωμένους, μήτε γιὰ τὸ σῶμα σας μήτε γιὰ χρήματα νὰ φροντίζετε, πρίν να φροντίσετε πάρα πολὺ γιὰ τὴν ψυχή σας, πῶς θὰ εἶναι ἄριστη ὅσον τὸ δυνατόν, λέγοντας, πώς δὲν ἀποκτᾶται μὲ τὰ χρήματα ἡ ἀρετή, ἀλλά μὲ τὴν ἀρετή τὰ χρήματα καὶ τ’ ἄλλα ἀγαθά, τόσο τὰ ἰδιωτικὰ ὅσο καὶ τὰ δημόσια»[43]. Ἀλλά γιὰ τὸν Σωκράτη δὲν ἦταν ἀρκετὸ νὰ κηρύττει τὴν ἠθική αὐτή, ἤθελε νὰ πείσει τοὺς συμπολίτες του καὶ νὰ τὴν υἱοθετήσουν: «πού δὲν παύω ὅλη τὴν ἥμερα νὰ σᾶς ξυπνῶ καὶ νὰ σᾶς συμβουλεύω καὶ νὰ κατακρίνω τὸν καθένα σας, κολώντας παντοῦ σὰν τὴ μύγα»[44]. Διαβλέπει ἤδη κανεὶς μέσα ἀπ’ ὅλα αὐτά, πώς ἔτσι φερόμενος, μποροῦσε νὰ φαίνεται ἐνοχλητικός. Καὶ γινόταν ἀκόμα περισσότερο ὀχληρός, ρωτώντας τὸν καθένα γιὰ τὰ προβλήματά του, ἀποφεύγοντας ὅμως νὰ συμμετέχει μὲ ἐνεργό τρόπο στὴ ζωὴ τῆς πόλης: «Ἀλλ’ ἴσως περίεργο φανεῖ, ὅτι ἐγὼ περιερχόμενος τὴν πόλη ἰδιαιτέρως μὲν δίδω τὶς συμβουλὲς αὐτὲς καὶ ἀνακατεύομαι στὴ διαγωγὴ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, δημοσίᾳ ὅμως δὲν τολμῶ νὰ συμβουλεύω τὸ κοινὸ ἀνεβαίνοντας στὴν ἐκκλησία σας (...) Γιατί, ἂν ἔγω, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐπιχειροῦσα πρὸ πολλοῦ ν’ ἀναμειγνύωμαι στὰ πολιτικά, πρὸ πολλοῦ θὰ εἶχα χαθεῖ, νὰ εἶσθε βέβαιοι γιὰ αὐτό, καὶ οὔτε σᾶς θὰ εἶχα ὠφελήσει καθόλου, οὔτε τὸν ἑαυτό μου. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴν ὀργίζεσθε ἐναντίον μου, ἂν λέγω τὴν ἀλήθεια· καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτή. Δὲν ὑπάρχει πολιτευόμενος, πού θὰ μπορέσει νὰ σωθεῖ, ἂν ἀπὸ εἰλικρινή ἀφοσίωση, πρὸς τὸ γενικὸ συμφέρον ἐναντιώνεται πρὸς σᾶς ἤ πρὸς ἄλλο δημοκρατικὸ πλῆθος καὶ ἂν μὲ τὸ πρέπον θάρρος ἐμποδίζει τὰ πολλὰ ἄδικα καὶ παράνομα»[45].

Τὰ λόγια αὐτὰ πού ὁ Πλάτων ἀποδίδει στὸν διδάσκαλό του μᾶς κάνουν νὰ θέσουμε ἕνα ἐρώτημα πού θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε τὴ δίκη καὶ τὴν καταδίκη τοῦ Σωκράτη: τί σκεπτόταν ὁ φιλόσοφος γιὰ τὴν ἀθηναϊκὴ δημοκρατία;

 

 

Ὁ Σωκράτης καὶ ἡ κριτικὴ τῆς δημοκρατίας

 

Πρέπει πρῶτα νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ κάτι πού θεωροῦμε δεδομένο. Εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν γνωρίζουμε τὴ σκέψη τοῦ Σωκράτη παρὰ μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ξενοφώντα πού καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος ὑπῆρξαν ἀντίπαλοι τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Τί ρόλο ἔπαιξε ἡ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη σ’ αὐτή τὴν ἔχθρα, δὲν ἔχουμε πραγματικὰ κανένα μέσον νὰ τὸ μάθουμε. Καὶ μάλιστα, κάποιες ἀπὸ τὶς κριτικὲς πού διατυπώθηκαν ἐναντίον τοῦ ἀθηναϊκοΰ πολιτικοῦ καθεστῶτος ἐντάσσονται στὴ λογικὴ τῶν ἀρχῶν πού διακηρύχτηκαν ἀπὸ τὸν Σωκράτη. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ τὰ δοῦμε ὅλα αὐτὰ ἀπὸ πιὸ κοντά.

Ἂς δώσουμε τὸν πρῶτο λόγο σ’ ἕνα κείμενο πού εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀξιοσημείωτες σελίδες πολιτικῆς φιλοσοφίας πού ἔχουν γραφεῖ ποτέ: τὴν περίφημη Προσωποποιία τῶν νόμων τοῦ Κρίτωνα. Πρόκειται βέβαια γιὰ ἕνα κείμενο πού ἔχει συλληφθεῖ καὶ γραφεῖ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα. Ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀμφισβητήσει κανεὶς πώς εἶναι πιστὸς στὴ σκέψη τοῦ δασκάλου του. Ξέρουμε τὸ περιεχόμενο: Ὁ Σωκράτης βλέπει νὰ καταφθάνει στὴ φυλακὴ ὁ παλιός του φίλος Κρίτων, ἀναστατωμένος γιατί ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἱεροῦ πλοίου προαναγγέλλει τὸν ἐπερχόμενο θάνατο τοῦ φιλοσόφου. Ἔτσι τὸν ἱκετεύει νὰ δεχθεῖ νὰ ἀκούσει τὶς συμβουλὲς τῶν φίλων του καὶ νὰ διαφύγει πρὶν τὴ μοιραία σύλληψη. Ὁ Σωκράτης ἄρνεῖται καί, γιὰ νὰ πείσει τὸν φίλο του, φαντάζεται πώς οἱ νόμοι τῆς πόλης ὀρθώνονται μπροστά του γιὰ νὰ τοῦ θυμίσουν τὶς ὑποχρεώσεις του σ’ αὐτούς. Διαφεύγοντας, ὁ Σωκράτης θὰ ἐναντιωνόταν στὴν πόλη καὶ θὰ τὴν κατέστρεφε, μὴ σεβόμενος τὴν ἐτυμηγορία της. Ἔτσι, ἡ πόλη καὶ οἱ νόμοι πού τὴ διέπουν πρέπει νὰ εἶναι σεβαστοὶ ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ γεννήτορες στοὺς ὁποιους ὀφείλουμε τὴ ζωή μας: «Ἢ τόσον σοφὸς εἶσαι, ὥστε ἔχει διαφύγει τὴν προσοχή σου, ὅτι ἀπὸ τὴ μητέρα καὶ τὸν πατέρα καὶ ὅλους τους ἄλλους προγόνους εἶναι πολυτιμότερο ἡ πατρίδα καὶ σεβαστότερο καὶ ἅγιοτερο καὶ ἀνώτερο καὶ κατὰ τὴ γνώμη τῶν θεῶν καὶ κατὰ τὴ γνώμη τῶν ἀνθρώπων τῶν φρονίμων καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὴ σεβόμαστε καὶ νὰ ὑπακοῦμε σ’ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν περιποιούμεθα, ὅταν ὀργίζεται, περισσότερο ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ ἤ νὰ προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε αὐτή ἤ νὰ ἐκτελοῦμε τὶς διαταγές της καὶ νὰ πάσχουμε ἂν μᾶς διατάσσει νὰ πάθουμε κάτι ἀδιαμαρτύρητα καὶ εἴτε διατάσσει νὰ μᾶς δέρνουν, εἴτε νὰ μᾶς ρίχνουν στὴ φυλακὴ καὶ εἴτε σὲ πόλεμο μᾶς ὁδηγεῖ γιὰ νὰ πληγωθοῦμε ἡ νὰ φονευθοῦμε, πρέπει νὰ πράττουμε αὐτά, καὶ τὸ δίκαιο ἔτσι εἶναι, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποχωροῦμε, οὔτε νὰ ἀποφεύγου- μέ, οὔτε νὰ ἐγκαταλείπουμε τὴν τάξη, ἀλλά καὶ στὸν πόλεμο καὶ στὸ δικαστήριο καὶ πανταχοῦ πρέπει νὰ πράττουμε ὅσα διατάσσει ἡ πόλη καὶ ἡ πατρίδα...»[46]. Ἡ Ἀθήνα εἶναι γῆ τῆς ἐλευθερίας. Δὲν ὑποχρεώνει κανέναν νὰ δεχθεῖ τὸ πολιτικό της καθεστὼς καὶ τοὺς νόμους πού τὸ στηρίζουν: «Ὅποιος δὲ ἀπὸ σᾶς παραμείνει βλέποντας μὲ ποιὸ τρόπο καὶ τὶς δίκες δικάζουμε καὶ κατὰ τὰ ἄλλα διοικοῦμε τὴν πόλη, ἤδη ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἐμπράκτως αὐτὸς ἔχει ὑποσχεθεῖ σέ μᾶς, ὅτι θὰ πράττει ὅσα διατάσσουμε καὶ ὅποιος δὲν πείθεται, λέμε, ὅτι διαπράττει τριπλὸ ἀδίκημα, καὶ διότι δὲν πείθεται σέ μας, ἐνῶ εἴμεθα οἱ γονεῖς του, καὶ διότι δὲν ὑπακούει σέ μας, ἐνῶ τὸν ἀναθρέψαμε, καὶ διότι, ἐνῶ πράγματι συμφώνησε νὰ ὑπακούει σὲ μᾶς οὔτε πείθεται οὔτε προσπαθεῖ νὰ μᾶς πείσει, ἂν δὲν πράττουμε κάτι καλῶς, ἐνῶ ἐμεῖς ἀφήνουμε ἐλεύθερη τὴν ἐκλογή νὰ μᾶς πείθει ἤ νὰ πείθεται, καὶ ἐνῶ δὲν προτάσσουμε αὐστηρὰ νὰ πράττει ὅσα διατάσσουμε, ἀλλὰ ἐνῶ ἐπιτρέπουμε τὸ ἕνα ἐκ τῶν δύο, δηλαδὴ ἤ νὰ μᾶς πείθει ἤ νὰ πράττει ταῦτα, οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο κάνει»[47]. Ἑπομένως ὁ Σωκράτης ἐπέλεξε νὰ μείνει καὶ νὰ ζήσει στὴν Ἀθήνα. Ἔκανε παιδιά. Δὲν προτίμησε τὴν ἐξορία σὲ μιὰ ὁποιαδήποτε ἀπὸ αὐτές τὶς πόλεις, τὴ Σπάρτη ἡ τὴν Κρήτη, τῶν ὁποίων τοὺς νόμους ἀρέσκονται νὰ ἐπαινοῦν. Εἶχε λοιπὸν κάνει μὲ τοὺς νόμους τῆς πόλης ἕνα εἶδος συμβολαίου. Διαφεύγοντας, θὰ παραβίαζε τοὺς ὅρους του, θὰ διέπραττε μιὰν ἀδικία: «γιατί τίποτε ἐδῶ δὲν φαίνεται, ὅτι εἶναι ὠφελιμότερο σὲ σένα, ἐὰν πράττεις αὐτά, οὔτε δικαιότερον οὔτε ὀσιότερο, οὔτε σὲ κανένα ἄλλον ἀπὸ τοὺς δικούς σου (...) Ἐὰν δὲ φύγεις τόσο ἀναίσχυντα ἀφοῦ ἀνταποδώσεις τὸ ἀδίκημα καὶ τὸ κακούργημα μὲ κακούργημα, ἀφοῦ παραβεῖς καὶ τὶς ὑποσχέσεις σου καὶ τὶς συμφωνίες σου πρὸς ἐμᾶς καὶ κακοποιήσεις αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἐλάχιστα πρέπει, δηλαδὴ καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τοὺς φίλους καὶ τὴν πατρίδα καὶ ἐμᾶς, καὶ ἐμεῖς θὰ ὀργισθοῦμε ἐναντίον σου, ἐν ὅσῳ ζεῖς, καὶ στὸν Ἅδη οἱ ἀδελφοί μας, οἱ νόμοι τοῦ Ἅδη, θὰ σὲ ὑποδεχθοῦν δυσμενῶς, ἀφοῦ θὰ γνωρίζουν ὅτι καὶ ἐμᾶς ἐπιχείρησες νὰ καταστρέφεις ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ σένα»[48].

Ἔτσι, ὁ Σωκράτης δὲν ἀμφισβητοῦσε τὸ καθεστὼς τῆς πόλης ὅπου εἶχε γεννηθεῖ, ὅπου εἶχε δημιουργήσει οἰκογένεια καὶ τῆς ὁποίας δεχόταν τοὺς νόμους. Ἀλλά, κι ἂν δὲν ἦταν ἀντίπαλός τῆς δημοκρατίας αὐτῆς καθ’ ἑαυτῆς, κι ἂν μάλιστα, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Ξενοφώντα, μποροῦσε νὰ θεωρεῖται «φίλος του λαοῦ»[49], ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ διατύπωνε σοβαρὲς κριτικὲς ἐναντίον τῆς πραγματικῆς λειτουργίας τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Στὸν ἴδιο αὐτὸ διάλογο, τὸν Κρίτωνα, ὅπου διακηρύττει τὴν πίστη του στούς νόμους τῆς πόλης, ἀμφισβητεῖ τὴν ἱκανότητα τοῦ πλήθους, τοῦ ὄχλου, στὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, νὰ κρίνει γιὰ τὸ καλό, τὸ ὡραῖο καὶ τὸ δίκαιο. Στὰ Ἀπομνημονεύματα, ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει μιὰ συζήτηση πού φαίνεται πώς εἶχε ὁ Σωκράτης μὲ τὸν Χαρμίδη γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ κατανικήσει τὴ δειλία του καὶ νὰ μὴ διστάζει νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου: «Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ σοῦ δείξω, εἶπε, ὅτι, ἐνῶ οὔτε τοὺς φρονιμωτάτους ντρέπεσαι οὔτε τοὺς ἰσχυροτάτους φοβᾶσαι, ἐνώπιον τῶν ἀφρονεστάτων καὶ ἀσθενεστάτων αἰσχύνεσαι νὰ ὁμιλεῖς. Γιατὶ ποὶ- ούς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὑφαντές ἤ τοὺς ὑποδηματοποιοὺς ἤ τοὺς κτίστες ἤ τοὺς χαλκεῖς ἤ τοὺς γεωργοὺς ἤ τοὺς ἐμπόρους ἤ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στὴν ἀγορὰ μεταπωλοῦν καὶ φροντίζουν, ἀφοῦ ἀγοράσουν ἕνα πράγμα ὅσον τὸ δυνατὸν σὲ μικρότερη τιμή, νὰ τὸ πουλήσουν σὲ μεγαλύτερη, ντρέπεσαι; Γιατί ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς συνίσταται ἡ Ἐκκλησία τοῦ δήμου»[50]. Ἄλλοῦ, καὶ στὰ Ἀπομνημονεύματα καὶ στὸν Οἰκονομικό, ὁ Ξενοφῶν ἀποδίδει στὸν Σωκράτη τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα περιφρονητικὰ λόγια γιὰ τοὺς τεχνίτες. Ὡστόσο εἴδαμε ἄλλοῦ ὅτι τοῦ Σωκράτη τοῦ ἄρεσε νὰ συζητεῖ μ’ αὐτοὺς γιὰ τὴν τέχνη τους. Απλά, ἔκρινε ὅτι τὸ νὰ εἶναι κάποιος καλὸς σ’ ἕνα ἐπάγγελμα, σὲ μιὰ τέχνη, δὲν συνεπάγεται ὅτι θὰ εἶναι καλὸς καὶ στὴν πολιτική. Σὲ ἀντίθεση ὅμως μὲ τοὺς πολέμιους τῆς δημοκρατίας, δὲν ἀναγνώριζε τὴν ἱκανότητα αὐτή οὔτε καὶ στοὺς πιὸ πλούσιους ἤ τοὺς εὐγενεῖς καὶ ἰδιαίτερα στοὺς νεαροὺς αὐτοὺς τῶν πιὸ ἀριστοκρατικῶν ἀθηναϊκῶν οἰκογενειῶν πού τοὺς ἄρεσε νὰ τὸν περιστοιχίζουν, Ἀρκεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦμε, νὰ ξαναδιαβάσουμε τὸν Πρῶτο Ἀλκιβιάδη. Ὁ Σωκράτης ἀποδεικνύει ἐκεῖ, στὸν λαμπρὸ μαθητή του πώς ὅ,τι ἔχει μάθει δὲν θὰ τοῦ χρησιμεύσει σὲ τίποτα ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι θὰ συσκέπτονται γιὰ τὰ δημόσια ἔργα, γιὰ τὸ ναυτικὸ ἤ γιὰ κάποιο θέμα πού θὰ χρειάζεται πρόβλεψη, ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει καὶ πώς ἂν δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ διακρίνει τὸ δίκαιο ἀπὸ τὸ ἄδικο, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάνει τάχα πώς συμβουλεύει τοὺς ἄλλους. Κι ὁ Σωκράτης καταλήγει, προσάπτοντας στὸν Ἀλκιβιάδη ὅτι πιστεύει πώς ξέρει πράγματα πού δὲν ξέρει: «Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καὶ ὅρμησες πρὸς τὴν πολιτική, προτοῦ κὰν ἀποκτήσεις τὴν πρέπουσα μόρφωση . Δὲν τόχεις δὲ πάθει αὐτὸ μόνος σύ, ἀλλὰ ἐπίσης οἱ περισσότεροι πού διαχειρίζονται τὰ ζητήματα αὐτῆς ἐδῶ της πολιτείας, ἐκτός βέβαια ὀλίγων, καὶ ἴσως καὶ τοῦ Περικλῆ τοῦ κηδεμόνα σου»[51]. Ἀλλὰ κι αὐτὸς ἀκόμη ὁ Περικλῆς κατηγορεῖται πώς δὲν ἔκανε τοὺς γιοὺς του ἐνάρετους καὶ εὐφυεῖς. Καί, στὸν Γοργία, δὲν τοῦ χαρίζεται περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι στοὺς ἄλλους μεγάλους ἄνδρες τῆς ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν. Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν περίπτωση τοῦ Περικλῆ, ὁ Σωκράτης τοῦ Πρώτου Ἀλκιβιάδη ἐντάσσεται σ’ ἕνα ὁλόκληρο ρεῦμα σκέψης, ἐκφραζόμενο ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Θουκυδίδη, πού θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀρχή της παρακμῆς τῆς πόλης συνέπιπτε χρονικὰ μὲ τὴν ἀνάδειξη στὴν πολιτικὴ σκηνή, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ, αὐτῶν τῶν «νέων ἀνδρῶν», πού προέρχονταν ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν τεχνιτῶν, καὶ πού, κολακεύοντας τὸν λαό, τὸν παρέσυραν σὲ ἐπικίνδυνες περιπέτειες. Ὁ Κλέων, τὸ εἴδαμε, ἦταν ὁ τύπος ἀκριβῶς τῶν δημαγωγῶν ἐκείνων, αὐτῶν τῶν χωρὶς ἐνδοιασμοὺς πολιτικῶν τοὺς ὁποίους οἱ περιστάσεις τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου εἶχαν φέρει στὸ προσκήνιο. Ἀντίθετα, ὁ Σωκράτης τοῦ Γοργία ἀρνιόταν νὰ δεῖ κάποια διαφορὰ μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων πολιτικῶν. Ὁ Περικλῆς «ἔκαμε τοὺς Ἀθηναίους φυγόπονους καὶ δειλοὺς καὶ φλύαρους καὶ φιλάργυρους, γιατί πρῶτος εἰσήγαγε τὴν πληρωμὴ μισθῶν γιὰ τὶς προσφερόμενες στὴν πόλη ὑπηρεσίες ἀπὸ τοὺς πολίτες»[52]. Αὐτοί πού εἶχαν προηγηθεῖ στὴν ἡγεσία τῆς πόλης, οἱ Θεμιστοκλῆς, Κίμων, Μιλτιάδης, δὲν ἄξιζαν περισσότερο. Βέβαια, «πολεμικὰ δὲ πλοῖα, καὶ φρούρια, καὶ ναυστάθμους καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα (...) ἦταν ἰκανότεροι ἐκεῖνοι ἀπό τους σημερινοὺς νὰ προμηθεύουν στὴν πόλη»[53]. Δὲν ἦταν ὡστόσο ἱκανοὶ νὰ κάνουν καλύτερούς τους συμπολίτες τους ἀπὸ ὅ,τι ἤδη ἦταν, κι ἡ ἀπόδειξη εἶναι πώς οἱ Ἀθηναῖοι καταδίκασαν τὸν Περικλῆ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἐξοστράκισαν τὸν Κίμωνα καὶ τὸν Θεμιστοκλῆ, ἐπεδίκασαν στὸν Μιλτιάδη ἕνα πρόστιμο πού δὲν μπόρεσε νὰ πληρώσει, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πεθάνει στὴ φυλακή. Ὁ Σωκράτης ἔφερνε ἔτσι, τὸν συνομιλητὴ τοῦ Καλλικλῆ, ἀντιμέτωπο μὲ μιὰ ἀπὸ αὐτές τὶς ἀντιφάσεις πού ἦταν τὸ μυστικὸ τῶν ἀποδείξεών του. Ἐὰν ὁ Μιλτιάδης, ὁ Κίμων, ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Περικλῆς ἦταν καλοὶ πολιτικοί, θὰ εἶχαν κάνει καλύτερούς τους Ἀθηναίους. Ἀλλὰ τότε πῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὸ ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἔχοντας γίνει δίκαιοι μπόρεσαν νὰ καταδικάσουν ἄδικα τοὺς ἡγέτες τους. Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχτοῦμε πώς δὲν ἦταν ἄξιοι νὰ ὁδηγήσουν τὴν πόλη στὸ δρόμο τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ ἄντιληψη αὐτή γιὰ τὸν πολιτικὸ εἶναι φυσικὰ πλατωνική. Φέρνει στὸν νοῦ τὸν φιλόσοφο-βασιλέα τῆς Πολιτείας ἡ συγγραφὴ τῆς ὁποίας πιστεύεται πώς λίγο ἕπεται τοῦ Γοργία. Σημαίνει δηλαδὴ πῶς οἱ ἰδέες πού ἐκφράζονται ἐδῶ ἀπὸ τὸν Σωκράτη δὲν εἶναι καθαρὰ δικές του, κι ὅτι αὐτός δὲν εἶναι παρὰ ὁ διερμηνευτὴς τοῦ Πλάτωνα; Στὰ Ἀπομνημονεύματα (III, 6), ὁ Ξενοφῶν μεταφέρει μιὰ συζήτηση τοῦ Σωκράτη μὲ τὸν Γλαύκωνα, τὸν ἀδελφό τοῦ Πλάτωνα, πράγμα πού δὲν εἶναι χωρὶς ἐνδιαφέρον. Ὁ νέος ἄνδρας ὀνειρεύεται νὰ κάνει στὴν Ἀθήνα πολιτικὴ καριέρα. Πῶς, λέει ἐν ὀλίγοῖς ὁ Σωκράτης, μπορεῖ ὁ Γλαύκων νὰ σχεδιάζει ὅτι θὰ πράξει γιὰ τὸ καλό της πόλης, ἀφοῦ ἁγνοεῖ τὰ πάντα σχετικὰ μὲ τὰ ἔσοδα καὶ τὶς δαπάνες της, μὲ τὶς στρατιωτικὲς δυνάμεις πού μπορεῖ νὰ διαθέτει, μὲ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου, μὲ τὰ προβλήματα πού ἀφοροῦν στὴν παραγωγὴ καὶ τὴν προμήθεια δημητριακῶν της πόλης. Ἔτσι, ἐνῶ ὁ Σωκράτης τοῦ Γοργία προσδιόριζε τὸν πολιτικὸ ἄνδρα σύμφωνα μὲ κριτήρια πού εἶναι καὶ τὰ κριτήρια τοῦ Πλάτωνα, πρῶτα δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ ὡραίου, τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ δίκαιου, ὁ Σωκράτης τῶν Ἀπομνημονευμάτων ἐκφράζει τὴν ἀντίληψη αὐτή τοῦ συγκεκριμένου καὶ τῆς οἰκονομικῆς πραγματικότητας πού, μόνος ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ πρώτου ἡμίσεος τοῦ τέταρτου αἰώνα, εἶχε ὁ Ξενοφῶν. Βλέπει κανεὶς ἀπὸ ὅλα αὐτά πόσο δύσκολο εἶναι νὰ σχηματίσει μιὰ σαφή ἰδέα γι’ αὐτὸ πού σκεφτόταν ὁ Σωκράτης σχετικὰ μὲ τὴν ἀθηναϊκὴ δημοκρατία καὶ τοὺς ἡγέτες της. Ὅμως ὑπάρχει σύγκλιση ἀνάμεσα στὸν Σωκράτη τοῦ Πλάτωνα καὶ τὸν Σωκράτη τοῦ Ξενοφώντα, τουλάχιστον σ’ ἕνα σημεῖο: δὲν γίνεται κανεὶς ἀπροετοίμαστα πολιτικὸς ἄνδρας. Κι εἶναι ὁ Σωκράτης τῶν Ἀπομνημονευμάτων πού παρατηρεῖ: «Εἶναι πράγματι παράδοξον, εἶπεν, γιατί ἄραγε ἐκεῖνοι, πού θέλουν ἤ νὰ παίζουν κιθάρα ἤ νὰ παίζουν αὐλό ἤ νὰ καβαλλικεύουν ἄλογα ἤ θέλουν νὰ γίνουν ἱκανοὶ σὲ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ παρόμοια προσπαθοῦν νὰ κάνουν ὅσον τὸ δυνατὸν χωρὶς διακοπή ἐκεῖνο, στὸ ὁποῖο θὰ ἤθελαν νὰ γίνουν ἱκανοί, καὶ ὄχι μόνοι τους, ἀλλά μὲ τὴν ὁδηγία ἐκείνων πού νομίζονται ὅτι εἶναι ἄριστοι, τὰ πάντα κάνοντας καὶ ὑπομένοντας, γιὰ νὰ μὴ κάμουν τίποτε χωρὶς τὴ γνώμη ἐκείνων, ἐπειδὴ δὲν θὰ μποροῦσαν διαφορετικὰ νὰ γίνουν ἀξιολογοι· ἀπὸ ἐκείνους δὲ πού θέλουν νὰ γίνουν ἱκανοὶ στὸ λέγειν καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ πολιτικά, μερικοὶ νομίζουν ὅτι θὰ γίνουν ἱκανοὶ νὰ πράττουν ταῦτα μόνοι τους ξαφνικά, χωρὶς προπαρασκευὴ καὶ ἄσκηση»[54]. Εἴμαστε πολὺ κοντὰ ἐδῶ στὶς ἰδέες τοῦ Σωκράτη στὸν Πρῶτο Ἀλκιβιάδη. Ἀλλά κι ἐδῶ ἀκόμη, ὁ Σωκράτης τοῦ Ξενοφώντα διαφέρει ἀπὸ αὐτὸν τοῦ Πλάτωνα ἀπὸ τὴν αἴσθηση τοῦ συγκεκριμένου καὶ τοῦ ὠφελιμιστικοῦ πού διαθέτει, κι ἂν κάνει μνεία στὸ «Γνῶθι σαυτόν», τοῦ θεοῦ τῶν Δελφῶν, εἶναι γιὰ νὰ βγάλει τὸ συμπέρασμα πώς «(...) ἐκεῖνοι μὲν πού γνωρίζουν τὸν ἑαυτό τους, καὶ τὰ συμφέροντα στὸν ἑαυτὸ τοὺς γνωρίζουν καὶ διακρίνουν καὶ ὅσα μποροῦν καὶ ὅσα δὲν μποροῦν νὰ ἐκτελέσουν καὶ ἐπειδὴ μὲν κάνουν ὅσα γνωρίζουν, καὶ ἐξοικονομοῦν ὅσα τοὺς χρειάζονται καὶ εὐτυχοῦν, ἐπειδὴ δὲ ἀπέχουν ἀπὸ ὅσα δεν τα γνωρίζουν, καὶ σφάλματα δὲν κάνουν καὶ ἀποφεύγουν τὴ δυστυχία»[55].

Δὲν θὰ μάθουμε ποτὲ ποιὸς ἀπό τους δύο, ὁ Πλάτων ἤ ὁ Ξενοφῶν ἀπέδωσε πιὸ πιστὰ τὶς ἰδέες τοῦ δασκάλου του σχετικὰ μὲ τὴν ἀθηναϊκὴ πολιτική. Ἀλλὰ εἴτε εἶναι στὸ ὄνομα ἑνὸς ὑψηλοῦ ἰδεώδους εἴτε στὸ ὄνομα μίας πιὸ ὠφελιμιστικῆς ἠθικῆς, καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος Σωκράτης παρουσιάζονται ἐξ ἴσου κριτικοὶ ἀπέναντι στὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα, ἐπειδὴ δὲν ἀπαιτοῦσε ἀπ’ αὐτοὺς πού διοικοῦσαν τὴν πόλη καμία ἰδιαίτερη ἱκανότητα, καμία κατάρτιση γι’ αὐτὴ τὴν «τέχνη», δηλαδὴ τὴν πολιτική.

Ἀπὸ τὸν στενὸ ὅμως κύκλο τοῦ Σωκράτη δὲν προέκυπτε ὅτι ὁ φιλόσοφος ἀσκοῦσε τέτοια κριτική. Εἴδαμε προηγούμενα ὅτι ὁ Σωκράτης ἀπέφευγε ἠθελημένα σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ πάρει τὸν λόγο στὶς συναθροίσεις. Ἐκπληρώνοντας εὐσυνείδητα τὰ καθήκοντά του τοῦ πολίτη, δὲν εἶχε ἐκφράσει τὰ αἰσθήματά του παρὰ δύο φορές, στὴ δίκη τῶν Ἄργινουςῶν ὅπου, μόνος ἀπό τους πρυτάνεις, εἶχε ἀρνηθεῖ νὰ θέσει σὲ ψηφοφορία μιὰ παράνομη πρόταση, καὶ κατὰ τὴν τυραννία τῶν Τριάκοντα, ὅταν δὲν συμφώνησε μ’ αὐτούς στοὺς ὁποίους εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ αὔθαιρεση σύλληψη τοῦ Λέοντα τῆς Σαλαμίνας. Δυὸ φορὲς ἀρνήθηκε νὰ διαπράξει κάτι πού θεωροῦσε ἄδικο, κι αὐτό γιατί βρέθηκε ἄμεσα ἀναμεμειγμένος. Ὁ δῆμος λοιπὸν ἀγνοοῦσε τί σκεφτόταν ὁ Σωκράτης γιὰ τοὺς παλαιότερους πολιτικοὺς ἄνδρες καὶ γι’ αὐτούς πού διοικοῦσαν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τὴν πόλη. Ἀντίθετα ὅμως, αὐτὸ πού δὲν ἀγνοοῦσε, ἀφοῦ ὁ Σωκράτης στοὺς δημόσιους χώρους ἔκανε τὴ διδασκαλία του, ἦταν ἡ προσωπικότητα μερικῶν ἀπ’ αὐτοὺς πού τὸν περιστοίχιζαν. Τονίσαμε προηγουμένως τὴ διαφορὰ καταγωγῆς τῶν μαθητῶν τοῦ φιλοσόφου. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς ἦταν γνωστοὶ καὶ ἐπρόκειτο νὰ παίξουν σημαντικὸ ρόλο στὰ γεγονότα τῶν τελευταίων χρόνων τοῦ αἰώνα καὶ ἰδιαίτερα στὶς δύο ἐξεγέρσεις τῶν ὀλιγαρχικῶν τὸ 411 καὶ τὸ 404: Ὁ Ἀλκιβιάδης, βέβαια, τοῦ ὁποίου οἱ ἐχθροὶ ἦταν ἀναρίθμητοι πιὰ στὴν Ἀθήνα καὶ πού, ἀκόμα καὶ μετὰ τὸν θάνατό του στὴν ἐξορία, ἕξακολουθοῦσε νὰ προκαλεῖ ὀξύτατες διαμάχες· ὁ Κριτίας ποὺ τὸ 404 ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Τριάκοντα καὶ διακρίθηκε γιὰ ἰδιαίτερα ἄγριες πράξεις σκληρότητας· ὁ Χαρμίδης ἕνας ἀπό τους Δέκα, πού στὴν ἀρχὴ τῆς τυραννίας καὶ πρὶν ἐπικρατήσει ὁ Θρασύβουλος, ἔλεγχαν τὸν Πειραιᾶ, κι ἄλλοι ἀκόμη, πού μπροστά τους ὁ μετριοπαθὴς Χαιρεφῶν, πιστὸς πάντα στοὺς δημοκρατικούς, προβάλλει σὰν ἐξαίρεση. Βέβαια ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὶς πεποιθήσεις ἀνδρῶν πού ὑπῆρξαν μαθητές του σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς τους. Ὅμως οἱ σχέσεις αὐτὲς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀγνοηθοῦν.

Γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ νὰ φτάσει ἡ περιγραφὴ αὐτή του Σωκράτη καὶ στὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του, μένει ἀκόμα νὰ ἀναρωτηθοῦμε ποιὰ ἦταν τὰ αἰσθήματα πού ἔτρεφε γιὰ τὴ Σπάρτη. Εἴδαμε ὅτι εἶναι κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ πέμπτου αἰώνα πού ἀρχίζει νὰ συντελεῖται στὴν Ἀθήνα αὐτό πού ἕνας ἱστορικὸς ὀνόμασε «τὸ σπαρτιατικὸ ὅραμα». Ὁ Σωκράτης συνετέλεσε σ’ αὐτό, εὐαισθητοποιήθηκε; Kι ἐδῶ ἀκόμη, πρέπει νὰ στραφοῦμε στὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ξενοφώντα. Ἡ λακωνοφιλία καὶ τοῦ ἑνός καὶ τοῦ ἄλλου δὲν χρειάζεται ἀπόδειξη. Ὁ Πλάτων, βέβαια, θὰ ἔχει κάποιες ἐπιφυλάξεις γιὰ ὁρισμένα σημεῖα τῆς σπαρτιατικῆς ἀγωγῆς, καὶ ὁ Ξενοφῶν, στὴ Λακεδαιμονίων Πολιτεία δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ Σπάρτη τῆς ἐποχῆς του δὲν εἶναι πιὰ ἡ Σπάρτη «τοῦ Λυκούργου», τοῦ θρυλικοῦ νομοθέτη στὸν ὅποιο ἀπέδιδαν τοὺς νόμους πού ρύθμιζαν τὴ ζωὴ τῆς πόλης. Ἀλλὰ ἡ Σπάρτη παραμένει καὶ γιὰ τὸν ἕνα καὶ γιὰ τὸν ἄλλο ἕνα πρότυπο στὸ ὁποῖο δὲν παύουν νὰ ἀναφέρονται. Ὅμως τόσο ὁ ἕνας ὅσο κι ὁ ἄλλος δηλώνουν ὅτι ὁ θαυμασμὸς τους αὐτὸς ὀφείλεται στὸν δάσκαλό τους. Στὰ Ἀπομνημονεύματα, πού μεταφέρουν μιὰ συνομιλία πού λέγεται πώς εἶχε ὁ Σωκράτης μὲ τὸν Περικλῆ τὸν νεότερο, τὸν γιὸ τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ, ὁ Ξενοφῶν βάζει τὸν Σωκράτη νὰ λέει; «Διότι πότε οἱ Ἀθηναῖοι σὰν τοὺς Λακεδαιμονίους ἤ τοὺς πρεσβυτέρους τους θὰ σεβασθοῦν, ἀφοῦ ἀπό τους πατέρες τους ἀρχιζουν νὰ περιφρονοΰν τοὺς γεροντοτέρους, ἤ τόσο θὰ ἀσκηθοῦν σωματικά, ἀφοῦ ὄχι μόνον οἱ ἴδιοι παραμελοῦν τὴ σωματικὴ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ περιγελοῦν ἐκείνους πού τὴν φροντίζουν; Πότε δὲ θὰ πείθονται τόσον στοὺς ἄρχοντες, ἀφοῦ καὶ ὑπερηφανεύονται ἐπειδὴ περιφρονοῦν τοὺς ἄρχοντες, ἤ πότε ἔτσι θὰ ὁμονοήσουν, ἀφοῦ μάλιστα, ἀντὶ μὲν νὰ βοηθοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὰ συμφέροντά τους, βλάπτουν καὶ φθονοῦν, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον περισσότερο παρὰ τοὺς ξένους ἀνθρώπους (.,.)[56]». Στοὺς διαλόγους τοῦ Πλάτωνα εἶναι ἀμέτρητες οἱ ἀναφορὲς στὸ πρότυπο. Ἂς συγκρατήσουμε ἁπλὰ τὸ σύντομο αὐτό ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Προσωποποιία τῶν Νόμων στὸν Κρίτωνα, ὅπου οἱ νόμοι τῆς Ἀθήνας λένε στὸ Σωκράτη: «Σὺ δὲ οὔτε τὴν Λακεδαίμονα προτιμοῦσες, οὔτε τὴν Κρήτη, οἱ ὁποῖες λέγεις κάθε φορά, ὅτι ἔχουν καλοὺς νόμους»[57]. Ἑπομένως, ἂν ὑπάρχει ἕνα κείμενο γιὰ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε πώς ἀπηχεῖ τὶς ἰδέες τοῦ ἀληθινοῦ Σωκράτη, εἶναι αὐτό στὸ ὁποῖο διατρανώνει τὴν πίστη του στὴν πόλη τῶν πατέρων του. Ὁ Σωκράτης ἦταν λοιπὸν ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς πού θεωροῦσαν τὴ Σπάρτη ὡς τὴν πιὸ καλὰ κυβερνημένη ἀπὸ τὶς περισσότερες ἑλληνικὲς πόλεις. Καταλαβαίνει ὅμως κανεὶς πολὺ καλὰ πώς μιὰ τέτοια ἄποψη, τὴν ὥρα πού ἡ πόλη μόλις ἔβγαινε ἀπὸ ἕνα μακροχρόνιο πόλεμο ἐναντίον τῶν Λακεδαιμονίων, μποροῦσε νὰ ἐγείρει τὶς ὑποψίες τῶν Ἀθηναίων. Οἱ λόγοι τοῦ ρήτορα Λυσία, πού οἱ περισσότεροί τους χρονολογοῦνται στὴ δεκαετία πού ἀκολουθεῖ τὴ δημοκρατικὴ ἀναστὴλωση, μαρτυροῦν ὅτι τὰ πάθη δὲν εἶχαν κατασιγάσει, ὅτι παρὰ τὴν ἀμνηστία, τὰ αἰσθήματα τῆς μεγάλης μάζας τοῦ «δήμου» ἐνάντια σ’ αὐτοὺς πού, μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν Λακεδαιμονίων, εἶχαν ἀνατρέψει τὴ δημοκρατία,παραμεναν πάντα τὸ ἴδιο ζωηρὰ καὶ ἐχθρικά. Εὔκολα καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι ἡ δυσπιστία, πού ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπάρχει πρὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ὑποψιάζονταν σὰν φιλικὰ προσκείμενους στὴ Σπάρτη, μπόρεσε νὰ ἐπικεντρωθεῖ σ' ἕναν ἄνθρωπο σὰν τὸν Σωκράτη, πού, ναὶ μὲν εἶχε ἐπιδείξει θάρρος ἀρνούμένος νὰ ὑπακούσει σὲ μιὰ διαταγὴ τῶν Τριάκοντα, δὲν μετρίαζε ὅμως καὶ τὴν κριτική του γιὰ τὸ καθεστὼς καὶ οἱ φιλίες του μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν ἐπικίνδυνες.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Σωκράτης δὲν σύρθηκε μπροστὰ στοὺς δικαστὲς τῶν Ἀθηνῶν σὰν φίλος τῶν ὀλιγαρχικῶν ἤ σὰν θαυμαστής τῆς Σπάρτης. Ὄποια κι ἂν ἦταν ἡ πραγματικὴ πολιτικὴ σκοπιμότητα τῆς δίκης του, τὰ στοιχεῖα πού ἐπικαλέσθηκαν ἐναντίον του οἱ κατήγοροί του ἦταν ἄλλα.

 

 

Η ΔΙΚΗ

 

Τὸ 399 λοιπὸν ὁ Σωκράτης κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς Μέλητο, Ἀνυτο καὶ Λύκωνα «ὅτι δὲν παραδέχεται ἐκείνους τοὺς θεοὺς τοὺς ὁποίους ἔδεχετο ἡ πόλη, ἄλλες δὲ θεότητες εἰσήγε καὶ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους»[58]. Πρὶν ἀναρωτηθοῦμε γιὰ τὴ φύση αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν καὶ τὴ στήριξή τους, εἶναι σημαντικὸ νὰ διευκρινίσουμε ποιὰ ἦταν τότε στὴν Ἀθήνα ἡ ὀργάνωση καὶ ἡ λειτουργία τῶν δικαστηρίων.

 

 

Ἡ δικαιοσύνη στὴν Ἀθήνα

 

Ἡ ὀργάνωση τῆς δικαιοσύνης στὴν Ἀθήνα ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ κεφαλαιώδη στοιχεῖα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἡ παράδοση ἤθελε θεμελιωτὴ της τὸν Σόλωνα. Πράγματι, τὸν παλιὸ καιρό, ἦταν ὁ βασιλιὰς πού κατεῖχε τὴν ἐξουσία ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ διάσπαση τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας στοὺς τρεῖς καὶ κατόπιν στοὺς ἐννέα ἄρχοντες, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀριστοτέλης, ἐπέφερε συνάμα καὶ τὸν κατακερματισμὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποία μοιράζονταν μεταξύ τους οἱ ἐκλεγμένοι κάθε χρόνο ἄρχοντες καὶ τὸ συμβούλιο. Αὐτό ἀπαρτιζόταν ἀπό τους ἄρχοντες πού ἐξήρχοντό τῆς ὑπηρεσίας. ¨Η ἕδρα τοὺς ἦταν στὸν λόφο τοῦ Ἄρειου Πάγου. Ἡ σύνταξη ἑνὸς κώδικα νόμων ἀπὸ τὸν Δράκοντα, ἤδη στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰώνα, ἔδωσε ἕναν πρῶτο ὁρισμὸ τῶν ἀδικημάτων καὶ τῶν ποινῶν σχετικὰ μὲ τὴν ἀνθρωποκτονία. Ἡ πολὺ σοβαρὴ κρίση πού γνώρισε ἡ Ἀθήνα στὶς ἀρχές τοῦ 6ου αἰώνα ὁδήγησε τὸν Σόλωνα, μαζὶ μὲ τὴ λύση πού ἔδινε στὴν ἀγροτικὴ κρίση καὶ τὶς κοινωνικές της συνέπειες, νὰ ἐφοδιάσει τὴν πόλη καὶ μ’ ἕνα σύνολο νόμων «ὅμοιων καὶ γιὰ τὸν καλὸ καὶ γιὰ τὸν κακό, πού νὰ ὁρίζουν γιὰ τὸν καθένα ἄμεση δικαιοσύνη», ὅπως ἀρέσκεται νὰ λέει κι ὁ ἴδιος σ’ ἕνα του ποίημα. Νὰ δημιούργησε τάχα τὴν ἴδια ἐποχὴ ἕνα λαϊκὸ δικαστήριο ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν λέει πώς, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὸ λαό, καθιέρωσε τὴν «ἔφεση τῶν διαδίκων», στὰ δικαστήρια; Εἶναι πράγματι δύσκολο νὰ ἀποφανθεῖ κανεὶς σ’ αὐτό τὸ σημεῖο. Συμφωνοῦμε γενικὰ νὰ θεωροῦμε ὅτι οἱ Ἄρχοντες καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος διατήρησαν ἐπὶ πολὺ ἀκόμα, τουλάχιστον μέχρι τὶς ἀρχές του 5ου αἰώνα, καὶ τὴν ἁρμοδιότητα γιὰ τὰ ἀδικήματα καὶ τὴν ἐξουσία νὰ δικάζουν. Τότε πράγματι θὰ πρέπει νὰ θεσμοθετήθηκε καὶ ἡ Ἠλιαία, τὸ λαϊκὸ δικαστὴριο πού ἀπαρτιζόταν ἀπὸ ἔξι χιλιάδες δικαστὲς οἱ ὁποῖοι ἐξελέγοντο διὰ κλήρου κάθε χρόνο. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἔξι χιλιάδες δικαστές, στρατολογοῦσαν, μὲ νέα κλήρωση - τὴν περιγραφὴ τῆς μᾶς τὴν ἔχει ἄφησει ὁ Ἀριστοτέλης - τὰ μέλη τῶν κυρίως δικαστηρίων, τῶν ὁποίων ἡ σύνθεση ἄλλαζε ἔτσι κάθε μέρα καὶ τὰ ὁποῖα συνεκαλοῦντο νὰ ἀποφανθοῦν γιὰ τὶς ὑποθέσεις πού τοὺς ὕπεβαλλοντο. Καὶ πράγματι, ἀπὸ ἐφετεῖο γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῶν ἀρχόντων πού ἦταν στὴν ἀρχὴ ἡ Ἠλιαία, γρήγορα ἔγινε ἀνώτατο δικαστήριο ἁρμόδιο νὰ ἐκδικάζει ἀμέσως ὑπόθεσεις γιὰ τὶς ὁποῖες οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ θεσμοθέτες δὲν ἦταν πιὰ παρὰ εἰσηγητές. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ἀπέδιδαν σὲ κάποιον Ἐφιάλτη τὸ μέτρο ἐκεῖνο πού εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἁρμοδιοτήτων του γιὰ νὰ τὶς ἀναθέσει στὴν Ἠλιαία, ἀλλά καὶ στὴ Βουλὴ τῶν Πεντακοσίων καὶ στὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου. Πράγματι, οἱ Ἕλληνες ἀγνοοῦσαν αὐτό πού ὀνομάζουμε διαχωρισμὸ τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἡ Ἐκκλησία ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ μποροῦσαν νὰ λειτουργοῦν καὶ σὰν δικαστήριο. Ἡ Ἠλιαία ὅμως ἔτεινε ὅλο καὶ περισσότερο νὰ παγιωθεῖ σὰν ἀνώτατο δικαστήριο κι αὐτὸ ἀπὸ τὴ στιγμὴ κυρίως πού ὁ Περικλῆς καθιέρωσε ἀμοιβή γιὰ τὸ λειτούργημα τοῦ ἠλιαστοῦ: ἐνῶ μερικὲς φορὲς ἦταν δύσκολο νὰ συγκεντρωθοῦν οἱ ἔξι χιλιάδες ἀπαραίτητοι παρόντες γιὰ ὁρισμένες ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, ἀντίθετα, ἂν πιστέψουμε τὸν Ἀριστοφάνη, ἔσπευδαν στὴν κλήρωση γιὰ τὴ σύσταση τῶν δικαστηρίων. Στοὺς Σφῆκες, φέρνει ἐπὶ σκηνῆς ἕνα χορὸ ἡλιαστῶν, οἱ περισσότεροι ἡλικιωμένοι ἄνδρες, πού ἀγωνιοῦσαν νὰ φθάσουν ἐγκαίρως γιὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν πρόσοδο τῶν τριῶν ὀβολῶν πού ἦταν ὁ «ἠλιαστικός μισθός», ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν τῆς Ἠλιαίας. Ἡ δικαιοσύνη τῶν Ἀθηνῶν ἦταν λοιπὸν μιὰ λαϊκὴ δικαιοσύνη, καὶ μόνον κάποιες πολὺ ἐξειδικευμένες ὑπόθεσεις ἀνῆκαν στὴ δικαιοδοσία ἀρχαϊκῶν δικαστηρίων σὰν τὸ Παλλάδιο ἤ τὸν Ἄρειο Πάγο. Γιὰ ὑπόθεσεις ὅμως ἥσσονος σημασίας, ἡ προσφυγὴ σὲ διαιτησία, ἰδιωτικὴ ἡ δημόσια, ἦταν ἡ τρέχουσα τακτική.

Βλέπουμε ὅμως καθαρά, πώς ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου πού συγκέντρωνε κατ’ ἀρχήν ὅλους τους Ἀθηναίους, καὶ τὴν Ἠλιαία, λαϊκὸ δικαστήριο πού τὰ μέλη της ὁρίζονταν κάθε χρόνο μὲ κλῆρο, ὑπῆρχε ἀντιστοιχία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ἐξάλλου ὅτι, στὶς ἀγορεύσεις τους, κατήγοροι καὶ κατηγορούμενοι ἀπευθύνονταν στοὺς δικαστὲς ἀποκαλώντας τους ἀδιακρίτως εἴτε «δικαστάς» εἴτε «Ἀθηναίους». Τὸ ἀνώτατο αὐτὸ δικαστήριο πού κατὰ κάποιο τρόπο ἦταν τὸ ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, ἦταν ἁρμόδιο νὰ ἐκδικάζει ὑποθέσεις τόσο ἰδιωτικὲς ὅσο καὶ δημόσιες. Συχνὰ οἱ πρῶτες δηλώνονται μὲ τὸν ὅρο «δίκαι» καὶ οἱ δεύτερες μὲ τὸν ὅρο «γραφαί». Στὴν πραγματικότητα, ἡ διαφορὰ δὲν ἦταν καὶ τόσο ξεκάθαρη ὅσο θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του τὴ σύγχρονη δικαστικὴ πρακτική. Μερικὲς πράξεις χαρακτηρίζονται σὰν «δημοσιαι δίκαι», πράγμα πού σημαίνει «πρᾶξις ἀφορῶσα εἷς τὸν δῆμον» καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ὅρος «δίκη» μποροῦσε νὰ σημαίνει μιὰ ὁποιαδήποτε δικαστικὴ πράξη. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Ρωμαίους, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν εἶχαν ἐπεξεργασθεΐ τόσο ἐξειδικευμένες δικαστικὲς κατηγορίες. Μερικοὶ σύγχρονοι ἔχουν τὴ γνώμη πῶς «αἱ δίκαι» θὰ διακρίνονταν ἀπὸ «τὰς γραφάς» κατὰ τὸ ὅτι οἱ πρῶτες ἐγείρονταν ἀπὸ αὐτὸν πού εἶχε ὑποστεῖ ἄμεσα τὴ ζημία ἤ τοὺς ἐκπροσώπους του, ἐνῶ «αἱ γραφαὶ» μποροῦσαν νὰ ἐγερθοῦν ἀπὸ τὸν ὁποιονδήποτε.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται πράγματι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀθηναϊκῆς δικαιοσύνης, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχε εἰσαγγελικὴ ἀρχή. Ὁ ὁποιοσδήποτε μποροῦσε νὰ ἐγείρει ἀγωγὴ «ὑπὲρ ἑνός ἀτόμου πού ὑπῆρξε θύμα ἀδικίας». Μάλιστα ὁ Ἀριστοτέλης ἀπέδιδε στὸν Σόλωνα αὐτή τὴν ἐπιταγή, τὴν ὁποία ἔκρινε ἰδιαίτερα δημοκρατική. Στὴν πράξη, αὐτή ἡ δυνατότητα ἔμπαινε σ’ ἐφαρμογὴ κυρίως ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ ὑποθέσεις πού ἀφοροῦσαν στὸ σύνολο τῆς κοινότητας τῶν πολιτῶν. Κι ἔτσι ἔξηγεϊται ἡ θέση τὴν ὁποία κατεῖχαν, σύμφωνα μὲ τὰ λεγάμενα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, αὐτοὶ πού κατ’ ἐπάγγελμα ἦταν «καταδότες», οἱ λεγόμενοι συκοφάντες πού, συχνὰ ἔναντι ἀμοιβῆς, χρησιμοποιοῦνταν ὡς ὄργανα γιὰ ρυθμίσεις πολιτικῆς φύσεως. Ἔτσι περιγράφει ὁ Δημοσθένης ἕναν ἀπὸ αὐτούς τούς συκοφάντες: «ἀλλὰ πορεύεται διὰ μέσου της ἀγορᾶς ὡς ἔχιδνα ἤ σκορπιός, ἔχοντας ὑψώσει τὸ κεντρί του, πηδώντας ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, παρατηρώντας σὲ ποιὸν θὰ προσάψει μία δυστυχία, μία συκοφαντία ἤ κάτι κακό, ὥστε νὰ φοβηθεῖ καὶ νὰ τοῦ δώσει χρήματα»[59].

Ὁ ρόλος αὐτὸς τῶν καταδοτῶν στὴ λειτουργία τῆς ἀθηναϊκῆς δικαιοσύνης ἐξηγεῖ πῶς αὐτή κατέληξε νὰ εἶναι ἕνα σημαντικὸ ὄργανο στοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνες. Τὸν 4ο ἰδιαίτερα αἰώνα, οἱ μεγάλες πολιτικὲς συζητήσεις ἐκτυλίσσονται περισσότερο στὰ δικαστήρια παρὰ στὴν Ἐκκλησία, Αὐτό πρέπει νὰ τὸ ἔχουμε συνεχῶς κατὰ νοῦν, ὅταν ἀναλύουμε τὴ δίκη τοῦ Σωκράτη. Γιατί, ἀπὸ τὸ γεγονὸς καὶ μόνον τοῦ λαϊκοῦ χαρακτήρα αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, κάθε ὑπόθεση, ἀκόμη καὶ ἰδιωτική, μποροῦσε νὰ εἶναι ἔναυσμα γιὰ πολιτικὴ συζήτηση. Καὶ δὲν ἔσφαλλαν, ὅταν, σὲ μιὰ κληρονομικὴ ὑπόθεση γιὰ παράδειγμα, χρησιμοποιοῦσαν ἐναντίον τοῦ ἀντιπάλου, ἐπιχειρήματα ἄσχετα πρὸς τὴν ὑπόθεση, πού συνδέονταν ὅμως μὲ τὴν πολιτικὴ του στάση στὴν δείνα συγκεκριμένη περίσταση, ἤ ἀντίθετα νὰ παραθέτουν γιὰ τὴν ὑπεράσπισή του τὶς ὑπηρεσίες του πρὸς τήν πολιτεία.

Ὅταν μιὰ μήνυση κατετίθετο ἐνώπιον τοῦ ἁρμόδιου δικαστικοῦ εἰσηγητῆ, πού ἦταν ἕνας ἀπό τους ἄρχοντες ἤ τοὺς ἕξι θεσμοθέτες, κι ἔπειτα καθὼς διαφοροποιοῦνταν οἱ δικαστικὲς ὑποθέσεις, ἐνώπιον δικαστῶν πιὸ ἐξειδικευμένων, σὰν αὐτοὺς πού ἀποκαλοῦσαν «εἰσαγωγεῖς», ἔπρεπε νὰ συσταθεῖ τὸ δικαστήριο. Τὴ μέρα πού θὰ γινόταν ἡ δίκη, συγκαλοῦνταν ὅλοι οἱ ἡλιαστές. Προχωροῦσαν λοιπὸν στὴν κλήρωση αὐτῶν πού θὰ ἐκαλοῦντο νὰ λάβουν θέση στὴν ἕδρα. Ὁ ἀριθμὸς τους ποίκιλλε ἀνάλογα μὲ τὴ σπουδαιότητα τῆς δίκης: ἀπὸ 201 σὲ 2501, σύμφωνα μὲ τὶς πηγές μας, μιὰ καὶ ὁ μονὸς ἀριθμός ἐπέτρεπε τὴν ἐξασφάλιση μίας πλειοψηφίας. Συμφωνοῦσαν μεταξύ τους ὥστε οἱ δέκα φυλὲς νὰ ἐκπροσωποῦνται ἐξίσου σὲ ὅλα τὰ δικαστήρια, πού ἔτσι ἦταν ἡ ἔκφραση ὁλόκληρης τῆς πόλης. Θεωρητικά, τὸ κοινὸ δὲν παραυρισκόταν στὶς δίκες, ἀλλὰ ξέρουμε ἀπὸ μνεῖες διαδίκων ὅτι συχνὰ οἱ Ἀθηναῖοι συνωστίζονταν γύρω ἀπὸ τὸ κιγκλίδωμα πού πίσω του κάθονταν οἱ δικαστές. Πολλὲς ὑποθέσεις μποροῦσαν νὰ φθάσουν στὸ δικαστήριο μέσα σὲ μιὰ μέρα. Ἀλλὰ ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ σημαντικὴ ὑπόθεση, πολιτικοῦ χαρακτήρα, ἡ δίκη μποροῦσε νὰ διαρκέσει ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα. Ὁ ἤ οἱ κατήγοροι καὶ ὁ κατηγορούμενος ἔπαιρναν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὸν λόγο. Μετροῦσαν τὸν χρόνο ὁμιλίας μ’ ἕνα ὡρολόγιο πού λειτουργοῦσε μὲ νερό, τὴν κλεψύδρα, τὴν ὁποία καὶ σταματοῦσαν γιὰ νὰ προχωρήσουν στὴν ἐξέταση τῶν μαρτύρων, στὴν ἀνάγνωση τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐπεκαλεῖτο ὁ διάδικος γιὰ τὴν στήριξη τῆς ὑπεράσπισης ἤ τῆς κατηγορίας του. Γενικά, τὰ μέρη ἐπενέβαιναν εὐθέως στὴ συζήτηση. Ἀλλὰ καμιὰ φορά κατήγορος καὶ κατηγορούμενος ἀντιπροσωπεύονταν ἀπὸ αὐτόν πού εἶχε συντάξει τὴν ἀγόρευση ὑπεράσπισης, τὸν «λογογράφο». Ξέρουμε ὅτι ὁ Δημοσθένης κάνοντας ἀκριβῶς αὐτό τὸ ἐπάγγελμα ξαναδημιούργησε τὴν διασπαθισμένη ἀπό τους κηδεμόνες του περιουσία καὶ μυήθηκε στὴν πολιτικὴ ζωή.

Ὅταν ἡ συζήτηση τῆς ὑπόθεσης τελείωνε, οἱ δικαστὲς ὄφειλαν νὰ ἀποφανθοῦν ὑπὲρ ἤ κατὰ τῆς κατηγορίας. Καμία ἐρώτηση δὲν ἐτίθετο στὰ δύο μέρη, οἱ ἀγορεύσεις τῶν ὁποίων εἶχαν ἀκουσθεΐ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ θέσουν ἕνα βότσαλο (μιὰ ψῆφο) σὲ μία ἀπὸ τὶς δύο ὑδρίες/κάλπες οἱ ὁποῖες ἦταν τοποθετημένες σ’ ἕνα τραπέζι μπροστὰ ἀπὸ τὸ βῆμα ὅπου ἦταν ἡ ἕδρα τοῦ πρόεδρου τοῦ δικαστηρίου, μὲ τὸν γραμματέα καὶ τὸν δημόσιο κήρυκα ἑκατέρωθέν του. Αὐτοί ἐκφωνοῦσαν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ψηφοφορίας. Ἀπαιτοῦσαν ἁπλή πλειοψηφία. Τὸν 4ο αἰώνα ἀντικατέστησαν τὸ ἁπλό βότσαλο μὲ δύο μπρούτζινα κέρματα, τὸ ἕνα συμπαγὲς καὶ τὸ ἄλλο μὲ ὀπό. Τὸ πρῶτο σήμαινε ἀπαλλαγή, τὸ δεύτερο καταδίκη. Κάθε δικαστὴς ἔθετε τὸ κέρμα πού ἐξέφραζε τὴ γνώμη του σὲ ἕνα χάλκινο ἀμφορέα καὶ τὸ ἄλλο σὲ ἕνα ξύλινο δοχεῖο. Αὐτός ἦταν ἕνας τρόπος νὰ εἶναι σίγουροι ὅτι ὅλοι οἱ δικαστὲς εἶχαν ψηφίσει καὶ πώς καμιὰ ἀπάτη δὲν εἶχε γίνει.

Ἄν ἡ ἀπόφαση ἦταν ἀπαλλακτική, ὁ κατήγορος διέτρεχε τὸν κίνδυνο νὰ τιμωρηθεῖ. Ἄν ἀντίθετα ἡ ἀπόφαση τῶν δικαστῶν ἦταν καταδικαστική, ὑπῆρχαν δύο περιπτώσεις: ἤ τὸ δίκαιο προέβλεπε μιὰ ποινὴ πού ἀντιστοιχοῦσε στὸ ἀδίκημα καὶ ἡ ἐκτέλεση της ἀνετίθετο στοὺς ἁρμόδιους δικαστές, ἤ τίποτα δὲν προβλεπόταν ὁπότε κατήγορος καὶ κατηγορούμενος μποροῦσαν νὰ προτείνουν οἱ ἴδιοι μιὰ ποινὴ γιὰ τὴν ὁποία ἀποφαίνονταν τελεσίδικα οἱ δικαστές. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι κι ἡ περίπτωση τῆς δίκης τοῦ Σωκράτη, στὴν ὅποια ἐπιστρέφουμε.

 

 

Οι κατήγοροι

 

Ἡ κατηγορία ἐναντιόν τοῦ Σωκράτη διατυπώθηκε ἀπὸ τρεῖς πολίτες, τὸν Μέλητο, τὸν Ἄνυτο καὶ τὸν Λύκωνα. Στὴν πραγματικότητα, φαίνεται ὅτι μόνον ὁ Μέλητος κατέθεσε μήνυση ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα-βασιλέα, τοῦ ἄρχοντα πού ἦταν ἁρμόδιος γιὰ ὅλες τὶς θρησκευτικοῦ χαρακτήρα ὑποθέσεις. Ἄρα ἡ ἀγωγὴ πού ἠγέρθη ἐναντίν τοῦ Σωκράτη ἦταν «γραφὴ ἀσεβείας». Ὁ Μέλητος αὐτὸς ἦταν γιὸς ἑνὸς ἄγνωστου τραγικοῦ ποιητῆ πού εἶχε συνθέσει μιὰ τετραλογία γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Οἰδίποδα. Κι ὁ γιὸς ὅμως θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἐξ ἴσου ποιητῆ καὶ ἦταν μᾶλλον νέος ἀκόμη τὴν ἐποχὴ τῆς δίκης τοῦ Σωκράτη. Ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ξενοφῶν, στὶς Ἀπολογίες τους, τὸν ἐμφανίζουν νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν φιλόσοφο. Εἶναι ἀμφίβολο ἂν ὁ Σωκράτης μπόρεσε, στὴ διάρκεια τῆς δίκης, νὰ κάνει διάλογο σὰν αὐτοὺς πού συνήθιζε, μὲ τὸν κατήγορό του, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται μέτριο ἄτομο, ἀνίκανο νὰ ἀπαντᾶ στὶς ἐρωτήσεις πού τοῦ θέτει ὁ Σωκράτης ἤ ἀναγκασμένο νὰ ἐπικροτεῖ ὅταν ὁ φιλόσοφος τὸν κάνει νὰ ἀντιφάσκει. Ἀποκαλύπτει ἐπιπλέον τὴν ἄγνοιά του, ἀφοῦ συγχέει τὴ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη μὲ αὐτὴν τοῦ Ἀναξαγόρα. Στὴν πραγματικότητα, εἶναι πιθανὸν πώς καταθέτοντας τὴν ἀγωγή του, ὁ Μέλητος ἦταν ὄργανο ἑνὸς πολὺ πιὸ σημαντικοῦ ἄνδρα, τοῦ Ἀνυτου.

Ὁ Ἄνυτος αὐτός ἦταν πράγματι ἕνας πλούσιος καὶ μὲ ἐπιρροὴ ἄνδρας, ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς «νέους πολιτικοὺς» πού ἀναδείχτηκαν κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο. Σὲ ἀντίθεση μὲ ὅσους μέχρι τότε εἶχαν τοποθετηθεῖ ἀπὸ τὸν λαὸ στὴν ἡγεσία τῆς πόλης καὶ πού ὅλοι τους ἀνῆκαν στὶς παλιὲς ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες - ὑπερήφανες γιὰ τὴν καταγωγή τους ἀπὸ ἐπιφανεῖς προγόνους - οἱ νέοι αὐτοὶ πολιτικοὶ κατάγονταν ἀπὸ πιὸ ἁπλές οἰκογένειες. Εἶχαν ὅμως γρήγορα ἀποκτήσει περιουσία ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευση τῆς χειρωνακτικῆς ἐργασίας τῶν δούλων στὰ βιοτεχνικὰ ἐργαστήρια. Ὅπως ὁ Κλέων, ἔτσι κι ὁ Ἀνυτος ἦταν βυρσοδέψης. Ἀλλὰ ὅπως κι ὁ Κλέων, ἦταν στὴν πραγματικότητα πλούσιος, εἰσπράττοντας ἁπλούστατα τὰ ἔσοδα πού τοῦ ἐξασφάλιζε τὸ ἐργαστήριό του βυρσοδεψίας. Εἶχε χρηματίσει στρατηγὸς τὸ 409, δὲν εἶχε ὅμως μπορέσει νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀπώλεια τῆς Πύλου. Τὴν ἴδια χρονιά, εἶχε ψηφιστεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ δήμου ἕνα ψήφισμα πού προέβλεπε ὅτι ὅταν κινδύνευε ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους μποροῦσε νὰ κινηθεῖ ἡ «εἰσαγγελικὴ διαδικασία» κατὰ ὁποιουδήποτε στρατηγοῦ πού θὰ παρέδιδε ἕνα ὀχυρὸ στὸν ἐχθρό. Ὁ Ἄνυτος παρ’ ὅλα αὐτά εἶχε καταφέρει νὰ γλυτώσει τὴν καταδίκη, χάρη στὶς φιλίες πού ἀριθμοῦσε στὴ βουλή, καὶ ἴσως καταφεύγοντας καὶ στὴ δωροδοκία. Πολιτικά, ἂν πιστέψουμε τὸν Ἀριστοτέλη, ἦταν τοποθετημένος μεταξὺ τῶν μετριοπαθῶν τοῦ περιβάλλοντος τοῦ Θηραμένη. Ἀλλὰ ὅταν οἱ Τριάκοντα πῆραν τὴν ἐξουσία, ἐπέλεξε τὴν ἐξορία καὶ ἦταν ἀπὸ αὐτοὺς πού ἑνώθηκαν μὲ τὸν Θρασύβουλο. Μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας λοιπόν, ἐμφανιζόταν μεταξὺ τῶν πρωτεργατῶν της καὶ ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού διηύθυναν τὶς ὑποθέσεις τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ ρήτορας Ἰσοκράτης, σ’ ἕναν δικανικὸ λόγο πού ἔγραψε περὶ τὸ 401, λέει γιὰ τὸν Ἄνυτο ὅτι ἦταν ἕνας ἀπό τούς πιὸ ἰσχυροὺς τότε ἄνδρες στὴν πόλη, καθὼς ἐπίσης κι ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς πού ὑπῆρξαν θύματα τῶν Τριάκοντα, ἀλλά πού σεβόμενοι τὴν ἀμνηστεία, εἶχαν ἀποφύγει νὰ καταδιώξουν τοὺς ἀντιπάλους τους. Ὁ Πλάτων τὸν παρουσιάζει σ’ ἕναν ἀπό τους διαλόγους του, τὸν Μένωνα. Ἐμφανίζεται σὰν ἐκπρόσωπος τοῦ «μέσου πολίτη», τῶν πολιτῶν αὐτῶν πού δυσπιστοῦσαν γιὰ τοὺς σοφιστὲς καὶ γιὰ ὅλους αὐτοὺς πού μιλοῦσαν ὡραῖα. Στὸν Σωκράτη πού τὸν ρωτάει ἂν πρέπει νὰ θεωροῦμε σαχλούς τούς ἄνθρωπους πού ἔχουν τὴ φήμη πώς εἶναι οἱ πιὸ σοφοὶ ἀπ’ ὅλους ὁ Ἀνυτος ἀπαντάει: «Καὶ θὰ κρίνουμε ἄξιους τέτοιας μανίας αὐτούς πού μερικοὶ δέχονται πώς εἶναι οἱ πιὸ ἄξιοι ἄνθρωποι; Δὲν μαίνονται καθόλου αὐτοί, Σωκράτη, ἀλλά πολὺ περισσότερο ὅσοι νέοι τους δίνουν λεπτὰ· καὶ περισσότερο ἀπὸ αὐτούς ἐκεῖνοι πού τοὺς παραδίνουν τὰ παιδιά τους, οἱ γονεῖς· ἀλλά περισσότερο ἀπὸ ὅλους οἱ πόλεις, πού τοὺς ἀφήνουν νὰ μπαίνουν μέσα καὶ δὲν τοὺς διώχνουν, εἴτε ξένος εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐπάγγελμά του νὰ κάνει τέτοιο ἔργο, εἴτε πολίτης»[60].

Γιὰ τὸν Ἄνυτο, λοιπόν, οἱ σοφιστὲς κι ὅλοι αὐτοί πού ἐννοοῦσαν νὰ φιλοσοφοῦν ἀντιπροσώπευαν ἕναν κίνδυνο γιὰ τὴ νεολαία, στὴν ὁποία ἦταν καλύτερο νὰ δίνουν σάν παραδείγματα τοὺς μεγάλους ἄνδρες τοῦ παρελθόντος, τὸν Θεμιστοκλῆ, τὸν Ἀριστείδη, τὸν Περικλῆ. Πάνω σ’ αὐτὸ ὁ Σωκράτης τοῦ ἀντέτεινε πώς κανένας ἀπὸ αὐτούς τούς μεγάλους ἄνδρες δὲν εἶχε γιὸ τοῦ ἀναστήματός του, πράγμα πού ἀποδεικνύει τὴν ἀνικανότητά τους νὰ διδάξουν τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ καλό. Στὴν Ἀπολογία του, ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει τί λέγεται ὅτι εἶπε ὁ Σωκράτης σχετικὰ μὲ τὸν Ἄνυτο: « - Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπερήφανος σὰν νὰ ἔκαμε κάτι τὸ μέγα καὶ καλό, πού μὲ ὁδήγησε στὸν θάνατο, διότι τοῦ εἶπα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διδάξει τὸν γιὸ του τὴν τέχνη τοῦ βυρσοδέψη, αὐτός ὁ ὁποῖος ἀπήλαυσε τὶς μεγαλύτερες τιμὲς ἐκ μέρους τῆς πόλης». Κι ὁ Σωκράτης προσθέτει: «Γιατί συναναστράφηκα κάποτε γιὰ βραχὺ χρονικὸ διάστημα μὲ τὸν γιὸ τοῦ Ἀνύτου καὶ μοῦ φάνηκε ὅτι δὲν εἶχε ἀδύνατη ψυχὴ" ὥστε βεβαιώνω ὅτι αὐτός δὲν θὰ παραμείνει στὴν δουλοπρεπή ἀπασχόληση τὴν ὁποίαν τοῦ προετοίμασε ὁ πατέρας του· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχει κανένα σοβαρὸ νὰ τὸν καθοδηγεῖ, θὰ παρασυρθεῖ σὲ κάποιο ἀχρεῖο πάθος καὶ θὰ προοδεύσει ἀσφαλῶς στὸ ἐλάττωμα αὐτό»[61].

Ὁ Μέλητος λοιπὸν ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ κι ὁ Ἄνυτος ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν ἀγωγή πού ἠγέρθη κατὰ τοῦ Σωκράτη. Ἀντιπροσωπεύουν δὲ τὴν ἀθηναϊκή κοινὴ γνώμη, αὐτήν πού ἀπηχεῖ κι ὁ Ἀριστοφάνης στὶς Νεφέλες, παρουσιάζοντας τὸν Σωκράτη μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς ἀπὸ αὐτοὺς πού ἀρέσκονταν νὰ ἐξερευνοῦν τὰ νεφελώματα, ἀπὸ τοὺς «φυσιοδίφες» ἐκείνους πού ὑποστήριζαν πώς ὁ ἥλιος εἶναι πέτρα, ἀλλὰ καὶ σὰν ἕναν ἀπό τους σοφιστὲς πού δίδασκαν στοὺς νέους τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν ἀνυπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ πατέρα τους.

Δὲν γνωρίζουμε σχεδὸν τίποτα γιὰ τὸν Λύκωνα, τὸν τρίτο ἀπό τους κατήγορους τοῦ Σωκράτη, παρὰ μόνο πώς ἦταν «ρήτορας», καὶ σὰν τέτοιος ἐκτεθειμένος στὴ χλεύη τῶν κωμικῶν ποιητῶν. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Εὔπολις, ὑπαινίσσεται τὴν ξενική του καταγωγὴ - συνηθισμένη κατηγορία κατὰ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων πού ἀντλοῦσαν τὰ εἰσοδήματά τους ἀπὸ σχετικὲς μὲ τὴ βιοτεχνία δραστηριότητες. Ἕνας ἄλλος, ὁ Κρατῖνος, τὸν ἀναφέρει σὰν θηλυπρεπή καὶ εἰρωνεύεται τὴ φτώχια του. Ἦταν πιθανότατα ἕνας ἀπό τους ρήτορες ἐκείνους πού ἀνῆκαν στὸ στενὸ περιβάλλον τῶν σημαντικῶν πολιτικῶν οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς ἔβαζαν νὰ ἐμφανίζονται στὴ θέση τους, ὅταν δὲν ἔκριναν σκόπιμο νὰ ἐκτίθενται οἱ ἴδιοι. Κι αὐτὸ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικά της πραγματικῆς λειτουργίας τῆς πολιτικῆς ζωῆς στὴν Ἀθήνα; τὰ κόμματα ὅπως τὰ ἐννοοῦμε σήμερα δὲν ὑπῆρχαν ἀλλὰ γύρω ἀπό τους κύριους πολιτικοὺς ἄνδρες συγκεντρώνονταν ἄνθρωποι πού συνδέονταν μαζί τους εἴτε μὲ δεσμοὺς συγγένειας ἐξ αἵματος ἤ ἐκ γάμου, εἴτε λόγῳ κοινῶν συμφερόντων. Εἶναι πιθανὸν πώς ὁ Λύκων ἦταν ἕνας ἀπὸ αὐτούς τούς ρήτορες πού συνδέονταν μὲ τὴν ὁμάδα τῶν φίλων τοῦ Ἄνυτου, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἔβαλε νὰ δρᾶ χωριστὰ ἤ καὶ μαζί του ὅταν ἤθελε νὰ ὑπερασπιστεῖ μιὰ πολιτικὴ θέση, νὰ ὑποστηρίξει κάποιον δικό του πού εἶχε ἐμπλακεῖ σὲ δίκη, ἤ, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Σωκράτη, νὰ προσδώσει περισσότερο βάρος σὲ μιὰ κατευθυνόμενη ἐπίθεση ἐναντίον μίας σημαίνουσας προσωπικότητας.

Οἱ δεσμοὶ τοῦ Μελήτου καὶ τοῦ Λύκωνα μὲ τὸν Ἄνυτο, ὁ σημαντικὸς ρόλος πού αὐτός διαδραματίζει στὴν πόλη ἀμέσως μετὰ τὴ δημοκρατικὴ ἀποκατάσταση, ὅλα δείχνουν πώς ἡ δίκη γιὰ ἀσέβεια ἦταν τὸ πρόσχημα κι ὅτι στὴν οὐσία ἐπρόκειτο γιὰ πολιτικὴ δίκη. Ὡστόσο, ὁ Σωκράτης δὲν κατεῖχε κανένα πολιτικὸ ἀξίωμα. Ἔτσι λοιπὸν ἔπρεπε νὰ τὸν πλήξουν μὲ πλάγιο τρόπο. Ἐξ οὗ καὶ ὁ ἰδιὰζων χαρακτήρας τῶν κατηγοριῶν πού διατύπωσαν οἱ κατήγοροί του.

 

 

Τὰ στοιχεῖα τοῦ κατηγορητηρίου

 

Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ξαναγυρίσουμε στὰ δυὸ στοιχεῖα τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ Σωκράτη: τὴ διαφθορὰ τῆς νεολαίας καὶ τὴν πίστη σὲ θεότητες πού δὲν ἦταν οἱ θεότητες τῆς πόλης.

Γιὰ τὸ πρῶτο σημεῖο, δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀναρωτηθοῦμε καὶ πολύ. Φίλος τοῦ Ἀλκιβιάδη, τοῦ Χαρμίδη, τοῦ Κριτία, ὁ Σωκράτης μποροῦσε ἄνετα νὰ εἶναι γιὰ τὰ μάτια τῆς κοινῆς ἀθηναϊκῆς γνώμης ὁ κακὸς σύμβουλος ἀνδρῶν πού, μὲ διάφορους τρόπους, εἶχαν βλάψει τὴ δημοκρατία. Ὁ ἁπλός ἄνθρωπος τοῦ δρόμου δύσκολα τὸν ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς σοφιστὲς καὶ ἦταν γιὰ τὰ μάτια πολλῶν, ὁ Σωκράτης πού, στὶς Νεφέλες, διδάσκει στὸν νεαρὸ Φειδιππίδη τὴν τέχνη νὰ ἀποδεικνύει στὸν πατέρα του πῶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κτυπάει, σ’ ἕναν διάλογο πού εἶναι παρωδία τοῦ σωκρατικοῦ διαλόγου: «Φειδιππίδης: Πιάνω τὸ λόγο μου ἀπὸ κεῖ πού μ’ ἔκοψες· καὶ πρῶτα / θὰ σὲ ρωτήσω αὐτό: Παιδὶ σὰν ἤμουν, μὲ χτυπούσες;

Στρεψιάδης: Μὰ ναί, ἀπ’ ἀγάπη, γιὰ καλὸ δικό σου.

Φειδιππίδης: Πές μου τότε, / τὴν ἴδια ἀγάπη ἐγώ γιὰ σὲ δὲν εἶναι δίκαιο νὰ ἔχω / καὶ νὰ σὲ δέρνω, ἀφοῦ εἶν’ αὐτό ἡ ἀγάπη, τὸ νὰ δέρνεις;»[62].

Ἄν, ὅπως μᾶς τὸ μεταφέρει ὁ Ξενοφῶν, ὁ Σωκράτης εἶχε ἐπιδιώξει νὰ ἀποτρέψει τὸν γιὸ τοῦ Ἄνυτου νὰ ἀκολουθήσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ βυρσοδέψη, ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε πλουτίσει ὁ πατέρας του, ἀντιλαμβάνεται κανεὶς γιατί ὁ Ἄνυτος ἔβλεπε στὸ πρόσωπο τοῦ φιλοσόφου ἕναν διαφθορέα τῆς νεολαίας. Στὴν πραγματικότητα βέβαια, ἡ ἕλξη πού ἀσκοῦσε σὲ πολλοὺς νέους ἄνδρες τῶν καλύτερων οἰκογενειῶν τῆς πόλης προσέδιδε κάποιο βάρος σ’ αὐτήν τὴν κατηγορία. Στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα, κι ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης ἀναγνώριζε αὐτή τὴν ἐπιρροὴ πού εἶχε σ’ ἕνα μέρος τῆς ἀθηναϊκῆς νεολαίας καὶ τὶς συνέπειες πού ἀπέρρεαν ἀπ’ αὐτή: «οἱ νέοι πού ἔχουν ὅλο σχεδὸν τὸ χρόνο δικό τους, τὰ παιδιὰ τῶν πλουσιωτάτων, μόνοι τους χωρὶς νὰ τοὺς προσκαλέσω, παρακολουθοῦν τὶς συζητήσεις μου καὶ εὐχαριστοῦνται ν’ ἀκούουν νὰ ἐξετάζω ἀνθρώπους καὶ οἱ ἴδιοι πολλάκις μιμούμενοι ἐμένα ἐπιχειροῦν νὰ ἐξετάζουν ἄλλους καὶ φυσικὰ βρίσκουν πολλὴ ἀφθονία ἀνθρώπων πού νομίζουν πώς κάτι γνωρίζουν ἀλλὰ γνωρίζουν πολὺ λίγα ἤ τίποτε. Ἔπειτα βέβαια ὀργίζονται ἐναντίον μου ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐξετάζουν αὐτοί, καὶ ὄχι ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ τους, καὶ λέγουν, πώς κάποιος Σωκράτης μωρότατος εἶναι ἐδῶ καὶ διαφθείρει τοὺς νέους· καὶ ὅταν κανεὶς τοὺς ρωτᾶ, μὲ πράξεις του ποιὲς καὶ ποιὰ διδαχή του, δὲν ἔχουν τίποτε ν’ ἀπαντήσουν, ἄγνοια τελεία ἔχουν τί λέγω καὶ πράττω, γιὰ νὰ μὴ φαίνονται δέ, πώς τίποτε δὲν ἔχουν νὰ πούν, λέγουν τὰ πρόχειρα αὐτά, πού λέγονται γιὰ ὅλους τους φιλοσόφους, ὅτι ἐρευνοῦν τὰ ἐπουράνια καὶ ὅσα κρύβει ἡ γῆ, ὅτι δὲν πιστεύουν στοὺς θεοὺς καὶ παρουσιάζουν τὸ ἄδικο γιὰ δίκαιο, τὸ ψέμα γιὰ ἀλήθεια καὶ τὰ παρόμοια, γιατί τὴν ἀλήθεια βέβαια δὲν θὰ ἤθελαν νὰ τὴν λέγουν, πώς γίνονται κατάδηλοι, ὅτι ἔχουν τὴν οἴηση πῶς ξέρουν, ἐνῶ δὲν ξέρουν τίποτε»[63].

Οἱ στενὲς αὐτὲς σχέσεις πού συνέδεαν τὸν Σωκράτη μὲ τοὺς μαθητὲς του θέτουν ἀναγκαστικὰ ἕνα πρόβλημα πού πρόσφατα μελετήθηκε ἀπὸ τὸν Michel Foucault στὸν δεύτερο τόμο του τῆς Ἱστορίας τῆς σεξουαλικότητας: τὸ πρόβλημα τῆς ἑλληνικῆς παιδεραστίας. Ἄραγε κατηγορώντας τον ὅτι «διέφθειρε τὴ νεολαία», οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Σωκράτη εἶχαν στὸν νοῦ τοὺς τὴν φυσικὴ ἕλξη πού παρὰ τὴν ἀσχήμια του, ἀσκοῦσε στοὺς νέους; Προφανῶς δὲν γίνεται νὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ ὅλα τὰ προβλήματα πού τίθενται ἀπὸ τὸν «ἑλληνικὸ ἔρωτα», ὅπως συνηθίζουμε νὰ τὸν ἀποκαλοῦμε, οὔτε καὶ τὶς ἀποχρώσεις πού θάπρεπε νὰ ὁρίσουμε μεταξὺ παιδεραστίας καὶ ὁμοφυλοφιλίας. Ὁ Σωκράτης, ὅπως εἴδαμε, ἦταν σύζυγος καὶ πατέρας καὶ τὸ ἴδιο θὰ ἴσχυε καὶ γιὰ τοὺς νέους πού τὸν περιέβαλλαν καὶ πού πὰμπλουτοι καθὼς ἦταν, δὲν μποροῦσαν νὰ ἀμελήσουν τὴν ἐξασφάλιση ἀπογόνων. Ἄλλά τὸ νὰ ἔχει κάποιος νόμιμη σύζυγο, παιδιά, ἀκόμα καὶ ἐρωμένες, δὲν ἐμπόδιζε, σὲ ὁρισμένους κύκλους τουλάχιστον, καὶ κάποιες σχέσεις διαφορετικοῦ τύπου μ’ ἕναν ἔφηβο καλῆς οἰκογένειας, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔπαιζε τὸν ρόλο τοῦ μέντορα. Ἀνάμεσα στὸν ἐραστή, τὸν ἐνήλικα καὶ τὸν ἐρωμένο, τὸν νεαρό, ἔδημιουργεῖτο μιὰ ἀμοιβαία σχέση, πού δὲν ἀπέκλειε, ἐννοεῖται, καὶ τὶς φυσικὲς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ δὲν περιοριζόταν μόνο σ’ αὐτές. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς τέτοιες σχέσεις ὑπῆρχαν σὲ κύκλους ἀριστοκρατῶν, καὶ μποροῦσαν νὰ προκαλοῦν στὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο τοῦ δρόμου ἀντίδραση ἀνάλογη μὲ τοὺς συχνὰ ἄσεμνους ἀστεϊσμοὺς πού ὁ Ἀριστοφάνης κι οἱ ἄλλοι κωμικοὶ ἐξακόντιζαν κατὰ τῶν «διεστραμμένων». Ἀλλὰ ἂν πιστέψουμε τὴ διήγηση τοῦ Ἀλκιβιάδη, στὸ Συμπόσιον τοῦ Πλάτωνα, γιὰ τὴν ἀποτυχημένη του ἀπόπειρα νὰ σαγηνεύσει τὸν Σωκράτη, ὁ φιλόσοφος, ἂν καὶ ἀρεσκόταν νὰ περιστοιχίζεται ἀπὸ νεαρούς, ἀπέφευγε νὰ ὑποκύπτει στὴ σαρκικὴ ἡδονή: «... τὸν σκέπασα μὲ τὸν μανδύα μου (ἦταν χειμώνας τότε), ξάπλωσα κάτω ἀπὸ τὸν τρίβωνα τὸν δικό του, τύλιξα τὰ χέρια μου γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀληθινὰ δαιμόνιου καὶ ἐξαιρετικοῦ αὐτοῦ ὄντος καὶ ἔμεινα πλαγιασμένος ἔτσι ὁλόκληρη τὴ νύκτα. Καὶ αὐτὴ τὴν φορά, Σωκράτη, δὲν θὰ ἰσχυρισθεῖς πώς εἶναι ψεύδη αὐτὰ πού λέγω. Ἒ λοιπόν! Μ’ ὅλα πού ἔκαμα ἐγώ, αὐτὸς φάνηκε τόσο ἀνίκητος ἀπὸ τὰ νεανικά μου θέλγητρα, τόσο τὰ περιφρόνησε καὶ τὰ γελοιοποίησε, τόσο μ’ ἐταπείνωσε - καὶ ὅμως πίστευα πώς κάποια ἀξία εἶχε αὐτὸ τὸ πράγμα, κύριοι δικαστές· διότι, ναί, δικαστὲς εἶσθε τῆς περηφάνειας τοῦ Σωκράτη. Μάθετε λοιπόν, σᾶς ὁρκίζομαι στοὺς θεούς, στὶς θεές, κοιμήθηκα καὶ ξύπνησα στὸ πλευρὸ τοῦ Σωκράτη, χωρὶς νὰ συμβεῖ τίποτε περισσότερο ἂπ' ὅ,τι ἂν εἶχα κοιμηθεῖ μὲ τὸν πατέρα μου  μ’ ἕναν ἀδελφὸ μεγαλύτερο»[64].

Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ἐγκαταλείψουμε μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἐκμαυλιστικὴ τάχα δύναμη τοῦ Σωκράτη. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς εἶχε περισσότερο πολιτικὰ παρὰ ἠθικά κριτήρια. Καὶ θὰ ξαναβροῦμε αὐτή τὴν πολιτικὴ διάσταση μὲ ἀφορμή τὴ δεύτερη κατηγορία, ὅτι δηλαδὴ δὲν πίστευε στοὺς θεοὺς τῆς πόλης. Στὴν πραγματικότητα, οἱ δυὸ κατηγορίες, ὅπως βάζει τὸν Σωκράτη νὰ λέει ὁ Πλάτων, ἀπέρρεαν ἀπὸ τὴν εἰκόνα πού εἶχε ἡ ἀθηναϊκὴ κοινὴ γνώμη γιὰ τοὺς φιλοσόφους. Γι’ αὐτό ἐπίσης κι ὁ Ἀριστοφάνης, στὶς Νεφέλες, ἀποδίδει στὸν Σωκράτη καὶ στοὺς μαθητὲς του ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ «τὰ μετέωρα καὶ τὰ κάτω της γῆς» (γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὰ λόγια της Ἀπολογίας) καὶ μιὰ λατρεία γιὰ τὶς νεφέλες, τὶς θεότητες αὐτὲς πού «δίνουν σ’ ἐμᾶς πολυμάθεια καὶ νοῦ / καὶ σὲ κάνουν γερὸ λιμαδόρο, / μυθοπλάστη, τῆς φράσης τεχνίτη, ἱκανὸ / νὰ χτυπᾶς, νὰ νικᾶς μὲ τὰ λόγια»[65].

Ἀλλὰ αὐτό εἶναι ὁ οἶστρος τοῦ κωμικοῦ ποιητῆ. Πιὸ συγκεκριμένα κι ὅπως τὸ ἀποδεικνύει ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν Σωκράτη καὶ τὸν Μέλητο στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα, κατηγοροῦσαν τὸν Σωκράτη, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους φιλοσόφους, ὅτι εἶχαν ὑποκαταστήσει τὶς παραδοσιακὲς θεότητες πού λάτρευε ἡ πόλη μὲ ἀφηρημένες διανοητικὲς συλλήψεις. Στὰ Ἀπομνημονεύματα, ὁ Ξενοφῶν ἐπιδίδεται στὴν ἀνασκευὴ αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν δείχνοντας ἀντίθετα πόσο κριτικὸς ἦταν ὁ Σωκράτης ἀπέναντι σ’ αὐτοὺς πού «ἄλλοι μὲν ἔχουν τὴ γνώμη, ὅτι ἕνα μόνον εἶναι τὸ Ὄν, ἄλλοι δέ, ὅτι εἶναι ἄπειρα κατὰ τὸ πλῆθος καὶ ἄλλοι μέν, ὅτι τὰ πάντα κινοῦνται αἰωνίως, ἄλλοι δέ, ὅτι τίποτε οὐδέποτε δὲν θέλει λάβει κίνηση, καὶ ἄλλοι μέν, ὅτι τὰ πάντα γίνονται καὶ καταστρέφονται, ἄλλοι δέ, ὅτι οὔτε νὰ γεννηθεῖ κάτι εἶναι ποτὲ δυνατὸν οὔτε νὰ καταστραφεῖ»[66]. Τὸν κατηγοροῦσαν ἐπίσης πώς ἰσχυριζόταν «ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι πέτρα κι ἡ σελήνη γῆ» κι ἀπ’ αὐτό μάλιστα πώς δὲν πίστευε σὲ κανέναν θεό. Εἴδαμε προηγουμένως πώς ὑπῆρχαν πράγματι μερικοὶ σοφιστὲς πού εἶχαν καταλήξει σὲ τέτοια συμπεράσματα· πώς ὁ περίφημος Κριτίας ἰδιαίτερα δὲν δίσταζε νὰ ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τῶν θεῶν, ἤ μᾶλλον νὰ τοὺς βλέπει σὰν δημιουργήματα τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ. Φαίνεται ὅμως πώς ἡ κατηγορία ὅτι δὲν πίστευε στοὺς θεοὺς τῆς πόλης κι ὅτι εἰσήγαγε νέους, ἂν καὶ ὀφειλόταν στὴ σύγχυση πού ὑπῆρχε ἀνάμεσα στὸν Σωκράτη κι αὐτοὺς τοὺς λίγο-πολὺ δεδηλωμένα ἄθεους σοφιστές, εὕρισκε κάποια ἐρείσματα σὲ ὁρισμένες διακηρύξεις τοῦ Σωκράτη, οἱ ὁποῖες, μπορεῖ νὰ μὴν ἀποδείκνυαν πώς ἦταν «ἄθεος», μαρτυροῦσαν ὅμως μιὰ θρησκευτικὴ πίστη κάπως διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη θρησκεία.

Αὐτό εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο λεπτὸ θέμα, πού ἔκανε νὰ κυλήσει πολλὴ μελάνη. Κάποιοι εἶδαν στὴ «θρησκεία» τοῦ Σωκράτη τὴν ἀναγγελία ἑνὸς ἐμπνευσμένου μονοθεϊσμοῦ. Πρέπει νὰ προσπαθήσουμε, ἀπέχοντας ἀπὸ κάθε a priori γνώμη, καὶ μὲ βάση τὴ διπλὴ μαρτυρία τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ξενοφώντα, νὰ δοῦμε περὶ τίνος ἀκριβῶς ἐπρόκειτο. Εἶναι σημαντικὸ πρῶτα νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ θρησκεία δὲν ἦταν κατ’ οὐδένα τρόπο δογματική. Ἡ πίστη σ’ ἕνα πλῆθος θεϊκῶν δυνάμεων συμβάδιζε μὲ ἕνα τυπικὸ στὸ ὁποῖο ἡ πόλη ἀσκοῦσε τὸν ἔλεγχό της. Ἡ εὐλάβεια συνίστατο στὸ νὰ ἀκολουθοῦν πιστὰ αὐτὲς τὶς τελετουργίες πού ἐνδυνάμωναν τὴ συνοχὴ τῆς πόλης. Κάθε ἐκδήλωση ἀμφιβολίας ἡ ἀδιαφορίας πρὸς τὴ θρησκεία τῆς πόλης φαινόταν σὰν προσβολὴ στὴν ἑνότητα τῆς κοινότητας καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ «ἀσέβεια» ἐπέσυρε «γραφή», δηλαδὴ δικαστικὴ δίωξη. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ περίοδος τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου ἦταν, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, μιὰ ταραγμένη περίοδος. Ἂς θυμηθοῦμε μόνο τὴν ὑπόθεση τῶν Ἑρμοκοπιδῶν καὶ τῆς παρωδίας τῶν Ἐλευσίνιων Μυστηρίων, τὶς παραμονὲς τῆς ἐκστρατείας τῆς Σικελίας, ὑποθέσεις στὶς ὁποῖες ἦταν ἀναμεμειγμὲνος ὁ Ἀλκιβιάδης, πράγμα πού εἶχε προκαλέσει τὴν ἀνάκλησή του καὶ τὴν ἐξορία του. Καὶ προφανῶς, αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ κύκλοι τῆς χρυσῆς νεολαίας τῶν Ἀθηνῶν εἶχαν ὑποστεῖ καὶ τὴ μεγαλύτερη ζημιὰ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν σοφιστῶν καὶ τὸν ὀρθολογισμὸ ἑνὸς σοφοῦ σὰν τὸν Ἀναξαγόρα, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Σωκράτης λέγει στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα, ὅτι μποροῦσε κανεὶς νὰ προμηθεύεται τὰ βιβλία του μὲ μιὰ δραχμὴ στὴν ἀγορά. Ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς κύκλους προέρχονταν καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Σωκράτη, ὁρισμένοι ἀπό τους ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ἀναμιχθοῦν στὶς δυὸ ὀλιγαρχικὲς ἐπαναστάσεις τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰώνα. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράξενο ὅτι κάθε ἐκδήλωση σκέψης πού ἔμοιαζε νὰ ἐκτρέπεται ἀπὸ τὸν θρησκευτικὸ κονφορμισμὸ τῆς πόλης μποροῦσε νὰ θεωρεῖται σὰν ἐκδήλωση ἀσέβειας. Ἐξ οὗ καὶ ὁ ὅλο καὶ μεγαλύτερος ἀριθμός αὐτῶν τῶν δικῶν τὶς ὁποῖες ἤγειρε μιὰ συντηρητικὴ καὶ «ὑγιῶς σκεπτόμενη» δημοκρατία, θύματα τῆς ὁποίας ὑπῆρξαν ἄνδρες σὰν τὸν Ἀναξαγόρα βέβαια, τὸν Πρωταγόρα ἴσως καὶ τὸν Εὐριπίδη καὶ τέλος τὸν Σωκράτη.

Ποιὰ ἦταν λοιπὸν ἡ «θρησκεία» τοῦ Σωκράτη; Στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα, ὁ Σωκράτης ἀνακρίνοντας τὸν Μέλητο τοῦ θέτει καὶ τὴν οὐσιαστικὴ ἐρώτηση: «τί ἐννοεῖς» τὸν ρωτάει, «ποιὸ ἀπὸ τὰ δυό, τοὺς διδάσκω νὰ πιστεύουν, πώς ὑπάρχουν κάποιοι θεοί, καὶ τότε βέβαια καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος πιστεύω στὴν ὕπαρξη θεῶν καὶ δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἄθεος οὔτε ἔνοχος ἀδικήματος ἀθεΐας, ὄχι ὅμως ἐκεῖνοι ἀκριβῶς, πού πιστεύει ἡ πόλη, ἀλλ’ ἄλλοι, καὶ αὐτό εἶναι, πού μοῦ ἐγκαλεῖς ὅτι διδάσκω τὴν ὕπαρξη ἄλλων θεῶν, ἤ ἐννοεῖς πώς καὶ ἄθεος εἶμαι ἐντελῶς καὶ ἀθεΐα τοὺς ἄλλους διδάσκω;» Σ’ αὐτό ὁ Μὲλητος ἀπαντᾶ: «Αὐτό ἐννοῶ, πώς ἄθεος εἶσαι ἐντελῶς»[67]. Γιὰ τὸν κύριο κατήγορό του ὁ Σωκράτης ἦταν λοιπὸν ἄθεος, κάποιος πού ἀρνιόταν τὴν ὕπαρξη τῶν θεῶν. Καὶ προφανῶς αὐτή ἦταν μιὰ κατηγορία πολλὴ πιὸ σοβαρὴ ἀπὸ τὸ νὰ εἰσάγει καινὰ δαιμόνια. Καὶ πράγματι ξέρουμε ὅτι σ’ αὐτό τὸ θέμα ἡ πόλη ἦταν μᾶλλον ἀνοικτή: στὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 5ου αἰώνα, ἀνατολικὲς λατρεῖες, μὲ μυστικιστικὸ ἤ ὀργιαστικὸ χαρακτήρα, σὰν αὐτές της θρακικῆς θεότητας Βενδῖδος, τῆς Κυβέλης καὶ τοῦ Ἄδωνι ἤ τοῦ φρυγικοῦ θεοῦ Σαβάζιου εἶχαν εἰσαχθεΐ στὴν Ἀθήνα, χάρη στὴ συρροὴ στὸν Πειραιᾶ πληθυσμῶν ξένης καταγωγῆς, καὶ ἰδιαίτερα ἐμπόρων πού ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ λατρεύουν τοὺς ἐθνικούς τους θεούς. Ἔτσι στὴν ἀρχή τῆς Δημοκρατίας, ὁ Σωκράτης καὶ οἱ φίλοι του πῆγαν στὸν Πειραιὰ γιὰ νὰ παραστοῦν στὴ λιτανεία πρὸς τιμὴν τῆς Βενδῖδος. Στὴν πομπὴ συμμετεῖχαν κάτοικοι τοῦ Πειραιᾶ καὶ Θράκες πού ζοῦσαν ἐκεῖ: πολίτες καὶ ξένοι βρίσκονταν ἀνάμικτοι. Δὲν εἶναι ἀπίθανο, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας νὰ ἀντέδρασαν στὴν εἰσαγωγὴ αὐτῶν τῶν ξένων λατρειῶν καὶ νὰ ἐπανέφεραν σὲ ἰσχὺ τὸν νόμο τοῦ Περικλῆ τοῦ 451 πού ἀπαιτοῦσε πώς γιὰ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτη, ἔπρεπε κι οἱ δύο του γονεῖς νὰ εἶναι Ἀθηναῖοι. Ἡ «ξενοφοβία» αὐτή σ’ ἕνα κλίμα κρίσης ἐξηγεῖ ἴσως πώς μπόρεσαν νὰ κατηγοροῦν τὸν Σωκράτη ὅτι εἰσήγαγε καινὰ δαιμόνια στὴν πόλη. Ἀλλὰ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Μελήτου νὰ ὑποστηρίζει πώς ὁ Σωκράτης ἦταν ἄθεος μαρτυρεῖ ὅτι παρὰ τὸ ἐχθρικό κλίμα πρὸς τοὺς ξένους, ἡ πίστη σὲ ἄλλες θεότητες πέρα ἀπὸ αὐτές τοῦ πανθέου τῆς πόλης, δὲν ἐθεωρεῖτο κάτι τὸ τόσο σοθαρὸ ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν Ἀθηναίων. Πάντως, στὸ κατηγορητήριο ἀναφερόταν ἡ ὑποκατάσταση τῶν θεῶν τῆς πόλης ἀπὸ «νέες θεότητες», ἐνῶ ὁ ὅρος πού χρησιμοποιήθηκε ἦταν «καινὰ δαιμόνια». Ἑπομένως δὲν ἐπρόκειτο γιὰ θεότητες ξενικῆς προέλευσης, ἀλλά γιὰ κάτι ἐντελῶς διαφορετικό. Στὴν ἀνακριση στὴν ὁποία ὑποβάλλει τὸν Μέλητο, ὁ Σωκράτης, δίνει σ’ αὐτὰ τὰ δαιμόνια ἕναν ὁρισμὸ πού ἂν καὶ δὲν εἶναι αὐστηρός, ὑπογραμμίζει ὡστόσο τὸν θεϊκό τους χαρακτήρα. «Λοιπόν, ἀφοῦ παραδέχομαι, καθὼς σὺ λέγεις, πώς ὑπάρχουν δαίμονες, ἂν μὲν οἱ δαίμονες εἶναι κάποιοι θεοί, τότε ἀληθὲς συμβαίνει νὰ εἶναι ἐκεῖνο, πού ἔλεγα ἐγώ, πώς σὺ αἴνιγμα συνέθεσες καὶ ἀστειεύεσαι λέγοντας, πώς ἐγὼ δὲν πιστεύω στὴν ὕπαρξη θεῶν, καὶ ἔπειτα πάλι πώς πιστεύω, ἀφοῦ δὰ πιστεύω στὴν ὕπαρξη δαιμόνων ἐὰν δὲ πάλι οἱ δαίμονες εἶναι παιδιὰ θεῶν νόθα ἤ ἀπὸ Νύμφες ἤ ἀπὸ ἄλλες κάποιες γυναῖκες, πού καὶ λέγεται δὰ πώς ἀπὸ αὐτούς γεννήθηκαν, ποιὸς ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθεῖ, πώς ὑπάρχουν μὲν παιδιὰ θεῶν, θεοὶ δὲ ὄχι; Γιατί ὁμοίως παράλογο θὰ ἦταν, ὅπως ἂν παραδέχεται κανείς, πώς ὑπάρχουν μὲν παιδιὰ ἵππων καὶ ὄνων, ἵπποι ὅμως καὶ ὄνοι ὄχι!»[68]. Αὐτή ἡ κάπως ἀναιδής παρομοίωση ἦταν τυπικὸ γνώρισμα τοῦ Σωκράτη. Κι ὅμως ἔκρυβε μιά πραγματικότητα στὴν ἐξέλιξη τῆς θρησκευτικῆς σκέψης τῶν Ἑλλήνων πού δὲν μποροῦμε νὰ παραγνωρίσουμε: μιὰ κάποια τάση νὰ δίνεται ἀφηρημένη διάσταση στὴν ἔννοια τοῦ θείου μίας συγκεκριμένης θεϊκῆς προσωπικότητας, τάση πού φαίνεται νὰ καλλιεργεῖται ἀπὸ ὁρισμένους κύκλους διανοουμένων ἀπὸ τὸν 5ο αἰώνα καὶ μετά. Ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Πίνδαρος, οἱ τραγικοί, χρησιμοποιοῦν συχνὰ τὸν ὅρο «θεός», χωρὶς νὰ διευκρινίζουν ἀλλιῶς γιὰ ποιὸν θεὸ πρόκειται. Μερικὲς φορὲς «ὁ θεὸς» ὑποσημαίνει τὸν Ἀπόλλωνα τῶν Δελφῶν, ἄλλοτε πάλι τὸν Δία, σὰν ὑπέρτατη θεότητα πού εἶναι. Ἀλλὰ συχνὰ ἐπίσης, ἡ ἀσάφεια προδίδει κι ἕνα εἶδος μέριμνας γιὰ ἀφηρημένη θεώρηση τοῦ θείου, ἡ ὁποία «μαρτυρεῖ τὶς ἐπιδιώξεις μίας ἐποχῆς πού πασχίζει νὰ ἀναθεωρήσει τὴν προγονικὴ θρησκεία μὲ βάση πιὸ ἐκλογικευμένες ἀρχές, στὸ μέτρο πού αὐτὲς ἐπιχειροῦν νὰ ἀπαλείψουν τὸ αὐθαίρετο, τὸ ἀνήθικο, τὸ ἀπρεπές καὶ τὸ ἀπίθανο ἀπὸ τὸν θεϊκὸ κόσμο, προσδίδοντάς του, ὡς ἕνα βαθμό, μιὰ τάξη ἀποδεκτὴ τόσο ἀπὸ τὴ διάνοια ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα»[69]. Εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πώς μιὰ τέτοια ἀφηρημένη ἔννοια τοῦ θείου μπόρεσε νὰ γοητεύσει τὸν Σωκράτη . Ἀλλὰ ἂν πιστέψουμε στὰ λόγια πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Πλάτων, νόμιζε ὅτι εἶχε καθιερώσει μ’ αὐτό τὸ ἀφηρημένο θεῖο προνομιακὲς σχέσεις οἱ ὁποῖες ἐκδηλώνονταν μὲ συγκεκριμένο τρόπο: «... πολλάκις σὲ πολλὰ μέρη μὲ ἔχετε ἀκούσει νὰ λέγω, πώς δηλαδὴ κάτι τὸ θεῖο καὶ δαιμόνιο ἐκδηλώνεται μέσα μου, τὸ ὁποῖο ὅπως ξέρετε, καὶ στὸ κατηγορητήριό του ὁ Μέλητος ἀναφέρει θέλοντας μὲ τὴ διαστροφή, πού τοῦ ἔκαμε καὶ νὰ μὲ διακωμωδήσει. Σ’ ἐμένα αὐτὸ νὰ μοῦ συμβαίνει ἄρχισε ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια καὶ εἶναι μιὰ αἴσθηση φωνῆς, ἡ ὁποία, ὅταν ἐκδηλωθεῖ, ἐκδηλώνεται πάντοτε ὡς ἀποτρεπτικὴ ἐκείνου, πού ἑτοιμάζομαι νὰ πράξω, προτρεπτικὰ δὲ οὐδέποτε»[70]. Ἐπὶ πολὺ ἀναρωτήθηκαν σχετικὰ μ’ αὐτόν τὸν «δαίμονα» τοῦ Σωκράτη. Πολλοὶ σκύφτηκαν πώς αὐτή ἡ φωνὴ πού ἀπευθυνόταν σ’ αὐτόν γιὰ νὰ τὸν ἔχει σὲ ἐγρήγορση ἦταν ἡ φωνὴ τῆς συνείδησής του, πού μόνον αὐτή τοῦ ὑπαγόρευε ποιὲς ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ πράξεις του κι ἡ ζωή του. Ἄλλοι ὑποστήριξαν πώς αὐτή «ἡ συνείδηση» στηριζόταν στὴν ἀληθινὴ πίστη σ’ ἕναν καὶ μόνον θεό, πού μπορεῖ νὰ ἦταν ὁ θεὸς τῶν Δελφῶν - αὐτὸς πού εἶχε ἀποκαλύψει στὸν Χαιρεφώντα ὅτι ὁ Σωκράτης ἦταν ο πιὸ σοφὸς τῶν ἀνθρώπων - ἤ ὁ Δίας πού ἦταν πιὰ τὸ ὄνομα τοῦ μοναδικοῦ καὶ παντοδύναμου θεοῦ. Καὶ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἀποφανθεῖ κανεὶς ἀφοῦ κι ἡ σκέψη τοῦ Σωκράτη δὲν ἔχει φτάσει σὲ μᾶς παρὰ μόνον μέσα ἀπὸ τὴ σκέψη τῶν μαθητῶν του. Πάντως αὐτό πού προκύπτει ἀπὸ τὴ μαρτυρία τοῦ Ξενοφώντα, εἶναι ὅτι, ὅποιες κι ἂν ἦταν οἱ ἐνδόμυχες πεποιθήσεις του, προσπαθοῦσε νὰ ἐκπληρώνει τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση: «Διότι ὁ Σωκράτης καὶ φανερὰ προσέφερε θυσίες ἄλλοτε μὲν στὸ σπίτι του ἄλλοτε δὲ στοὺς κοινοὺς βωμοὺς τῆς πόλης, καὶ φανερά ἐπίσης κατέφευγε στὴ μαντική. Καὶ εἶχε μὲν διαδοθεῖ ἡ φήμη, ὅτι ὁ Σωκράτης ἰσχυριζόταν, ὅτι τὸ δαιμόνιό του τοῦ προέλεγε ἤ τοῦ ὑπεδείκνυε διάφορα πράγματα καὶ ἀπ’ αὐτά ἴσα-ἴσα πρὸ πάντων νομίζω, ὅτι τὸν κατηγόρησαν πώς προσπαθοῦσε νὰ εἰσαγάγει καινὰ δαιμόνια»[71]. Στὴν Ἀπολογία καὶ πάλι τοῦ Ξενοφώντα, ὁ Σωκράτης ὑπερασπίζεται τὸν ἑαυτό του ἐνάντια στὴν κατηγορία πού διατύπωσε ἐναντίον του ὁ Μέλητος, ἐπικαλούμενος τὴν εὐσέθειά του:

«Ἀληθινά, ὦ ἄνδρες, ἐν πρώτοις ἐκπλήττομαι πῶς τοῦ ἦλθε στὸν νοῦν τοῦ Μελήτου νὰ πεῖ ὅτι ἐγὼ δὲν παραδέχομαι ἐκείνούς τούς θεοὺς πού ἀναγνωρίζει ἡ πόλη· γιατί μὲ ἔβλεπαν νὰ θυσιάζω καὶ στὶς κοινὲς ἑορτὲς καὶ στοὺς δημόσιους βωμοὺς καί οἱ ἄλλοι πού ἦσαν παρόντες καὶ αὐτὸς ὁ Μέλητος, ἂν ἤθελε. Πῶς δὲ εἰσῆγα νέες θεότητες, λέγοντας ὅτι φωνὴ θεοῦ μοῦ ὑποδεικνύει τί πρέπει νὰ κάμω; Γιατί ὅσοι χρησιμοποιοῦσαν τὰ ἄσματα τῶν πτηνῶν καὶ τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων βασίζουν βεβαίως τὰ συμπεράσματά τους πάνω στὶς φωνές. Ποιὸς δὲ θὰ ἀρνηθεῖ ὅτι οἱ βροντὲς εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ φωνὴ καὶ μέγιστος οἰωνός; Ἡ δὲ Πυθία πάνω στὸν τρίποδα δὲν διακηρύττει καὶ αὐτὴ ἐκεῖνα πού ἀκούει ἀπὸ τὸν θεό; Βεβαίως τό ὅτι ὁ θεὸς προβλέπει τό μέλλον καὶ τὸ προλέγει σὲ ὅποιον θέλει, καὶ αὐτό, καθὼς ἐγὼ λέγω, ἔτσι ὅλοι καὶ λέγουν καὶ πιστεύουν. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι μὲν ὀνομάζουν οἰωνοὺς φωνὲς μαντικὲς καὶ ἑρμηνευτὲς καὶ μάντεις τοὺς προλέγοντες, ἐγώ δὲ ἀποκαλῶ τοῦτο δαιμόνιον, καὶ πιστεύω ὅτι, ὀνομάζοντας αὐτό ἔτσι, λέγω καὶ ἀληθινότερα καὶ ὀσιότερα ἀπὸ ἐκείνους πού ἀποδίδουν στὰ πτηνὰ τὴ δύναμη τῶν θεῶν»[72]. Μέσα ἀπὸ τὰ τετριμμένα αὐτά λόγια πού ὁ Ξενοφῶν ἀποδίδει στὸν Σωκράτη, συναντοῦμε βέβαια τὴν ἀναφορὰ στὸν Δία καὶ τὸν Ἀπόλλωνα κι αὐτή τὴν ἀφηρημένη ἀντίληψη τοῦ θείου πού σίγουρα συμμεριζόταν ὁ Σωκράτης.

Βλέπουμε ὅμως ἐπίσης πώς τέτοια λόγια, μέσα στὸ κλίμα δυσπιστίας πού ἐπικρατοῦσε τότε στὴν Ἀθήνα ἀπέναντι σὲ κάθε μορφὴ σκέψης πού ἀπομακρυνόταν ἐλάχιστα ἀπό τους κανόνες, μποροῦσαν νὰ στοιχειοθετήσουν κατηγορία γιὰ ἀσέβεια. Ὁ Ἄνυτος καὶ οἱ συνεργοί του ἤξεραν πώς προωθώντας μιὰ τέτοια κατηγορία, θὰ εἶχαν τὴν ἔγκριση τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ ἂς ἔλθουμε στὴ δίκη.

 

 

Ἡ δίκη

 

Κατὰ τὰ λεγάμενά του Ξενοφώντα, πού μεταφέρει τὰ λόγια ἑνὸς ἀπό τούς πιὸ πιστοὺς φίλους του Σωκράτη, τοῦ Ἑρμογένη, ὁ φιλόσοφος μᾶλλον δὲν εἶχε ἑτοιμάσει τὴν ὑπεράσπισή του, θεωρώντας ὅτι ἡ ζωή του, πού ἦταν ὁλόκληρη ἀφιερωμένη στὸ «νὰ διακρίνει τὸ δίκαιο ἀπὸ τὸ ἄδικο» ἀποτελοῦσε γι’ αὐτόν τὴν καλύτερη ὑπεράσπιση. Ἐντούτοις, τόσο ὁ Πλάτων ὅσο κι ὁ Ξενοφῶν θεώρησαν ἀναγκαῖο νὰ γράψουν αὐτό πού ἐμφανίζεται σὰν ἀπολογία τοῦ Σωκράτη ἐνώπιον τῶν δικαστῶν. Νὰ εἶπε τάχα τὰ λόγια πού τοῦ ἀποδίδουν; Δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ. Ὁ Ξενοφῶν, πού τότε ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, μεταφέρει ὅ,τι τοῦ διηγήθηκε ὁ Ἑρμογένης πού παραβρέθηκε στὴ δίκη. Ὅσο γιὰ τὸν Πλάτωνα, αὐτός πρέπει νὰ ἦταν ἐκεῖ ἀφοῦ στὴν Ἀπολογία του, βάζει τὸν ἑαυτό του μεταξὺ τῶν παρευρισκομένων μαθητῶν πού συχνὰ συνοδεύονταν ἀπὸ τὸν πατέρα τους ἤ ἕναν μεγαλύτερο ἀδελφό, πράγμα πού δίνει στὸν Σωκράτη ἐπιχείρημα ἐναντίον τῶν κατηγόρων του: «Ἀλλά θὰ δεῖτε, ὦ ἄνδρες, πώς συμβαίνει ὅλως διόλου τὸ ἐναντίον· ὅλους πρόθυμους νὰ μαρτυροῦν ὑπὲρ ἐμοῦ, πού τοὺς διαφθείρω, ὑπὲρ ἐμοῦ, πού κάνω κακὸ στοὺς δικούς τους, καθὼς ἰσχυρίζεται ὁ Μέλητος καὶ ὁ Ἀνυτος· καὶ αὐτοὶ μὲν οἱ διεφθαρμένοι δὰ ἀπὸ μένα ἴσως ἔχουν κάποιο λόγο, μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς, νὰ μὴ μαρτυροῦν ἐναντίον μου, ἐκεῖνοι ὅμως, πού δὲν ἔχουν διαφθαρεῖ, ἄνδρες τώρα πλέον ἡλικιωμένοι, οἱ συγγενεῖς τῶν νέων, ποιὸ λόγο ἄλλο ἔχουν νὰ εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ, παρὰ τὸν ὀρθὸ καὶ τὸν δίκαιο, γιατί γνωρίζουν καλά, πώς ὁ Μέλητος ψεύδεται, ἐγὼ δὲ λέγω τὴν ἀλήθεια;»[73] Ἡ παρουσία τῶν πολλῶν αὐτῶν φίλων εἶναι μιὰ θετικὴ μαρτυρία ἂν ὄχι γιὰ τὴν αὐθεντικότητα τῶν λόγων πού ἀποδίδονται στὸν Σωκράτη, τουλάχιστον πάντως γιὰ τὴν ἀληθοφάνειά τους. Κι ἄν, ὅπως συνηθίζουμε νὰ ὑπογραμμίζουμε, ἡ Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα διαφέρει ἀπὸ αὐτήν τοῦ Ξενοφώντα ὡς πρὸς τὸν πλοῦτο καὶ τὸ μεγαλεῖο της σκέψης πού ἐκφράζει, ὅμως αὐτὸ δὲν σημαίνει πώς δὲν ὑπάρχουν καὶ πολλὰ σημεῖα σύγκλισης πού κι αὐτὰ ἀκόμη μᾶς ὠθοῦν νὰ δεχθοῦμε τὴν οὐσία.

Ὁ Σωκράτης λοιπόν, ἀφοῦ ἄκουσε τὸν Μέλητο νὰ ἀναπτύσσει τὰ στοιχεῖα τοῦ κατηγορητηρίου, πῆρε τὸν λόγο. Εἶχε ἀρνηθεῖ, ἂν πιστέψουμε τὸν Διογένη Λαέρτιο, νὰ ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπιση του ἕνας ἀπό τους ἐξέχοντες ρήτορες τῆς ἐποχῆς, ὁ μέτοικος Λυσίας, πού μὲ τὸν ἀδελφό του Πολέμαρχο καὶ τὸν πατέρα του Κέφαλο, ἦταν ἀπὸ αὐτούς μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης ἀγαποῦσε νὰ συζητεῖ. Ὁ Κέφαλος εἶχε πεθάνει κι ὁ Πολέμαρχος εἶχε δολοφονηθεῖ ἀπό τούς Τριάκοντα. Ἀλλὰ ὁ Λυσίας, πού μὲ τὰ ἴδια τοῦ τὰ χρήματα εἶχε βοηθήσει γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας προσεταιριζόμενος τοὺς ἐξόριστους δημοκράτες, ἦταν ἕνα πρόσωπο μὲ ἐπιρροή, γιατί, ἂν καὶ δὲν εἶχε ἀποκτήσει τὴν ἰθαγένεια πού ὁ Θρασύβουλος ἴσως τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ, εἶχε ὅμως διατηρήσει φιλίες ἀνάμεσα στοὺς ἰθύνοντες τῆς πόλης, φιλίες πού θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πολύτιμες. Ἀλλὰ ὁ Σωκράτης δὲν ἤθελε νὰ καταφύγει σὲ κανένα ἀπὸ τὰ συνηθισμένα μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἕνας κατηγορούμενος ἐπεδίωκε νὰ κερδίσει τὴν εὔνοια τῶν δικαστῶν. Θεωροῦσε, τὸ εἴδαμε, ὅτι ἡ ζωὴ του μιλοῦσε ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ πώς, ἂν δὲν πετύχαινε νὰ πείσει τοὺς δικαστές, αὐτὸ θὰ σήμαινε πώς εἶχαν τὴν ἀδικία μέσα τους, καὶ μπροστὰ σ' αὐτὸ κι οἱ ὡραιότεροι ἀκόμα λόγοι ἦταν ἀνίσχυροι. Ἀνέλαβε λοιπὸν νὰ ἀντικρούσει τὶς κατηγορίες τῶν ἀντιπάλων του ἐξηγώντας ἁπλούστατα πώς εἶχε καταλήξει στὸν ρόλο αὐτὸ τοῦ ἐρωτῶντος πράγμα πού τοῦ καταλόγιζαν. Δὲν ξέρουμε ἂν πράγματι εἶχε μὲ τὸν Μέλητο τὸν διάλογο πού μᾶς μεταφέρει ἡ Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα. Πάντως τὸν καλοῦσε νὰ τοῦ ἀπαντήσει, ὅπως γινόταν συνήθως, στὸ κύριο αὐτό σημεῖο τῆς κατηγορίας, τὸν ὑποτιθέμενο ἀθεϊσμό του, καθὼς καὶ στὴ σύγχυση, πού ἀναγόταν ἤδη στὸ παρελθὸν (τὴν ἐποχὴ πού οἱ δικαστὲς ἦταν ἀκόμη παιδιά), ἀνάμεσα στὸν ἀληθινὸ Σωκράτη καὶ τόν σοφιστή, ὅπως ἀρεσκόταν νὰ τὸν παρουσιάζει «κάποιος κωμικὸς ποιητὴς» πού ὁ Σωκράτης δὲν κατονομάζει, ἀλλὰ πού στὴ μνεία του οἱ δικαστὲς δὲν μποροῦσαν νὰ μὴν ἀναγνωρίσουν τὸν Ἀριστοφάνη. Στὴν ἀπολογία του, ὁ Σωκράτης δὲν ἐπεδίωξε νὰ συγκινήσει τοὺς δικαστές του οὔτε καὶ νὰ δικαιολογηθεῖ. Μάλιστα, ἀντιμετωπίζοντας τὸ ἐνδεχόμενο νὰ δεχθοῦν νὰ τὸν ἀθωώσουν οἱ δικαστές, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι θὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ νὰ ἐξετάζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ φιλοσοφεῖ, τοὺς ἀπήντησε: «ὦ ἂνδρες Ἀθηναῖοι, σᾶς ἐκτιμῶ καὶ σᾶς ἀγαπῶ, θὰ πεισθῶ ὅμως στὸν θεὸ μᾶλλον παρὰ σὲ σᾶς, καὶ ἐφ’ ὅσον μοῦ μένει ἔστω λίγη ζωὴ καὶ δύναμη, δὲν θὰ παύσω νὰ φιλοσοφῶ καὶ νὰ προτρέπω ὅποιον καὶ ἂν συναντῶ ἀπό σᾶς, καὶ νὰ σᾶς διαφωτίζω...»[74]. Καὶ πιὸ κάτω, ἀπευθυνόμενος σὲ ὅλους τους παρόντες Ἀθηναίους: «πείθεσθε, ἂν θέλετε, στὸν Ἀνυτο ἤ μὴ πείθεσθε, καὶ ἀθωώσατε μέ, ἂν θέλετε, ἤ μὴ μὲ ἀθωώνετε, γιατί ἐγώ, γνωρίζετέ το, δὲν θὰ πράξω διαφορετικά, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται πολλοὺς θανάτους νὰ ὑποστῶ»[75].

Καταδικάζοντας σὲ θάνατο τὸν Σωκράτη, οἱ Ἀθηναῖοι καταφέρουν πλῆγμα στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτὸ τους ἀφοῦ θὰ χάσουν τὸν μοναδικὸ ἄνθρωπο πού μποροῦσε νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν δρόμο τοῦ δικαίου. Εἶναι λοιπὸν περιττὸ νὰ καταφύγει στὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα οἱ κατηγορούμενοι ἐπιδιώκουν νὰ προκαλέσουν τὴν εὐμένεια τῶν δικαστῶν: νὰ κλάψει, νὰ φέρει στὸ δικαστήριο τὰ παιδιά του καὶ τὰ ἐγγόνια του γιὰ νὰ τοὺς συγκινήσει «γιὰ τὴν ὑπόληψη ὅμως καὶ τὴν δική μου, λέγει ἀκόμη ὁ Σωκράτης, καὶ τὴν δική σας καὶ τῆς πολιτείας ὅλης, μοῦ φαίνεται, πώς δὲν εἶναι τιμητικό, βέβαια, νὰ κάμω ἐγὼ κάτι ἀπὸ αὐτά, ἐνῶ μάλιστα εἶμαι τόσον ἡλικιωμένος καὶ ἔχω αὐτὸ τὸ ὄνομα, πού ἔχω, εἴτε ἀληθινὰ τέλος πάντων εἴτε ψεύτικα»[76]. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ παληκαρισμὸ πού φέρεται ἔτσι ὁ Σωκράτης; Ἐΐναι καὶ γιατί θεωρεῖ ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὑπεράνω ὅλων αὐτῶν τῶν ἀξιοθρήνητων σκηνῶν: «Γιατί ὁ δικαστὴς δὲν κάθεται στὴν ἕδρα του γιὰ αὐτό, νὰ στραγγαλίζει τὸ δίκαιο χαριζόμενος στὸν ἕνα καὶ στὸν ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ κρίνει ποιὸς ἔχει δίκαιο· καὶ ἔχει ὁρκισθεῖ, ὄχι πώς θὰ χαρίζεται σ’ αὐτόν ἤ σ’ ἐκεῖνον, σὲ ὅποιον τοῦ ἀρέσει, ἀλλ’ ὅτι θὰ δικάζει κατὰ τοὺς νόμους... Γιατί ἂν ἴσως καὶ ἔκανα τὴν προσπάθεια νὰ σᾶς πείθω καὶ μὲ τὶς παρακλήσεις μου νὰ σᾶς ἐξαναγκάσω νὰ παραβεῖτε ὅρκο, πού ἔχετε δώσει, ὁλοφάνερα τότε θὰ σᾶς ἐδίδασκα νὰ μὴν πιστεύετε, πώς ὑπάρχουν θεοί, καὶ ἡ ἀπολογία μου θὰ ἦτο κυριολεκτικὰ κατηγορία τοῦ ἑαυτοῦ μου, πώς θεοὺς δὲν πιστεύω. Ἀλλὰ κάθε τί ἄλλο παρὰ αὐτό συμβαίνει· γιατί καὶ πιστεύω, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅσο κανεὶς ἀπὸ τοὺς κατηγόρους μου καὶ στὴν κρίση τὴ δική σας καὶ τοῦ θεοῦ ἐμπιστεύομαι τώρα μὲ τὴν εὐχὴ νὰ εἶναι δικαιοτάτη τόσο γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό μου, ὅσο καὶ τὸ δικό σας»[77].

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀπολογία τοῦ Σωκράτη, φαίνεται πώς ὁ Ἄνυτος καὶ ὁ Λύκων παρενέβησαν γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν Μέλητο, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὁποίου εἶχαν ἀντικρουσθεῖ ἀπὸ τὸν Σωκράτη κατὰ τρόπο τόσο προφανή πού ἦταν δυνατὸ νὰ δημιουργηθεῖ σύγχυση στοὺς δικαστὲς καὶ νὰ καταλήξουν νὰ ψηφίσουν τὴν ἀθώωσή του. Στὸ δεύτερο μέρος τῆς Ἀπολογίας τοῦ Πλάτωνα, ὁ Σωκράτης ὑποστηρίζει ὅτι, χωρὶς αὐτή τὴν διπλὴ παρέμβαση, ὁ Μέλητος δὲν θὰ εἶχε συγκεντρώσει τὸ ἕνα πέμπτο τῶν ψήφων καὶ θὰ εἶχε καταδικασθεῖ νὰ πληρώσει τὸ πρόστιμο τῶν χιλίων δραχμῶν πού ἐπιβαλλόταν στὸν μηνυτὴ ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καταφέρει νὰ πείσει τοὺς δικαστές. Ὕστερα πέρασαν στὴν ψηφοφορία. Τὸ δικαστήριο ἀριθμοῦσε 501 δικαστές, 280 ψήφισαν καταδίκη, 221 ἀθώωση. Εἴδαμε ὅτι τότε ὁ κατήγορος κι ὁ κατηγορούμενος μποροῦσαν νὰ ξαναπάρουν τὸν λόγο γιὰ νὰ προτείνουν ποινή. Ὁ Μέλητος ζήτησε τὸν θάνατο. Ὁ Σωκράτης, ὅταν ἦρθε ἡ σειρά του νὰ μιλήσει, ἐξέφρασε πρῶτα τὴν ἔκπληξή του πού πῆρε τόσες εὐνοϊκὲς ψήφους. Μιὰ ἁπλή μετατόπιση τριάντα ψήφων θὰ εἶχε ἀρκέσει γιὰ νὰ τὸν ἀθωώσει. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμή, ἔνοιωθε ἀναπτερωμένος γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ζωῆς πού εἶχε ἐπιλέξει νὰ κάνει. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ τοῦ ζητοῦσαν νὰ ὁρίσει τὴν ποινή του, δὲν ἔβρισκε τίποτα πιὸ σωστὸ ἀπὸ τὸ νὰ γευματίζει στὸ Πρυτανεῖο, ὑπέρτατη ἀνταμοιβὴ πού ἀπονεμόταν στοὺς ὀλυμπιονίκες καὶ σ’ ὅλους αὐτοὺς πού εἶχαν ἀνδραγαθήσει γιὰ τὴν πόλη. Οὔτε κι αὐτὸ ἦταν παληκαρισμὸς ἐκ μέρους του. Ἀφοῦ δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ του ἔνοχο, τὸ νὰ ὁρίσει ποινὴ δὲν εἶχε καμμιὰ ἔννοια. Γιὰ τὸν θάνατο, εἶχε πεῖ στὴν ἀπολογία του ὅτι δὲν τὸν φοβόταν, γιατί δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ φοβᾶται κάτι πού δὲν γνωρίζει. Ὅσο γιὰ τὶς ἄλλες ποινές, δὲν μποροῦσαν παρὰ νὰ τοῦ εἶναι ἐπώδυνες: «Φυλάκιση; Καὶ τότε ποιὰ ἀνάγκη νὰ ζῶ κλεισμένος στὴ φυλακή, δοῦλος πάντα στοὺς ἑκάστοτε διοικητές της; Ἢ μήπως πρόστιμο; καὶ νὰ εἶμαι δὰ στὴ φυλακή, ὡς πού ν’ ἀποπληρώσω; Μὰ αὐτό τὸ ἴδιο εἶναι γιὰ μέ, σὰν ἐκεῖνο πού εἶπα τώρα· γιατί δὲν ἔχω χρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ τὸ πληρώσω. Ἀλλὰ λοιπὸν ἐξορία μου νὰ προτείνω; γιατί ἴσως τῆς ποινῆς αὐτῆς μὲ νομίζετε ἄξιον. Πολλή, ἀλήθεια, φιλοζωία θὰ μὲ παράδερνε, ἂν τόσο ἀσυλλόγιστος εἶμαι, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ σκεφθῶ, ὅτι σεῖς, μολονότι συμπολίτες μου, δὲν μπορέσατε νὰ ὑποφέρετε τὸ ἔργο μου καὶ τοὺς λόγους μου, ἀλλὰ σᾶς ἔχουν γίνει πολὺ ἐνοχλητικὰ καὶ μισητὰ τόσο, πού ζητεῖτε τώρα ν’ ἀπαλλαγεῖτε ἀπ’ αὐτά· μὰ οἱ ξένοι τάχα εὔκολα θὰ τὰ ἀνεχθοῦν; Κάθε ἄλλο, ὦ Ἀθηναῖοι. Ὡραῖα, μὰ τὴν ἀλήθεια, θὲ νὰ μοῦ εἶναι ἡ ζωὴ ἐξόριστος νὰ ζῶ σ’ αὐτὴν τὴν ἡλικία καὶ νὰ γυρίζω ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ ἀπὸ τὴν μιὰ τὴν πόλη νὰ διώχνομαι στὴν ἄλλη»[78].

Πάντως, φαίνεται ὅτι στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του, ὁ Σωκράτης κὰμφθηκε ἀπό τους φίλους του ἐκείνους, μεταξὺ τῶν ὁποίων κι ὁ Πλάτων, πού πρότειναν νὰ τοῦ δανείσουν τὰ χρήματα τοῦ προστίμου, ἂν τὸ δικαστήριο συμφωνοῦσε νὰ τοῦ ἐπιβάλει χρηματικὴ ποινή. Ἀλλὰ οἱ δικαστὲς δὲν τὸ θέλησαν ἔτσι καὶ τάχθηκαν μὲ τὴ γνώμη τοῦ Μελήτου πού ζητοῦσε τὴ θανατικὴ ποινή.

Στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα, ὁ Σωκράτης, ἀφοῦ ἄκουσε τὴν ἐτυμηγορία τῶν δικαστῶν, παίρνει καὶ πάλι τὸν λόγο γιὰ νὰ ἀπευθυνθεῖ διαδοχικὰ πρῶτα σ’ αὐτοὺς πού τὸν εἶχαν καταδικάσει κι ἔπειτα σ’ αὐτούς πού τὸν εἶχαν ἀθωώσει. Στοὺς πρώτους, δηλώνει ὅτι εἶχε δίκιο πού δὲν ἐπεδίωξε νὰ τοὺς συγκινήσει μὲ τὰ συνηθισμένα μέσα: «ἀλλά προτιμῶ - τοὺς εἶπε - τὴ νέκρωση μᾶλλον τοῦ θανάτου ἀπολογηθείς -ὅπως ἀπολογήθηκα, ἤ τὴ ζωὴ ἔπειτα ἀπὸ μιὰ ἀπολογία σὰν ἐκείνη τῶν ἄλλων»[79]. Καὶ προεικάζει ὅτι ὁ θάνατός του δὲν θὰ θέσει τέλος στὰ βάσανά τους, γιατί ἄλλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν θὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο του. Στοὺς ἄλλους, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μοίρα πού τὸν περιμένει δὲν ἔχει τίποτα τὸ φοβερό. Καὶ μάλιστα, ὅτι ἦταν ἡ ἔκφραση τῆς θείας θέλησης, ἀφοῦ γιὰ πρώτη φορὰ ἐκείνη τὴ μέρα, ἡ φωνὴ τοῦ «δαιμόνιού» του δὲν ἀκούστηκε: «Καὶ ὅμως οὔτε ὅταν ἐξερχόμουν ἀπὸ τὴν οἰκία μου μὲ ἀπέτρεψε τὸ θεϊκὸ αὐτὸ σημεῖο, οὔτε τὴν ὥρα πού ἔρχομουν ἐδῶ στὸ δικαστήριο, οὔτε σὲ κανένα μέρος τῆς ἀπολογίας μου, ὁτιδήποτε καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ πῶ (...) Τὸ συμβὰν αὐτό φαίνεται, πώς γιὰ καλό μου, ἀλήθεια, ἔχει γίνει, καὶ χωρὶς ἄλλο γελιόμαστε, ὅσο νομίζουμε ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κακό»[80].

Ἀπὸ κείνη τὴ μέρα, ὁ Σωκράτης, ἀφοῦ ἄκουσε τὴν ἐτυμηγορία τῶν δικαστῶν, ἐπιδόθηκε σὲ φιλοσοφικὴ θεώρηση τοῦ θανάτου.

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

 

Ἡ ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου δεν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθεῖ ἀμέσως. Πράγματι, ἀπαγορευόταν νὰ προχωρήσουν σὲ θανατικὴ ἐκτέλεση κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἡ σαλαμινία τριήρης ὅδηγοῦσε στὴ Δῆλο τὴ θεωρία, τὴν ἱερὴ δηλαδὴ ἀντιπροσωπεία πού πήγαινε ἐκεῖ κάθε χρόνο στὴν ἐπέτειο τῆς πάλης τοῦ Θησέα μὲ τὸν Μινώταυρο. «Λέγεται λοιπόν, ὅτι τότε ἡ πόλη ἔταξε στὸν Ἀπόλλωνα, ἐάν σωθοῦν, νὰ ὀργανώνει κάθε χρόνο θεωρία (προσκύνημα) στὴ Δῆλο· αὐτὴ τὴ θεωρία στέλλουν πάντοτε κάθε χρόνο ἀπὸ τὸ ἔτος ἐκεῖνο πρὸς τιμὴν τοῦ θεοΰ στὴ Δῆλο καὶ σήμερα ἀκόμη. Ἀφ’ ὅτου δὲ ἀρχίσουν οἱ προετοιμασίες τῆς θεωρίας, εἶναι νόμος τοῦ κράτους σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ διατηρεῖται ἄσπιλη ἡ πόλη καὶ νὰ μὴ ἐκτελεῖται καμιὰ θανατικὴ ποινή, πρὶν τὸ πλοῖο ὄχι μόνον φθάσει στὴ Δῆλο, ἀλλὰ ἐπιστρέψει πάλι στὸ λιμάνι τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ταξίδι αὐτό διαρκεῖ κάποτε πολὺ χρόνο, ὅταν τύχει νὰ τὸ δυσχεραίνουν ἄνεμοι ὄχι εὐνοϊκοί. Ἀρχὴ δὲ τῆς θεωρίας λογίζεται ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἱερέας τοῦ Ἀπόλλωνα θὰ στεφανώσει τὴν πρύμνη τοῦ πλοίου· καὶ τοῦτο, ὅπως σοῦ εἶπα, ἔτυχε νὰ γίνει τὴν προηγουμένη ἡμέρα τῆς δίκης. Γι’ αὐτό τὸ λόγο ὁ Σωκράτης πέρασε μέσα στὴ φυλακὴ πολὺ χρόνο, μεταξύ της δίκης καὶ τοῦ θανάτου του»[81].

Πέρασε πράγματι ἕνας μήνας, κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Σωκράτης συζητοῦσε σχεδὸν κάθε μέρα μὲ τοὺς φίλους του, πού ἔρχονταν νὰ τὸν βλέπουν στὴ φυλακή του. Δὲν θὰ μάθουμε ποτὲ ποιὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ δυὸ διάλογοι τοῦ Πλάτωνα, ὁ Κρίτων καὶ ὁ Φαίδων, ἐκτυλίσσονται στὴ φυλακὴ καὶ ἐμφανίζονται σὰν πιστὴ ἀπόδοση τῶν τελευταίων αὐτῶν συζητήσεων. Ὁ πρῶτος ἔχει ὡς θέμα τὴν δυνατότητα ἀπόδρασης πού προσέφερε στὸ Σωκράτη ὁ πλούσιος φίλος του Κρίτων καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ φιλοσόφου. Ὁ δεύτερος, τὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς ὅταν δραπετεύει ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ σώματος. Ὁ Πλάτων ἀναγνωρίζει μόνος του ὅτι ἐπειδὴ ὑπέφερε, δὲ μπόρεσε νὰ παρευρεθεῖ στὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ δασκάλου τοῦ (Φαίδων, 59 b). Ἀλλὰ μπόρεσε νὰ εἶναι παρὼν σὲ ἄλλες συζητήσεις, καὶ ἔτσι νὰ ἀποδώσει τὸ γενικὸ περιεχόμενο τῶν λόγων πού διαμείφθηκαν. Εἴχαμε ἤδη τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ χαρακτηρίσουμε τὴ στάση τοῦ Σωκράτη ἀπέναντι στὴν ἀθηναϊκὴ δημοκρατία, νὰ ἀναλύσουμε τὸν πρῶτο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς διαλόγους καὶ νὰ φέρουμε στὸ φῶς γιὰ ποιοὺς λόγους ὁ Σωκράτης θεωροῦσε ἀνάξιό του νὰ ἐπιλέξει τὴν ἐξορία ἤ τὴ φυγή: θὰ ἦταν σὰν νὰ ὑποτιμοῦσε τὴν ἀποστολὴ γιὰ τὴν ὁποία αἰσθανόταν ὅτι τοῦ ἦταν θεόπεμπτη καὶ ταυτόχρονα θὰ ἐπιδείκνυε ἀνεντιμότητα ἀρνούμενος νὰ ὑποταχθεῖ στοὺς νόμους τῆς πόλης ὅπου εἶχε ἐπιλέξει νὰ ζεῖ. Ὁ δεύτερος διάλογος, πού φέρνει στὸ προσκήνιο τὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ Σωκράτη, εἶναι ἕνας στοχασμὸς πάνω στὶς σχέσεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Θὰ χρειασθεῖ νὰ τὸν ἀντιπαραθάλουμε μὲ τὶς ἄλλες ἀνάλυσεις πού ὁ Πλάτων κι ὁ Ξενοφῶν ἀποδίδουν στὸν Σωκράτη σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ σταθμίσουμε καλύτερα τὴν πρωτοτυπία τοῦ φιλοσόφου σ’ αὐτό τὸ σημεῖο, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ θυμίσουμε πῶς ἔβλεπαν τὸν θάνατο οἱ Ἕλληνες.

 

 

Ὁ θάνατος, οἱ νεκροὶ στὴ θρησκευτικὴ πρακτικὴ τῶν Ἑλλήνων

 

«Κάθε κοινωνία ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίσει αὐτή τὴ ριζικὴ μεταλλαγή, αὐτὴ τὴν ἄκρα ἀπουσία μορφῆς, αὐτή τὴν κατεξοχὴν μὴ ὕπαρξη πού δημιουργεῖται ἀπὸ τὸ φαινόμενο τοῦ θανάτου». Μ’ αὐτά τὰ λόγια ὁ J.-P. Vernant στὴν Εἰσαγωγή του σὲ μιὰ συγκριτικὴ μελέτη τῆς νεκρικῆς ἰδεολογίας σὲ διάφορες ἀρχαῖες κοινωνίες, θέτει τὸ πρόβλημα στὸ ὁποῖο πρέπει πρῶτα νὰ σταθοῦμε. Στὶς ἑλληνικὲς κοινωνίες οἱ νεκροὶ εἶναι ἀντικείμενα εὐλάβειας καὶ στοὺς νεκροὺς ἥρωες ἀπονέμουν λατρεία. Στὰ ὁμηρικὰ ἔπη ὁ πολεμιστὴς ἀποκτᾶ τὸ «κλέος», τὴν ἀθάνατη δόξα πού ὑμνεῖ ὁ ἀοιδός, πεθαίνοντας στὴ μάχη. Κι ὁ «ὡραῖος ἡρωικὸς θάνατος» εἶναι ἕνα θέμα πού συναντᾶταὶ στὸν ἐπιτάφιο λόγο τὸν ὁποῖον ἐκφωνοῦσε κάθε χρόνο στὸ νεκροταφεῖο τοῦ Κεραμεικοῦ στὴ δημοκρατικὴ Ἀθήνα ὁ καθ’ ὑπόδειξη τοῦ λαοῦ ρήτορας, γιὰ νὰ μνημονεύσει τοὺς πολίτες πού ἔπεσαν πολεμώντας. Τό νά μὴν ἐνταφιάσουν ἕναν νεκρὸ σύμφωνα μὲ τὸ τυπικὸ ἦταν σὰν νὰ τὸν βλασφημοῦν, καὶ ξέρουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ κεντρικὸ θέμα τῆς τραγωδίας τῆς Ἀντιγόνης. Ὁ ἑορτασμὸς τῶν νεκρῶν, ἡ καταγραφή τους στὴ συλλογικὴ μνήμη μὲ τὸν ὕμνο τοῦ ἀοιδοῦ ἤ μὲ τὸ νεκρικὸ μνημεῖο ἔκαναν τὸν θάνατο ἕνα συμβὰν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἕνα πέρασμα πρὸς μιὰ αἰωνιότητα μέσα στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων.

Ἀλλὰ ἡ εἰκόνα αὐτή τοῦ θανάτου πού τὴ μεταλαμπάδευαν τὰ νεκρικὰ ἔθιμα, ἐρχόταν σὲ ἀντίφαση μὲ τὴν ἀγωνία πού προκαλοῦσε στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτὸ τὸ ἀσύλληπτο «ἐπέκεινα». Τά ἴδια αὐτὰ ἔπη πού ὑμνοῦσαν τὸν «ὡραῖο θάνατο» τοῦ πολεμιστῆ ἐξέφραζαν ἐπίσης κι αὐτή την ἀγωνία. Στὴν Ὀδύσσεια, ὁ Ὀδυσσέας, με τίς συμβουλὲς τῆς μάγισσας Κίρκης πηγαίνει στὶς ἐσχατιὲς τῆς χώρας ὅπου βασίλευαν ὁ Ἅδης καὶ ἡ γυναίκα του ἡ Περσεφόνη, γιὰ νὰ ρωτήσει τὴν ψυχὴ τοῦ μάντη Τειρεσία. Ἡ χώρα αὐτή συνορεύει μὲ αὐτή τῶν Κιμμερίων «πού τοὺς σκεπάζουν σύγνεφα κι’ ἕνα πηχτὸ σκοτάδι. / Ποτὲ μὲ τὶς ἀχτίδες του δὲν τοὺς φωτίζει ὁ ἥλιος / (...) / μόν’ τοὺς σκεπάζει ἕνα βαθύ τούς ἄμοιρους σκοτάδι». Ὁ Ὀδύσσεας προσφέρει πρῶτα θυσία στὴν ἀκτὴ πού ἄραξε τὸ πλοῖο του, σφάζοντας πάνω ἀπὸ ἕνα λάκκο μιὰ δαμάλα κι ἕνα κριάρι καὶ «καὶ πότισε τὸ αἷμα τους τὴ γῆ. Κι’ ἀπ’ τὸ σκοτάδι / τῶν πεθαμένων οἱ ψυχὲς συνάχτηκαν σὲ λίγο, / κορίτσια, ἀγόρια λεύτερα, βασανισμένοι γέροι, / παρθένες ἁπαλόκορμες μὲ νιόθωρη τὴ λύπη, / κι’ ἄλλοι πού μὲ τὰ χάλκινά τους χτύπησαν κοντάρια, / μὲ τ’ ἅρματα αἰματόβρεχτα καὶ πολεμοσφαγμένοι. / Κι’ ὅλοι στὸ λάκκο τρέχανε, ἄλλοι ἀπ’ ἀλλοῦ χιλιάδες, / μ’ ἀλαλαγμοὺς ἀνείπωτους πού κέρωσα ἀπ’ τὸ φόβο»[82]. Ἡ ψυχὴ τοῦ Τειρεσία, πού ἦλθε στὸ χεῖλος τοῦ λάκκου, ξαφνιάστηκε πού ὁ Ὀδυσσέας ἄφησε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου γιὰ νὰ ἔλθει νὰ δεῖ τοῦ Ἅδη «τὸν ἄχαρο τὸν κόσμο». Ὅσο γιὰ τὴ μητέρα τοῦ Ὀδυσσέα, νεκρὴ ἀπὸ τὴ θλίψη της πού δὲν εἶδε τὸν γιό της νὰ ἐπιστρέφει, τοῦ ὑπενθυμίζει τὴ θλιβερὴ μοίρα τοῦ θνητοῦ πού βλέπει τὸ σῶμα του νὰ διαλύεται.

Τὸ βασίλειο τοῦ Ἅδη εἶναι λοιπὸν ἕνα σκοτεινὸ βασίλειο κι ὁ θάνατος ἡ ἀναπότρεπτη μοίρα τοῦ ἀνθρώπου. «Δυσέα, γιὰ τὸ θάνατο μὴ μὲ παρηγορήσεις. / Θάθελα νἆμαι χωρικὸς καὶ νὰ ξενοδουλεύω / σὲ ἀφέντη δίχως κτήματα, ποὖναι τὸ βιὸς του λίγο, / παρὰ νὰ βασιλεύω ἐδῶ στοὺς πεθαμένους ὅλους»[83].

Ὅμως κάποιες θρησκευτικὲς δοξασίες, πού λίγο γνωρίζουμε, γιατί σπανίζουν τὰ στοιχεῖα, κυρίως γιὰ τὶς πολὺ παλιὲς περιόδους, εἶχαν καλλιεργήσει γιὰ τὴ ψυχὴ μιὰν ἀντίληψη διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄυλη σκιὰ πού ἦταν ἡ ὁμηρικὴ ψυχή. Στοὺς Ὀρφικοὺς καὶ τοὺς μαθητὲς τοῦ Πυθαγόρα, πού συχνὰ δὲν τοὺς ξεχωρίζουμε σαφῶς, ἡ ἰδέα μίας ἀνεξάρτητης ἀπὸ τὸ σῶμα ψυχῆς πού τή λυτρώνει ὁ θάνατος συνδεόταν μὲ τὴν ἔννοια ἑνός τόπου μακάρων. Ἡ ψυχὴ τῶν δικαίων ἔφτανε ἐκεῖ στὸ τέλος μίας κάπως μακρᾶς περιπλάνησης, πράγμα πού ὑπονοοῦσε ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν ὑποβάλλονταν σὲ κρίση. Γιὰ νὰ προετοιμαστοῦν γι’ αὐτή τὴν κρίση, οἱ δοξασίες αὐτὲς εἶχαν δημιουργήσει ἠθικούς κανόνες ζωῆς λίγο-πολὺ ἀσκητικοὺς καὶ τελετὲς μύησης πού ἐξελίχθηκαν σὲ μυστηριακὲς θρησκεῖες. Ἀναμφισβήτητα ὁ Πλάτων δέχθηκε τὴν ἐπίδραση τοῦ ὀρφισμοῦ κι αὐτό εἶναι ἰδιαίτερα αἰσθητὸ στὴν ἀνάλυση πού κάνει ὁ Σωκράτης σχετικὰ μὲ τὴ φύση τῆς ψυχῆς στὸν Φαίδωνα. Ἀλλὰ ὁ Σωκράτης τοῦ Φαίδωνα εἶναι ὁ διερμηνευτὴς τοῦ Πλάτωνα καὶ γιὰ νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ φέρουμε στὸ φῶς αὐτό πού σκεφτόταν ὁ φιλόσοφος τὴν παραμονὴ τοῦ θανάτου του, εἶναι καλύτερα γιὰ μιὰ ἀκό- μη φορά νὰ ξαναγυρίσουμε στὸν Ξενοφώντα καὶ στοὺς πρώτους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα καὶ κυρίως στὶς δύο Ἀπολογίες.

 

 

Ὁ Σωκράτης καὶ τὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου

 

Δὲν μᾶς ἐκπλήσσει πού βρίσκουμε στὸν Σωκράτη τοῦ Ξενοφώντα σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο γενικὰ ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο του τὸν θάνατο ἰδιαίτερα, αὐτή τὴν ἁπλὴ κοινὴ λογικὴ πού ὁ ἀθηναῖος ἱστορικὸς ἀρέσκεται νὰ ἀποδίδει στὸν δάσκαλό του. Στοὺς φίλους του πού, ἔχοντας ἔλθει νὰ ἀκούσουν τὴν ἐτυμηγορία τῶν δικαστῶν, ἀναλύθηκαν σὲ λυγμούς, ὁ Σωκράτης φαίνεται πώς εἶπε: «Τί εἶν’ αὐτό; Τώρα κλαῖτε; Δὲν γνωρίζετε λοιπὸν ἀπὸ πολὺ καιρὸ ὅτι ἀφότου γεννήθηκα εἶχα καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν φύση σὲ θάνατο; Καὶ ἂν μὲν ἀπέθνησκα πρόωρα, χάνοντας τὰ ἀγαθά τῆς ζωῆς, καταφανῶς ἐγώ καὶ οἱ φίλοι μου θὰ ἔπρεπε νὰ λυπηθοῦν ἀλλ’ ἀφοῦ τελειώνω τὴ ζωὴ τὴ στιγμὴ πού δὲν μὲ περιμένουν παρὰ βάσανα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χαρεῖτε γιὰ τὸ εὐτύχημά μου»[84]. Στὰ Ἀπομνημονεύματα, ὁ Ξενοφῶν ἐπανέρχεται ἐκτενέστερα στὸ σημεῖο αὐτό, ἀποδίδοντας στὸν εὑρισκόμενο πιὰ στὸ κατώφλι τῶν γηρατειῶν Σωκράτη, λόγια πού ἂν καὶ εἰπώθηκαν μὲ σκοπὸ νὰ καθησυχάσουν τοὺς φίλους του, δὲν ἔπαυαν ἐν τούτοις νὰ ἔχουν τὴ σφραγίδα τοῦ θάρρους καὶ νὰ δείχνουν ταυτόχρονα αἴσθηση τῆς πραγματικότητας. «Αν δὲ θὰ ζήσω περισσότερο καιρό, ἴσως θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομένω τὰ παθήματα τοῦ γήρατος, δηλαδὴ καὶ λιγότερο νὰ βλέπω καὶ νὰ ἀκούω καὶ χειρότερα νὰ σκέπτομαι καὶ δυσκολοτέρα νὰ μαθαίνω καὶ εὐκολότερα νὰ λησμονῶ καὶ σὲ ὅσα πρωτύτερα ἤμουν καλύτερος, σὲ αὐτά νὰ γίνομαι χειρότερος. Ἀλλ’ ὅμως, ἐὰν μὲν δὲν τὰ αἰσθάνομαι αὐτά, ὁ βίος μου θὰ ἦταν ἀβίωτος, ἐὰν δὲ τὰ αἰσθάνομαι πῶς κατ’ ἀνάγκη καὶ χειρότερα καὶ ἀηδέστερα δὲν θὰ ζοῦσα;[85]» Κάποιοι νεότεροι ἔκριναν τὰ λόγια αὐτά ἀνάξια τοῦ φιλόσοφου Σωκράτη. Ἀλλὰ ἡ ἐξαιρετικὴ ἐπίδραση τοῦ στοχαστὴ αὐτοῦ ὀφειλόταν ἀκριβῶς στὸ ὅτι μιλοῦσε τὴν ἁπλὴ γλώσσα ὅλων κι ὅτι ἐκφραζόταν ἔτσι πού ὅλοι μποροῦσαν νὰ τὸν καταλαβαίνουν. Καὶ τὸ νὰ δίνει κανεὶς μεγαλύτερη σημασία στὴ φυσικὴ καὶ διανοητικὴ ἀκεραιότητα ἀπ’ ὅ,τι στὴ ζωὴ δείχνει ἴσως κάποια ἀλαζονεία, κυρίως ὅμως ψυχικὸ μεγαλεῖο.

Δὲν μᾶς ἔκπλησσει ὡστόσο πού στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνα τὸ θέμα τίθεται μὲ κάπως διαφορετικοὺς ὅρους. Κι ἐδῶ, ὁ Σωκράτης λέει πώς δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο, καὶ πώς γι’ αὐτὸ παραιτεῖται ἀπὸ κάθε μέσο πού θὰ μποροῦσε νὰ συγκινήσει τοὺς δικαστὲς ἤ νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ἀποφύγει τὴν ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου δραπετεύοντας ἤ δωροδοκώντας. Τὰ ἐπιχειρήματα ὅμως πού προτάσσει ἐνώπιον τῶν δικαστῶν του εἶναι ἄλλης φύσεως καὶ σχετίζονται μὲ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ πού πάντα τὸν διακατεῖχε· νὰ ἀποφεύγει δηλαδὴ νὰ πιστεύει ὅτι ξέρει κάτι πού ἁγνοεῖ. «Γιατί τὸ νὰ φοβᾶται κανεὶς τὸν θάνατο, ὦ ἄνδρες, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο ἤ τὸ ὅτι νομίζει, πώς εἶναι σοφός, ἐνῶ δὲν εἶναι· σημαίνει δηλαδή, πώς νομίζει ὅτι γνωρίζει πράγματα πού δὲν γνωρίζει. Γιατί, τί εἶναι θάνατος, κανεὶς βέβαια δὲν γνωρίζει, μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ μέγιστο ἀπὸ τὰ καλὰ στὸν ἄνθρωπο, τὸν φοβοῦνται ὅμως σὰν νὰ γνωρίζουν καλὰ-καλά, πώς εἶναι τὸ μέγιστο τῶν κακῶν. Καὶ πῶς λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸ ἀμάθεια, ἐκείνη ἡ ἐπονείδιστος, τὸ νὰ νομίζει δηλαδὴ κανεὶς πώς γνωρίζει ἐκεῖνα, πού δὲν γνωρίζει; Ἐγώ, κύριοι, κατὰ τοῦτο καὶ στὸ ζήτημα αὐτὸ διαφέρω ἀπό τούς πολλούς, καὶ ἂν ἴσως ἴσχυρισθῶ, πώς εἶμαι σοφότερος ἀπὸ κανένα ἄλλον σὲ κάτι, σὲ τοῦτο βέβαια θὰ πῶ πώς εἶμαι, ὅτι, ὅπως καλὰ δὲν γνωρίζω γιὰ ὅσα εἶναι στὸν Ἅδη, ἔτσι καὶ τὸ νομίζω·»[86]. Μετὰ τὴν ἀπαγγελία τῆς ἀπόφασης, ὁ Σωκράτης ξαναπαίρνει τὸν λόγο καί, ἀπευθυνόμενος στοὺς φίλους του, ἐξηγεῖ τί σκέφτεται γιὰ τὸν θάνατο μὲ κάπως διαφορετικὸ τρόπο. Ἄν, πράγματι, αὐτό πού τοῦ συμβαίνει εἶναι κακό, ἡ θεία φωνὴ πού πάντα τὸν καθοδηγοῦσε θὰ τὸν εἶχε προειδοποιήσει. Ὅμως ἐκείνη τὴ μέρα, εἶχε σωπάσει. Αὐτό σημαίνει λοιπὸν πώς ὁ θάνατος δὲν εἶναι καθόλου κάτι κακό, ἀντίθετα εἶναι κάτι καλό: «Ἀλλ’ ἂς τὸ σκεφθοῦμε καὶ μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο, τὸ ὅτι πολλὴ ἐλπίδα ὑπάρχει νὰ εἶναι ὁ θάνατος κάτι τὸ καλό. Ὁ θάνατος ἕνα ἀπὸ τὰ δύο βέβαια εἶναι, ἤ δηλαδὴ κάτι σὰν τελεία μηδένιση, τέτοια, πού νὰ μὴν ἔχει ὁ νεκρὸς καμιὰ αἴσθηση κανενός, ἤ, ὅπως λέγουν, κάποια μεταβολὴ ἴσως εἶναι καὶ μετοίκηση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν ἐδῶ τόπο σὲ ἄλλον. Καὶ εἴτε τελεία ἀναισθησία εἶναι ὁ θάνατος, κάτι σὰν ὕπνος τέτοιος, πού μήτε ὄνειρο κανεὶς κανένα νὰ μὴ βλέπει, θαυμάσιο κέρδος θὰ ἦταν. Γιατί ἐγὼ νομίζω πώς, ἂν τυχὸν ἕνας, ὅποιος, διαλέξει ἀπ’ ὅλες τὶς νύκτες μία αὐτή, πού κοιμήθηκε ἔτσι, ὥστε μήτε ὄνειρο νὰ δεῖ, καὶ ἀντιπαραβάλει μ’ αὐτή τὶς ἄλλες νύκτες καὶ ἡμέρες τῆς ζωῆς του, καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ σκεφθεῖ, πεῖ, πόσες ἡμέρες καὶ νύκτες ἔχει ζήσει στὴ ζωὴ του ἡσυχότερα καὶ γλυκύτερα ἀπὸ κείνη τὴ νύκτα, νομίζω, λέγω, πώς ὄχι μόνον ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας βασιλεὺς πολὺ λίγες θὰ εὔρισκε τὶς ἡμέρες καὶ νύκτες αὐτές ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἄν λοιπὸν κάτι τέτοιο εἶναι ὁ θάνατος, ἐγὼ τουλάχιστον τὸν θεωρῶ κέρδος· ἄλλως τε καὶ ὁ ὅλος χρόνος φαίνεται ὅσο μιὰ νύκτα. Ἂν πάλι εἶναι ὁ θάνατος κάποια ἀποδημία σὲ ἄλλον τόπο ἀπὸ δῶ, καὶ εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγονται, πώς τάχα ἐκεῖ εἶναι ὅλοι οἱ πεθαμένοι, τί μεγαλύτερο ἀγαθὸ μπορεῖ ἀπ’ αὐτό νὰ γίνει, κύριοι δικαστές; Γιατί ἂν κανεὶς θὰ εὔρει, ὅταν στὸν Ἅδη φθάνει, καὶ ἔχει ἀπὸ αὐτοὺς ἀπαλλαγεῖ, πού λέγουν πώς εἶναι δικαστές, τοὺς δικαστὲς τοὺς ἀληθινούς, πού αὐτοὶ ἐκεῖ, ὅπως λέγεται, δικάζουν, τὸν Μίνω, τὸν Ραδάμανθυ, τὸν Αἰακό, τὸν Τριπτόλεμο καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι ἀπό τους ἡμιθέους δίκαιοι ὑπῆρξαν στὴ ζωή τους, κακὸ τάχα θενὰ ’κανε μιὰ τέτοια ἀποδημία; ἤ πάλι, τί δὲν θάδινε κανείς σας νὰ συναναστραφεῖ τὸν Ὀρφέα καὶ τὸν Μουσαῖο καὶ τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Ὅμηρο; Ἐγώ, ἀλήθεια, πρόθυμος εἶμαι πολλάκις ν’ ἀποθάνω, ἂν εἶναι αὐτά ἀληθινά· γιατί σὲ μένα πρὸ παντὸς ἐξαιρετικῶς θαυμάσια θὲ νὰ ἦταν ἡ διαμονή μου ἐκεῖ, ἂν τυχὸν βρῶ τὸν Παλαμήδη καὶ τὸν Αἴαντα, τὸν γιὸ τοῦ Τελαμώνα καὶ ὅποιον ἄλλον, πού πῆγε ἀπὸ ἄδικη κρίση! Πολὺ εὐχάριστο γιὰ μὲ θὲ νὰ εἶναι, καθὼς ἐγὼ νομίζω, τὰ πάθιά μου στὰ πάθια τους νὰ τὰ ἀντιπαραβάλλω, καὶ δὰ τὸ σπουδαιότατο, τὸν χρόνο μου νὰ τὸν περνῶ, ἐξετάζοντας καὶ ἐρευνώντας τοὺς ἐκεῖ, ὅπως καὶ τοὺς ἐδῶ, ποιὸς ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι σοφὸς καὶ ποιὸς μόνον τὴν οἴηση ἔχει, χωρὶς νὰ εἶναι καθόλου. Τί θὰ πλήρωνε κανείς, κύριοι δικαστές, νὰ ἐξετάσει ἐκεῖνον, πού ὁδήγησε στὴν Τροία τὴν πολυάριθμο στρατιὰ ἤ τὸν Ὀδυσσέα, ἤ τὸν Σίσυφο, ἤ - ἄλλους μύριους μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναφέρει - μ’ αὐτοὺς νὰ συζητεῖ κανεὶς ἐκεῖ καὶ νὰ τοὺς ἐξετάζει, μία ἀφάνταστη θὰ ἦταν εὐδαιμονία. Τί βέβαια, ὅσο γιὰ τὴν ἐξέταση ἐξάπαντος ἐκεῖ δὲν θανατώνουν»[87].

Φυσικά, ἡ τελευταῖα αὐτή εἰρωνικὴ αἰχμὴ εἶναι ἀποκαλυπτική. Ὁ Σωκράτης δὲν ἀγνοοῦσε τὶς θεωρίες τὶς ὁποῖες ἀποδέχονταν ὁρισμένοι, σχετικὰ μὲ τὴν ἀποδημία τῶν ψυχῶν, οὔτε καὶ τὴν πίστη σ’ ἕναν τόπο νεκρῶν ὅπου ξαναβρίσκονταν ὅλοι οἱ νεκροί, ἀφοῦ πρῶτα παρουσιάζονταν μπροστὰ στοὺς δικαστές. Ἀλλὰ ἂν πράγματι εἶπε τὰ λόγια πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Πλάτων, μπαίνουμε στὸν πειρασμὸ νὰ σκεφθοῦμε ὅτι ὁ θάνατος ἦταν γι’ αὐτὸν ὁ αἰώνιος ἐκεῖνος ὕπνος, ἡ ἀνάπαυση αὐτή πού, γιὰ ἕναν ἡλικιωμένο καὶ κουρασμένο ἄνθρωπο, μποροῦσε νὰ φαίνεται σὰν κάτι τὸ καλό.

Εἶναι φανερὸ πώς μὲ τὸν Φαίδωνα, διάλογο πού ὑποτίθεται πώς ἐκτυλίσσεται τὴν ἴδια τὴ μέρα τοῦ θανάτου τοῦ Σωκράτη, εἴμαστε μπροστὰ σὲ μιὰ ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ θανάτου. Πράγματι ἐδῶ ὁ θάνατος δὲν ἐμφανίζεται πιὰ μόνον σὰν αἰώνιος ὕπνος, οὔτε σὰν πέρασμα ἀπὸ τὸν ἕνα κόσμο στὸν ἄλλο, ἄλλα πού ἐπιτέλους ἀποσπᾶ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ σώματος: «Ἄρα μήπως εἶναι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τοῦτο: ἀπαλλαγή τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα; Καὶ τὸ ν’ ἀποθάνει κανεὶς δὲν εἶναι τοῦτο: ἀφοῦ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχὴ νὰ μείνει τὸ σῶμα του αὐτὸ καθ’ ἑαυτό καὶ ἡ ψυχὴ του ἀφοῦ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα νὰ μείνη αὐτή καθ’ ἑαυτήν; Μήπως εἶναι τίποτ’ ἄλλο ὁ θάνατος καὶ ὄχι αὐτό;»[88] «Ἄρα λοιπόν», συνεχίζει πιὸ κάτω ὁ Σωκράτης, «ἐν πρώτοις σὲ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις γίνεται φανερός, ἀποκαλύπτεται ὁ γνήσιος φιλόσοφος, ὅτι περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο αὐτὸς προσπαθεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐλευθερώνει τὴν ψυχήν του ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ σῶμα»[89]. Πῶς μετὰ νὰ μὴν ὑποδεχθεῖ τὸν θάνατο μὲ μακαριότητα, ἀφοῦ εἶναι «κάτι σὰν μονοπάτι, πού ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς μιὰ εὐτυχή διέξοδο, ὅταν στὴν ἐρευνὰ προχωροδμεν μὲ τὸ λογικὸ· καὶ τὸ μονοπάτι τοῦτο εἶναι ἡ ἰδέα, ὅτι ἕως ὅτου ἔχουμε τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ μᾶς εἶναι ἀνακατωμένη μὲ αὐτό τὸ κακό, ποτὲ δὲν θ’ ἀποκτήσουμε ἀρκετά ἐκεῖνο πού ἐπιθυμοῦμε»[90]. Ὁ θάνατος εἶναι λοιπὸν μιὰ ἀπολύτρωση πού ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ φθαρτὸ σῶμα, μιὰ ψυχὴ πού, αὐτὴ τουλάχιστον, εἶναι ἀθάνατη.

Κι ὁ Σωκράτης, προσπαθώντας νὰ ἀποδείξει τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς ἀφοῦ πρῶτα ἐπικαλεῖται τὴ θεωρία τῆς ἀνάμνησης, προχωρεῖ στὸ δεύτερο μέρος τοῦ διαλόγου. Ἡ ψυχὴ πράγματι ὁμοιάζει «μὲ τὸ θεῖον καὶ τὸ ἀθάνατον καὶ τὸ νοητὸν καὶ τὸ ἔχον μίαν μόνο μορφὴν καὶ τὸ ἀδιάλυτον καὶ τὸ διατηροῦν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον πάντοτε τὴν ταυτότητά του», ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σῶμα πού ὁμοιάζει «μὲ τὸ ἀνθρώπινον καὶ τὸ θνητὸν καὶ τὸ μὴ νοητὸν καὶ τὸ πολύμορφον καὶ τὸ διαλυτὸν καὶ τὸ μὴ ὂν ποτὲ τὸ αὐτό μὲ τὸν ἑαυτόν του»[91]. Γιατί ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ἄφθαρτη, «κατὰ συνέπεια ὅταν ἐπέρχεται ὁ θάνατος στὸν ἄνθρωπο, τὸ μὲν θνητὸν αὐτοῦ, καθὼς φαίνεται, ἀποθνήσκει, τὸ δὲ ἀθάνατο, σῶο καὶ ἀδιάφθορο, ἀφοῦ παραχωρήσει τὴ θέση του στὸν θάνατο, φεύγει γιὰ νὰ πάει κάπου ἀλλοῦ»[92]. Αὐτό τουλάχιστον ἰσχύει γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν σοφῶν, ἐκείνων δηλαδὴ πού ἔζησαν μιὰ ἁγνή ζωή. Γι’ αὐτούς ἡ πρόσβαση σ’ ἕναν ἀνώτερο κόσμο θὰ εἶναι ἀνεμπόδιστη. Κι ὁ Σωκράτης αὐτή τὴ ζωὴ πιστεύει πώς ἔζησε. Ἑπομένως, δὲν ἔχει τίποτα νὰ φοβηθεῖ, ἀντίθετα πρέπει νὰ περιμένει μ’ ἀνυπομονησία τὴ στιγμὴ πού θὰ πάει στὸν τόπο «τῶν μακάρων» καὶ οἱ φίλοι του, αὐτοί πού στέκονται πλάι του, ἀντὶ νὰ θρηνοῦν, πρέπει ἀντίθετα νὰ χαίρονται μὲ τὴ σκέψη ὅτι τὸ κορμὶ πού θὰ ἐνταφιάσουν δὲν θὰ εἶναι παρὰ ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή.

Νὰ ἐπιδόθηκε ἄραγε ὁ Σωκράτης, τὴ μέρα τοῦ θανάτου του, στὴ σοφὴ ἀπόδειξη πού τοῦ ἀποδίδει ὁ Πλάτων καὶ στὴν ὁποία ξαναβρίσκουμε τὰ θέματα πού ἀναπτύσσονται κι ἀλλοῦ, εἰδικότερα στὴν Πολιτεία; Μποροῦμε νὰ ἀμφιβάλλουμε. Ἀλλά ὅτι ἀντιμετώπισε τὸ θάνατο μὲ τὸ θάρρος πού ἡ παράδοση μᾶς ἔχει μεταβιβάσει - πιστεύοντας πώς εἶναι ἕνας μακρός ὕπνος καὶ πώς, ὄντας πιὰ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν φοβᾶται - αὐτό πρέπει νὰ τὸ πιστέψουμε. Γιατί ἂν ὁ Φαίδων εἶναι ἕνας ἀπό τους πιὸ ἀφηρημένους, τοὺς πιὸ καθαρὰ φιλοσοφικοὺς διαλόγους τοῦ Πλάτωνα, εἶναι ἐπίσης (στὴν ἀρχή του καὶ κυρίως στὸ τέλος του) κι ἕνας ἀπό τους πιὸ ζωντανοὺς πού ἀφιέρωσε ὁ φιλόσοφος στὴ μνήμη τοῦ δασκάλου του.

 

 

Ὁ θάνατος τὸν Σωκράτη

 

Στὸν ἀτέλειωτο αὐτὸν μήνα πού διήρκεσε ἡ κράτησή του στὴ φυλακὴ τῶν Ἕνδεκα, ὁ Σωκράτης δεχόταν καθημερινὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν μαθητῶν του. «Πρέπει νὰ σημειώσεις», λέει ὁ Φαίδων στὸν Ἐχεκράτη πού τὸν ρωτάει γιὰ τὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ Σωκράτη, «ὅτι καὶ τὶς προηγούμενες ἡμέρες ἐγώ καὶ οἱ ἄλλοι ἐπισκεπτόμεθα τακτικὰ τὸν Σωκράτη· συναντώμεθα πρωὶ-πρωὶ στὸ δικαστήριο, ὅπου ἔγινε καὶ ἡ δίκη, γιατί ἦταν πλησίον της φυλακῆς. Ἐκεῖ λοιπὸν περιμέναμε κάθε πρωὶ συζητώντας μεταξύ μας, ἕως ὅτου ἀνοίξει ἡ φυλακὴ· γιατί δὲν ἄνοιγε πολὺ πρωί. Ὅταν δὲ ἄνοιγε εἰσερχόμεθα στὸ κελλὶ τοῦ Σωκράτη καὶ συχνὰ περνούσαμε ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα μαζί του»[93]. Ὡστόσο, τὴν ἑπομένη τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ πλοίου ἀπὸ τὴ Δῆλο, οἱ μαθητὲς κανόνισαν συνάντηση νωρὶς τὸ πρωί, γιατί ἤξεραν ὅτι ἐκείνη ἡ μέρα θὰ ἦταν καὶ ἡ τελευταία πού θὰ περνοῦσαν κοντὰ στὸν δάσκαλό τους. «Μόλις φθάσαμε, ἐξῆλθε ἀπὸ τὴ φυλακὴ ὁ θυρωρός, ὁ ἐντεταλμένος ν’ ἀνοίγει τὴ θύρα στοὺς ἐπισκέπτες, ἐπλησίασε καὶ μᾶς εἶπε νὰ περιμένουμε ἔξω ὀλίγον, νὰ μὴ εἰσέλθουμε δὲ παρὰ μόνον, ὅταν αὐτὸς μας φωνάξει. «Διότι αὐτὴ τὴν στιγμήν, εἶπε, ἀπαλλάσσουν οἱ Ἕνδεκα τὸν Σωκράτη ἀπὸ τὰ δεσμά του καὶ τοῦ ἀναγγέλλουν ὅτι σήμερα θὰ εἶναι τὸ τέλος του». Χωρὶς νὰ περιμένουμε πολύ, ἦλθε πάλι καὶ μᾶς κάλεσε νὰ εἰσέλθουμε»[94]. Άνάμεσα στοὺς παρευρισκόμενους ἦταν ὁ Ἀπολλόδωρος, ὁ Κριτὸβουλος κι ὁ πατέρας του Κρίτων, ὁ παλιὸς φίλος πού μάταια τὴν προηγούμενη εἶχε ἐπιχειρήσει νὰ πείσει τὸν Σωκράτη νὰ ἀποδράσει, ὁ Ἑρμογένης, ὁ ἀδελφός τοῦ πλούσιου Καλλία, ὁ Ἐπιγένης πού τόν ξαναβρίσκουμε σὰν συνομιλητὴ τοῦ Σωκράτη στὰ Ἀπομνημονεύματα, ὁ Αἰσχίνης, ὁ Ἀντισθένης, ὁ μελλοντικὸς ἱδρυτὴς τῆς σχολῆς τῶν κυνικῶν, ὁ Κτήσιππος ἀπὸ τὴν Παιανία κι ὁ ξάδελφος του Μενέξενος καὶ κάποιοι ἄλλοι πού ὁ Πλάτων δὲν κατονομάζει. Ὁ ἴδιος, ἄρρωστος ὤν, ἀπουσίαζε.

Ὁ Σωκράτης φαινόταν πανευτυχὴς πού ἦταν ἐπιτέλους ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ σιδερένια δεσμὰ πού τοῦ πλήγωναν τὰ πόδια. Πλάι του ἔστεκε ἡ γυναίκα του Ξανθίππη κι ὁ μικρότερος γιός τους, παιδὶ ἀκόμη. Βλέποντας τοὺς φίλους τοῦ Σωκράτη, ἡ Ξανθίππη ἄρχισε τὶς φωνὲς καὶ τὰ κλάματα «ὅπως κάνουν οἱ γυναῖκες», καί, ὕστερα ἀπὸ προτροπὴ τοῦ Σωκράτη, δοῦλοι τοῦ Κρίτωνα τὴν πῆγαν σπίτι της. Δὲν ξέρουμε πολλὰ πράγματα, τὸ εἴδαμε καὶ προηγουμένως, γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ ζωὴ τοῦ Σωκράτη. Λέγεται πώς εἶχε δύο γυναῖκες καὶ τουλάχιστον τρία παιδιά. Ἡ Ξανθίππη θὰ πρέπει νὰ ἦταν αἰσθητὰ νεὸτερή του, ἀφοῦ εἶχε παιδὶ πού ἦταν ἀκόμη μωρὸ καὶ τὸ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά της. Στὸ Συμπόσιον τοῦ Ξενοφῶντος, ὁ Ἀντισθένης, σὲ μιὰ συζήτηση γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν γυναικών, πού προαναγγέλλει τὸν περίφημο διάλογο Οἰκονομικό, λέει γιὰ τὴν Ξανθίππη πώς ἦταν «ἡ πιὸ στρυφνὴ ἀπ’ ὅλα τὰ πλάσματα πού ὑπάρχουν, θάλεγα μάλιστα καὶ πού ἔχουν ὑπάρξει καὶ πού θὰ ὑπάρξουν ποτέ», καὶ ἀπορεῖ πού ὁ Σωκράτης μπόρεσε νὰ ζήσει μαζί της. Καὶ αὐτός ἀπάντησε ὅτι μποροῦσε νὰ ταιριάζει μὲ ὅλους τους ἄλλους ἀνθρώπους, ὅποιος κι ἂν ἦταν ὁ χαρακτήρας τους, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἦταν ἱκανός νὰ τὴν ὑπομένει (Συμπόσιο ΙI, 10). Στὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Ξενοφώντα καὶ πάλι, ὁ Σωκράτης συμβουλεύει τὸν μεγάλο του γιό, τὸν Λαμπροκλῆ, νὰ τιμᾶ τὴ μητέρα του, παρὰ τὴν κακή της διάθεση, καὶ ἐπιδίδεται σ’ ἕνα εἶδος ἀπολογίας γιὰ τὴ γυναίκα-μητέρα, ἀρκετά ἀσυνήθιστη γιὰ τὴν ἑλληνικὴ φιλολογία ( Ἀπομνημονεύματα II, 2). Ὅπως καὶ νάχουν τὰ πράγματα, ἕτοιμος πιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴ ζωή, ἤθελε νὰ περάσει τὶς τελευταῖες του ὧρες μὲ τοὺς φίλους του μᾶλλον, παρὰ μὲ τοὺς δικούς του. Εἴδαμε πώς, σύμφωνα μὲ τὸν Πλάτωνα, αὐτό ἔγινε ἐνῶ διαλογιζόταν γιὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Καὶ ἦλθε ἡ στιγμὴ νὰ καταπιεῖ τὸ θανάσιμο δηλητήριο. Ὁ Σωκράτης θέλησε πρῶτα νὰ κάνει λουτρό, ὕστερα συζήτησε γιὰ λίγο μὲ τοὺς γιούς του καὶ κάποιες γυναῖκες συγγενεῖς του, στὶς ὁποῖες ἔδωσε τὶς τελευταῖες του ὁδηγίες. Τέλος ξαναβρῆκε τοὺς μαθητές του, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς πού ἐμφανίστηκε ὁ δοῦλος φέρνοντας του τὴν διαταγὴ τῶν Ἕνδεκα ὅτι ὄφειλε νὰ πιεῖ τὸ δηλητήριο. Ὁ Κρίτων θέλησε νὰ καθυστερήσει τὴ μοιραία στιγμή, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι ὁ ἥλιος δὲν εἶχε δύσει ἀκόμη. Ἀλλὰ ὁ Σωκράτης δὲν θέλησε νὰ ἀκούσει τίποτα: «διότι νομίζω ὅτι, ἐάν πιῶ λίγο ἀργότερα τὸ δηλητήριο, δὲν ἔχω νὰ κερδίσω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ γίνω γελοῖος στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου ὀρεγόμενος μὲ τόση λαιμαργία τὴ ζωὴ καὶ προσπαθώντας νὰ ἀποταμιεύσω, ἐνῶ τίποτε πλέον δὲν μένει»[95]. Ὅταν παρουσιάστηκε ὁ δοῦλος φέρνοντας τὸ κύπελλο, ὁ Σωκράτης τὸν ρώτησε μόνον τί ἔπρεπε νὰ κάνει καὶ πῶς θὰ ἐνεργοῦσε τὸ δηλητήριο. Ἔπειτα ἤπιε ἀπὸ τὸ κύπελλο χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἠρεμία του.

«Καὶ οἱ πολλοὶ ἀπό μᾶς ἕως τότε μὲν κατωρθώναμεν ὁπωσδήποτε νὰ συγκρατοῦμε τά δάκρυά μας· ὅταν ὅμως τὸν εἴδαμε νὰ πίνει τὸ δηλητήριο καὶ νὰ τὸ ἔχει ἤδη πιεῖ, μᾶς ἦταν ἀδύνατον πλέον ἐμένα τοῦ ἴδιου τὰ δάκρυα, παρὰ τὴν προσπάθειά μου νὰ συγκρατηθῶ, ἄρχισαν νὰ τρέχουν ποτάμι μέχρι τοῦ σημείου ὥστε, ἀφοῦ σκέπασα τὸ πρόσωπό μου, ἔκλαια τὸν ἑαυτό μου, ὄχι βέβαια ἐκεῖνον ἀλλά τὴ δική μου τύχη, πού θὰ ἔχανα ἕναν τέτοιο σύντροφο. Ὁ δὲ Κρίτων, ἐπειδή πρὶν ἤδη ἀπὸ μένα δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ συγκροτήσει τὰ δὰκρυά του, σηκώθηκε νὰ φύγει. Ὁ Ἀπολλόδωρος δὲ καὶ πρωτύτερα δὲν ἔπαυε νὰ δακρύζει, τότε ὅμως πλέον ξέσπασε σὲ τέτοιους βρυχηθμοὺς ὀδύνης καὶ ἀγανάκτησης, ὥστε ὅλους τούς παρόντες μᾶς συνέτριψε, πλὴν ἐννοεῖται τοῦ ἴδιου του Σωκράτη. Ἐκεῖνος δὲ ‘Τί εἶναι αὐτά, πού κάνετε, ὦ θαυμάσιοι; εἶπε. Ἐγὼ ἐν τούτοις ἀπέπεμψα τὶς γυναῖκες γι’ αὐτό κυρίως, γιὰ νὰ μὴ πέσουν σὲ τέτοια σφάλματα· διότι ἔχω ἀκούσει, ὅτι πρέπει κανεὶς ν’ ἀποθνήσκει μακαριζόμενος. Ἡσυχάζετε λοιπὸν καὶ διατηρήσετε τὴν αὐτοκυριαρχίαν σας’». Καὶ μεῖς, ὅταν ἀκούσαμε αὐτά τὰ λόγια, ντραπήκαμε καὶ συγκρατήσαμε τὰ δάκρυά μας.

Ὁ δὲ Σωκράτης περιφερόταν (στὸ δωμάτιο), ὅταν, καθὼς εἶπε, αἰσθάνθηκε βάρος στὰ σκέλη. Ξαπλώθηκε τότε ὕπτιος, διότι αὐτὸ εἶχε συμβουλεύσει ὁ ἄνθρωπος (ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωκε τὸ δηλητήριον)· ταυτοχρόνως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀγγίζοντας μὲ τὰ χέρια του ἐξέταζε κατὰ χρονικὰ διαστήματα τὰ πόδια καὶ τὰ σκέλη τοῦ Σωκράτη· ἔπειτα, ἀφοῦ πίεσε δυνατὰ τὸ πόδι του, τὸν ρώτησε ἐὰν αἰσθάνεται. Ἐκεῖνος δὲ εἶπε ὄχι. Μετὰ ταῦτα πίεσε τὶς κνῆμες καὶ καθὼς ἔτσι ἀνέβαινε, μᾶς ἔδειχνε ὅτι ἄρχιζε νὰ παγώνει καὶ νὰ μὴ λυγίζει πλέον. Καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ τὸν ἐξετάζει διὰ τῆς ἁφῆς καὶ εἶπε ὅτι, ὅταν αὐτὸ φθάσει στὴ καρδιά του, τότε θὰ τελειώσει· ἤδη εἶχαν ἀρχίσει νὰ παγώνουν σχεδὸν τὰ κατὰ τὸ ὑπογάστριο μέρη τοῦ σώματός του, ὅταν ὁ Σωκράτης ἀφοῦ ξεσκέπασε τὸ πρόσωπό του, διότι εἶχε καλυφθεῖ, εἶπε τὶς λέξεις αὐτές, πού ἤσαν οἱ τελευταῖοι του λόγοι· ‘Κρίτων, εἶπε, στὸν Ἀσκληπιὸ ὀφείλουμε ἕνα πετεινὸ· πληρώσετε λοιπὸν τὸ χρέος μου καὶ μὴ ἀμελήσετε’. Αὐτό, εἶπεν ὁ Κρίτων, θὰ γίνει· ἀλλά κύτταξε μήπως ἔχεις νὰ παραγγείλεις καὶ τίποτε ἄλλο’. Στὴν ἐρώτηση αὐτή τοῦ Κρίτωνα, δὲν ἀπάντησε· ἀλλά λίγο ἀργότερα κινήθηκε καὶ ὁ ἄνθρωπος τὸν ξεσκέπασε. Καὶ ἐκεῖνος εἶχε στὴ- λωμένα τὰ μάτια· βλέποντας αὐτὸ ὁ Κρίτων, τοῦ ἔκλεισε τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια»[96].

Αὐτὸ ἦταν τὸ τέλος τοῦ Σωκράτη, ἕνα τέλος πού ἔμελλε, χάρη στοὺς μαθητές του, νὰ παραμείνει στὴ μνήμη τῶν ἄνθρωπων σὰν ὑπόδειγμα θάρρους καὶ ψυχικοῦ μεγαλείου. Ὁ ἱστορικὸς πάντως ὀφείλει νὰ κατανοήσει τί σήμαινε ὁ θάνατος αὐτός γιὰ τὴν Ἀθήνα, ἀλλά καὶ γιατί πῆρε μιὰ τέτοια σπουδαιότητα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Αὐτός θὰ εἶναι καὶ ὁ ἐπίλογος τῆς σύντομης αὐτῆς ἱστορίας τῆς δίκης καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Σωκράτη.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ἱστορικὴ σημασία τῆς δίκης καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Σωκράτη

 

Ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη εἶναι ἕνα γεγονὸς πού σημάδεψε τὴν ἱστορία τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ εἰκόνα τοῦ Σοφοῦ, πού ὑπῆρξε θύμα τῆς ἀνθρώπινης μισαλλοδοξίας, ἀλλά καὶ ὑπόδειγμα θάρρους καὶ γαλήνης μπροστὰ στὸν θάνατο, ἔγινε ἕνα εἶδος συμβόλου καὶ εἴκοσι πέντε αἰῶνες δὲν ἀφαίρεσαν τίποτα ἀπὸ τὸν ὑποδειγματικό του χαρακτήρα. Πρέπει, ἐν τούτοις, στὸ τέλος αὐτῆς της προσπάθειας νὰ ἐπανατοποθετηθεῖ ἡ δίκη πού ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν ἤγειρε κατὰ τοῦ φιλοσόφου στὸ ἱστορικό της πλαίσιο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἀφ’ ἑνός τί θέση καταλαμβάνει στὴν ἱστορία τῶν Ἀθηνῶν καὶ ποιὲς ἦταν οἱ συνέπειες αὐτῆς της δίκης γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας, ἀφ’ ἑτέρου γιατί καὶ πῶς μπόρεσε νὰ διατηρήσει ἐπί αἰῶνες ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν ὑποδειγματικὸ αὐτὸν χαρακτήρα.

 

 

Ἡ Ἀθήνα και ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη

 

Τί ἀντίκτυπο στὴν κοινὴ γνώμη τῶν Ἀθηνῶν εἶχε ἡ δίκη κι ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη πού τόσο θαυμαστὰ διηγεῖται ὁ Πλάτων καὶ μὲ τόση εὐλάβεια ὁ Ξενοφῶν; Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀπαντήσει κανεὶς σὲ μιὰ τέτοια ἐρώτηση, σ’ ἕναν κόσμο ὅπου αὐτὸ πού ὀνομάζουμε «μέσα ἐνημέρωσης» δὲν ὑπῆρχε. Δύο μόνο εἴδη ἔργων μποροῦν νὰ μᾶς δώσουν μιὰ ἰδέα τῶν λαϊκῶν ἀντιδράσεων: ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ τὸ θέατρο καὶ ἰδιαίτερα τὸ κωμικὸ θέατρο πού ἀπευθύνεται σ' ἕνα εὐρύ κοινὸ καὶ ἀπηχεῖ, ὅπως εἴδαμε, μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀριστοφάνη, τὴ γνώμη τῶν περισσοτέρων, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ πολιτικοὶ ἤ δικανικοὶ λόγοι γιατί ἀκριβῶς φέρνουν στὸ προσκήνιο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο καταλήγουν στὶς μεγάλες ἀποφάσεις καὶ ἀπευθύνονται καὶ αὐτοὶ στὸν συγκεντρωμένο λαό. Ἔτσι λοιπόν, μὲ ἔκπληξη διαπιστώνουμε ὅτι οὔτε ἡ μιὰ οὔτε ἡ ἄλλη ἀπὸ τὶς δυὸ αὐτές πηγὲς πληροφόρησης γιὰ τὴν ἀντίδραση τῆς κοινῆς γνώμης δὲν ἀναφέρουν τὴ δίκη τοῦ Σωκράτη. Ἄν δὲν εἴχαμε τὴ διπλὴ μαρτυρία τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ξενοφώντα, δὲ θὰ ξέραμε κἄν ὅτι ὁ Σωκράτης καταδικάστηκε νὰ πιεῖ τὸ κώνειο. Ὁ Ἀριστοφάνης, πού τὸν εἶχε κάνει κεντρικὸ πρόσωπο στὴν κωμωδία του Νεφέλες καὶ εἶχε συμβάλει στὸ νὰ τὸν γελοιοποιήσει στὸ ἀθηναϊκὸ κοινό, δὲν κάνει κανέναν ὑπαινιγμὸ στὰ τελευταῖα του ἔργα, τὶς Ἐκκλησιάζουσες καὶ τὸν Πλοῦτο, πού ἀνέβηκαν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ φιλοσόφου. Ὁ Λυσίας, πού ἦταν κι ἀπό τους οἰκείους του, δὲν μιλάει γι’ αὐτόν στοὺς λόγους πού ἔγραψε γύρω στὸ ἐνενήντα, οὔτε κι ὁ Ἀνδοκίδης ἄλλωστε, παρ’ ὅλο πού εἶχε ἀναμιχθεῖ ἐνεργά στὰ γεγονότα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν τοῦ 5ου αἰώνα, ἤ ὁ Ἰσοκράτης πού μᾶλλον ἦταν ἕνας ἀπό τους μαθητές του. Ἀκόμα κι ὁ Ξενοφῶν, στὰ Ἑλληνικὰ ὅταν ἀναφέρει τὰ γεγονότα τοῦ 399 δὲν κάνει καμιὰ μνεία. Εἶναι ἀλήθεια πώς ἐνδιαφέρεται περισσότερο γιὰ τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν πόλεων καὶ τὴ σπαρτιατικὴ πολιτικὴ παρὰ γιὰ τὰ ἐσωτερικὰ γεγονότα τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Διογένη Λαέρτιου πώς «μόλις πέθανε ὁ Σωκράτης, οἱ Ἀθηναῖοι μετανόησαν, ἔκλεισαν τὶς παλαῖστρες καὶ τὰ γυμνάσια καὶ κατεδίκασαν τοὺς κατήγορους τοῦ Σωκράτη, τοὺς μὲν ἐξορία καὶ τὸν Μέλητο σὲ θάνατο»[97] εἶναι πολὺ ἀμφίβολη: φαίνεται μάλιστα πώς ὁ Ἀνυτος συνέχισε νὰ διαδραματίζει ἕναν πολιτικὸ ρόλο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σωκράτη. Ἔτσι λοιπόν, μόνο στοὺς κύκλους τῶν διανοουμένων - ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς δηλαδὴ πού εἴτε σὰν μαθητὲς εἴτε σὰν ἀντίπαλοι σχετίζονταν λίγο ἤ πολὺ μὲ τὸν Σωκράτη - φαίνεται πώς ἔκανε κάποιο θόρυβο ἡ ὑπόθεση. Μάλιστα ἕξι χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ φιλοσόφου, ὁ σοφιστὴς Πολυκράτης δημοσίευσε μιὰ Κατηγορία Σωκράτους, ὅπου ἐπαναλάμβανε κι αὐτὸς τὶς κατηγορίες πού ὁ Μέλητος, ὁ Ἀνυτος κι ὁ Λύκων διατύπωσαν ἐναντίον τοῦ φιλοσόφου, προσδίδοντας τους ἐπιπλέον μιὰ πιὸ καθαρὰ πολιτικὴ διάσταση, ἀφοῦ κατηγοροῦσε τὸν Σωκράτη ὅτι ὑπῆρξε διδάσκαλος τοῦ Ἀλκιβιάδη καὶ τοῦ Κριτία, καὶ ἑπομένως, ὅτι δίδαξε στοὺς μαθητὲς του τὴν περιφρόνηση πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ ἐχθρικὰ πρὸς τὴ δημοκρατία αἰσθήματα.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεωρήσουμε τὸν θάνατο τοῦ Σωκράτη σὰν ἕνα δευτερεῦον ἐπεισόδιο στὴν ἱστορία τῆς Ἀθήνας, σὰν ἀποδείξη μόνον τῆς μισαλλοδοξίας τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας ἀπέναντι σ’ ἕνα ἐλεύθερο πνεῦμα; Τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο ἁπλά. Ὅσα εἴπαμε προηγουμένως ἀπέδειξαν ἐπαρκῶς ὅτι, ἂν καὶ δίκη γιὰ ἀσέβεια, ἡ δίκη πού ἠγέρθη κατὰ τοῦ Σωκράτη δὲν ἔπαυε νὰ ἔχει καὶ πολιτικὴ διάσταση. Αὐτὸ ὀφείλεται οὐσιαστικά, εἶναι σημαντικὸ νὰ τὸ θυμίσουμε, στὸ ὅτι αὐτή ἡ πολιτικὴ διάσταση εἶναι κι ἡ διάσταση τοῦ κλασικοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Πολὺ συχνὰ ξεχνᾶμε, γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὴν περίφημη ρήση τοῦ Ἀριστοτέλη, ὅτι ὁ ἕλληνας εἶναι «ζῶον πολιτικόν», ἕνας ἄνθρωπος δηλαδὴ πού προσδιορίζεται πρῶτα-πρῶτα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνήκει σὲ μία «πόλη» καὶ ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ πού ἔχει στὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς πόλης, ἀσκώντας τὸ δικαίωμά του νὰ κρίνει καὶ νὰ ἀποφασίζει. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ πολιτικὴ διάσταση εἶναι παροῦσα τόσο στὸ θέατρο ὅσο καὶ στὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ποίηση. Βέβαια δὲν πρόκειται, ὅπως συχνὰ λανθασμένα ἔχει εἰπωθεῖ (μὲ ἀφορμή τὸν Ἀριστοφάνη ἐπὶ παραδείγματι) σχετικὰ μὲ τοὺς προβληματισμοὺς κάποιων διανοούμενων τῆς ἐποχῆς μας, γιὰ «στρατευμένη φιλολογία». Αὐτό θὰ ἦταν ἀντίθετο μὲ μιὰ διάσταση «οἰκουμενικότητας» τῆς τέχνης καὶ τῆς σκέψης, Στὸν κόσμο τῶν ἑλληνικῶν πόλεων τὴν ἐποχὴ πού βρίσκονταν στὸ ἀπὸγειό τους, τὰ πάντα εἶναι πολιτική, ὄχι μόνον ἡ φιλολογία κι ἡ τέχνη, ἀλλά κι ἡ θρησκεία, ἡ φιλοσοφία, ἡ ἐπιστημονικὴ σκέψη. Ἡ πόλη εἶναι τὸ πρότυπο ἀναφορᾶς, ἀπὸ ὅπου τίποτα δὲν ξεφεύγει. Γι’ αὐτό ἡ δίκη τοῦ Σωκράτη εἶναι δίκη πολιτική: τὸ νὰ διαφθείρεις τὴ νεολαία σημαίνει νὰ θέτεις σὲ κίνδυνο τὴν ἀναπαραγωγὴ τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, σημαίνει νὰ εἰσάγεις σπέρματα παρακμῆς στὸ σύνολο τοῦ συστήματος· τὸ νὰ μὴν τιμᾶς τοὺς θεοὺς τῆς πόλης, σημαίνει νὰ ἀπειλεῖς τὴν κατεστημένη τάξη ἀνάμεσα στούς θεοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ἀρχέγονο κλῆρο πού ἀνανεώνεται μὲ τὴν ἱεροτελεστία τῆς θυσίας στὴν ὁποία πρωτεύοντα ρόλο παίζουν οἱ ἀνώτατες ἀρχὲς τῆς πόλης. Ἔτσι, ἡ Ἀθήνα, στὴν ὁποία ἡ δημοκρατία ἐπιτρέπει στὸν κάθε πολίτη χωριστὰ νὰ ἀσκεῖ τὸ δικαίωμά του νὰ κρίνει καὶ νὰ ἀποφασίζει, εἶναι ἀναμφισβήτητα καὶ κατεξοχὴν ἡ πόλη τῆς πολιτικῆς. Γι’ αὐτὸ ἐπίσης, ἐδῶ περισσότερο ἀπὸ ἀλλοῦ, ἡ πολιτικὴ διεισδύει σὲ ὅλες τὶς μορφὲς σκέψης καὶ γι’ αὐτό ὅλες τους συνδέονται μ’ αὐτήν. Δὲν πρόκειται ὅμως, ὅπως μερικὲς φορὲς ἔχει λεχθεῖ, γιὰ ὁλοκληρωτισμό, γιατί δὲν ἔχουμε ἐδῶ ἕνα Κράτος, διάφορο ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ κοινότητα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐκπηγάζει κάθε ἰδεολογία καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ μοναδικὸς θεματοφύλακας τῆς ἐπίσημης ἰδεολογίας. Πρόκειται γιὰ ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα, τὸ ὁποῖο ἴσως ὁ Σωκράτης γνώριζε καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, ἂν πράγματι φαντάστηκε τὴν Προσωποποιία τῶν νόμων στὸν Κρίτωνα. Καὶ τὸ γνώριζε ἴσως ἀκριβῶς γιατί, τότε, ἡ σχέση αὐτὴ ἀντιστοιχίας ἀνάμεσα στὴν πολιτικὴ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀμφισβητεῖται. Προηγούμενα, στὴν ἐποχή τοῦ θριάμβου τῆς πόλης, κανεὶς δὲν διενοεῖτο νὰ ἐκφράσει μιὰ τέτοια ἀμφισβήτηση. Τόσο ἡ σχέση αὐτὴ ἦταν μέρος, καὶ ὀντολογικά, τῆς ἐμπειρίας τοῦ καθενός.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι πού ἡ κίνηση τῶν σοφιστῶν ἔπαιξε ἕναν οὐσιαστικὸ ρόλο: κηρύσσοντας ὅτι οἱ νόμοι δὲν εἶναι ἡ ἠθελημένη ἀπό τους θεοὺς ἀναλλοίωτη τάξη, ἀλλά ἀνθρωπινὰ κατασκευάσματα πού ἐκφράζουν ἀντίθετα συμφέροντα, οἱ σοφιστὲς ξεγύμνωσαν τὴν πραγματικότητα τῆς πολιτικῆς· ἀπέναντί της ἔθεσαν τὴν τάξη τῆς φύσης πού στὴν καλύτερη περίπτωση τῆς διέφευγε, στὴ χειρότερή της ἐναντιωνόταν. Ἡ θεμελιώδης αὐτή κριτικὴ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς καταστρεπτικὲς συνέπειες τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου ἔθεσε ὑπό ἀμφισβήτηση, δυὸ μάλιστα φορές, τὴν ἀθηναϊκὴ δημοκρατία. Ἔτσι, καταλαβαίνουμε καλύτερα ὅτι, ὅταν αὐτή ἀποκατάστάθηκε, οἱ κυβερνῶντες θέλησαν νὰ ἀποκαταστήσουν καὶ τὴ συνοχὴ τοῦ συστήματος, νὰ ξαναχτίσουν αὐτήν τὴν ἑνότητα πού εἶχε κάποια στιγμὴ διαρραγεῖ: γι’ αὐτὸ καὶ οἱ δίκες γιὰ ἀσέβεια, ἡ ἐπαναφορὰ σὲ ἰσχὺ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Περικλῆ γιὰ τὴν ἰθαγένεια, ἡ ἄρνηση νὰ δεχθοῦν σὰν πολίτες μετοίκους, πού, ὅπως ὁ Λυσίας, εἶχαν ὡστόσο ἐργασθεῖ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας, ἡ ἐπαναθέσπιση νόμων κ.λπ. Ὅλα αὐτὰ σημάδεψαν τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ 4ου αἰώνα καί, μαζὶ μὲ τὶς προσπάθειες γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῆς ἀθηναϊκῆς ἡγεμονίας στὸ Αἰγαῖο, ὑποδηλώνουν τὸ πνεῦμα πού διακατεῖχε τότε τοὺς ἰθύνοντες τῆς πόλης.

Ὡστόσο ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἔμελλε νὰ εἶναι μάταιη. Γιατί πάρα πολλὰ πράγματα εἶχαν γίνει συντρίμμια ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ ποτὲ πιὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποκατασταθοῦν. Ἂν ὑπάρχει «κρίση» στὸν 4ο αἰώνα, ἐκδηλώνεται ἀρχικά μ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ ρήξη τῆς ἑνότητας. Ποτὲ πρὶν οἱ πολιτικὲς διαμάχες δὲν εἶχαν τέτοια σφοδρότητα, κι ὅμως ἡ πολιτικὴ σταμάτησε νὰ δίνει νόημα σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Γιὰ νὰ πεισθοῦμε ἀρκεῖ νὰ σκεφτοῦμε τὸ θέατρο. Μετὰ τὸν Εὐριπίδη δὲν ὑπάρχει πιὰ μεγάλος τραγικὸς ποιητὴς καὶ ἡ κωμωδία γίνεται κωμωδία ἠθῶν μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς Μέσης Κωμωδίας καὶ κυρίως τὸν Μένανδρο. Ὅμως, κι ἐδῶ εἶναι πού ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη παίρνει ὅλη του τὴ σημασία, ἀκόμα κι ἡ φιλοσοφία παύει νὰ εἶναι πολιτική. Βέβαια, ἡ πόλη εἶναι πάντα στὴν καρδιὰ τῆς σκέψης τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη, Ἀλλὰ στὴν πραγματικὴ πόλη, πού τὴ σπάραζαν οἱ ἐσωτερικὲς ἔριδες, αὐτοὶ ἀντιπαραθέτουν τὴν ἰδεατὴ πόλη, μιὰ πόλη ὅπου ἡ ἐπιβεβλημένη ἀπὸ τὸν νομοθέτη τάξη θὰ ἐξαφανίσει τὴν πολιτικὴ διαμάχη, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς πολιτικῆς. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἰπώθηκε ὅτι ἡ πολιτεία τῶν Νόμων, τὴν ὁποία συνέλαβε ὁ Πλάτων, εἶναι ἕνα Κράτος ὁλοκληρωτικό. Κι ἀπὸ αὐτό φαίνεται καθαρὰ πόσο μακριὰ εἴμαστε πιὰ ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα, τὴν ἑνότητα δηλαδὴ τῆς δημοκρατίας τὴν ἐποχὴ τοῦ θριάμβου της.

Ἡ «ἀποπολιτικοποίηση» ὅμως αὐτὴ τῶν ἐκδηλώσεων τῆς πνευματικῆς ζωῆς δὲν ἦταν παρὰ ἡ ἔκφραση μίας γενικότερης ἀποπολιτικοποίησης, πού ἀπέτρεπε τοὺς πολίτες ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ τὶς ἀγορεύσεις στὶς συνελεύσεις. Αὐτές εἶχαν ἀφεθεῖ στοὺς ἐπαγγελματίες ρήτορες καὶ σ’ αὐτούς πού ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰ αὐξανόμενα τεχνικὰ προβλήματα πού ἡ ἀνάγκη γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς τροφοδοσίας καὶ τῆς ἄμυνας τῆς πόλης ἔβαλε σὲ πρῶτο πλάνο. Ἂς ἄρκεσθοῦμε νὰ ἀναφέρουμε ἐν συντομία κάποια ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδεικτικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν νέων συνθηκῶν τῆς πολιτικῆς ζωῆς στὴν Ἀθήνα τοῦ 4ου αἰώνα. Ἡ καθιέρωση ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ μισθοῦ, ἑνὸς ποσοῦ ἐν εἴδει ἀμοιβῆς γιὰ τὴν παρουσία στὶς συνελεύσεις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου, εἶναι ἴσως τὸ πιὸ εὔγλωττο δεῖγμα αὐτῆς της ἀποπολιτικοποίησης. Σκοπὸς του ἦταν νὰ ἐπαναφέρει στὴν Ἐκκλησία αὐτούς πού ἀπεΐχαν, νὰ καταπολεμήσει τὴν ἀποχή. Ἔτσι, ποτὲ πρίν, τὴν ἐποχὴ τοῦ Περικλῆ καὶ κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο, δὲν εἶχε κριθεῖ ἀναγκαῖο νὰ ἀμείβονται αὐτοὶ πού, αὐθόρμητα, συμμετεῖχαν στὴν Ἐκκλησία ὅπου ἀσκοῦσαν τὸ ὕψι- στο δικαίωμά τους. Ὅ,τι κι ἂν ἔχει εἰπωθεῖ μερικὲς φορὲς γιὰ τὴν ἀπάθεια τοῦ ἀθηναϊκοῦ δήμου, ὅτι δηλαδὴ τὸ μόνο τάχα πού ἔκανε ἦταν νὰ ἀκολουθεῖ τούς κακούς του ποιμένες, τοὺς δημαγωγούς, δύσκολα θὰ καταλάβαινε κανεὶς τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἀντιπάλων της δημοκρατίας, ἂν ὁ δῆμος δὲν ἦταν πραγματικὰ ἐνεργός. Τὸ νὰ συγκεντρώνονται κατὰ τακτὰ διαστήματα γιὰ νὰ ἐνημερώνονται σχετικὰ μὲ τὶς ὑποθέσεις τῆς πόλης, ἦταν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ἰδιότητας τοῦ πολίτη. Κι ὅταν δυὸ φορὲς οἱ ὀλιγαρχικοὶ θέλησαν νὰ στερήσουν τὸν δῆμο ἀπὸ αὐτό τὸ δικαίωμα, βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μὲ τὴ λαϊκὴ ἀντίσταση. Τὸ σημαντικὸ λοιπὸν εἶναι νὰ καταλάβουμε γιατί ὁ δῆμος, ἔχοντας μὲ δυσκολία καταφέρει νὰ ξανακατακτήσει αὐτό τὸ κυριαρχικὸ δικαίωμα, ἀρνιόταν τὶς εὐκαιρίες νὰ τὸ ἀσκεῖ. Οἱ Ἀρχαῖοι ἐξηγοῦσαν αὐτή τὴν ἀποχή ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τοῦ λοιποῦ οἱ Ἀθηναῖοι ἐνδιαφέρονταν περισσότερο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους ὑποθέσεις παρὰ γιὰ τὰ κοινά. Αὐτό πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ μὲ δυὸ τρόπους. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρά, αὐτοί πού εἶχαν πληγεῖ ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα τοῦ πολέμου παραῆταν ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὴν ἀνάγκη ἐξασφάλισης τῶν πρὸς τὸ ζῆν ὥστε νὰ ἐνδιαφέρονται καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς πόλης. Ἡ καθιέρωση τοῦ μισθοῦ δὲν ἐπαρκοῦσε βέβαια γιὰ τὴ συντήρησή τους. Ἀλλά, μαζὶ μὲ τὸ θεωρικόν, τὸ ἐπίδομα πού ἐπέτρεπε στοὺς πιὸ φτωχοὺς νὰ πληρώνουν τὴν εἴσοδό τους στὸ θέατρο, ἀποτελοῦσε μιὰ οἰκονομικὴ βοήθεια πού ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴ μιζέρια. Ὅμως δὲν ἦταν μόνον οἱ φτωχοὶ πού ἀδιαφοροῦσαν γιὰ τὰ πράγματα τῆς πόλης, καὶ ἡ προτίμηση πού δινόταν στὶς ἰδιωτικὲς ὑπόθεσεις παίρνει ἄλλη σημασία, ἂν ἐξετάσουμε τὰ λίγα πού ξέρουμε γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς Ἀθήνας τὸν 4ο αἰώνα. Αὐτὸ πού πράγματι ἐντυπωσιάζει, εἶναι ὁ ὅλο καὶ μεγαλύτερος πλοῦτος ὁρισμένων, σὲ σχέση μὲ τὴ φτώχεια τῶν πολλῶν. Πάντα βέβαια ὑπῆρχαν πλούσιοι καὶ φτωχοὶ στὴν Ἀθήνα. Ἀλλὰ οἱ πλούσιοι ἦταν τὰ μέλη αὐτῆς της παλιᾶς ἀριστοκρατίας ἡ ὁποία κατεῖχε τὶς καλύτερες γαῖες καὶ ζοῦσε ἀπὸ αὐτά πού τῆς ἀπέφεραν. Ἤδη, ὅπως εἴδαμε, στὸ τελευταῖο τρίτο του 5ου αἰώνα, νέες μορφὲς πλουτισμοῦ ἐμφανίστηκαν, συνδέονταν δὲ μὲ τὴ βιοτεχνία καὶ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν μεταλλείων. Τὸν 4ο αἰώνα, οἱ παλαιοὶ πλούσιοι καὶ οἱ νεόπλουτοι δὲν σχηματίζουν παρὰ μιὰ μόνον τάξη ἀνθρώπων πού συχνά τους ἔνωναν τὰ δεσμὰ τοῦ γάμου καὶ πού προσέθεταν στὰ εἰσοδήματα ἀπὸ τὰ κτήματά τους καὶ ἔσοδα ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν δούλων τους καὶ τὸ κέρδος ἀπὸ τὸ ναυτικὸ δάνειο. Στὸν Οἰκονομικό του Ξενοφῶντος, ὁ συνομιλητὴς τοῦ Σωκράτη, ὁ πλούσιος ἰδιοκτήτης Ἰσχόμαχος, ἀναφέρεται στὴν κερδοσκοπία στὴν ὁποία ἐπιδιδόταν ὁ πατέρας του ἀπὸ «ἀγάπη γιὰ τὴ γεωργία», ἀγοράζοντας χέρσες ἐκτάσεις γιὰ νὰ τὶς ξαναπουλήσει ἀφοῦ τὶς ξανακαλλιεργήσει, πράγμα πού κάνει τὸν Σωκράτη νὰ παρατηρήσει εἰρωνικὰ ὅτι ὁ πατέρας τοῦ Ἰσχόμαχου «ἀγαποῦσε πραγματικά, ἀπὸ φυσικό του τὴ γεωργία, ὄχι λιγότερο, ἀπ’ ὅσο οἱ ἔμποροι ἀγαποῦν τὸ ἐμπόριο τοῦ σιταριοῦ. Γιατί κι οἱ ἔμποροι, ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἀγάπη πρὸς τὸ σιτάρι, ὅπου ἀκούσουν πώς ἔχει μπόλικο σιτάρι, ἐκεῖ πᾶνε περνώντας καὶ τὸ Αἰγαῖο πέλαγος, καὶ τὸν Εὔξεινο Πόντο, καὶ τὸ Σικελικὸ πέλαγος. Ἔπειτα ἅμα πάρουν ἀπὸ κεῖ ὅσο μποροῦν πιὸ πολύ, τὸ φορτώνουν στὸ καράβι καὶ μάλιστα στὸ ἴδιο καράβι πού εἶναι κι αὐτοί καὶ τὸ μεταφέρουν. Κι ἂν χρειασθοῦν λεφτὰ δὲν τὸ ξεφορτώνουν ὅπου-ὅπου, μὰ ὅπου ἀκούσουν πώς τὸ σιτάρι ἔχει μεγάλη ζήτηση καὶ μεγάλη τιμή, ἐκεῖ τὸ πάνε καὶ τὸ πουλοῦν. Κι ὁ πατέρας σου κάπως ἔτσι, φαίνεται, θ’ ἀγαποῦσε τὴ γεωργία»[98]. Οἱ εὔποροι Ἀθηναῖοι σπάνια ταξίδευαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά, δανείζοντας ἀποκόμιζαν ἀπὸ αὐτὴ τὴ συναλλαγὴ ἀξιόλογα κέρδη. Κι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς συμφωνοῦν πάνω σ’ αὐτό κι ἐπισημαίνουν τὴν ἀνάπτυξη κατὰ τὸν 4ο αἰώνα τῆς ἰδιωτικῆς πολυτέλειας στοὺς κύκλους αὐτῶν πού ἡ ἀγάπη τους γιὰ κέρδος ἦταν πάνω ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς πόλης. Οἱ ὅλο καὶ περισσότερες δίκες «ἀντιδόσεως» κατὰ τὸν 4ο αἰώνα, μαρτυροῦν ὅτι αὐτοὶ οἱ πλούσιοι ἐπεδίωκαν ἐπιπλέον νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὰ βαρειὰ ἀξιώματα πού τοὺς λύγιζαν, ὅτι οἱ λειτουργίες πού ἦταν ἄλλοτε γι’ αὐτοὺς τιμὴ καὶ περηφάνεια, εἶχαν γίνει δυσβάσταχτες ὑποχρεώσεις. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ καθιέρωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μισθοῦ δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι γι’ αὐτούς μιὰ παρότρυνση ὥστε νὰ ἐνδιαφερθοῦν περισσότερο γιὰ τὰ πράγματα τῆς πόλης. Τὸ θέατρο τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰώνα καὶ ἰδιαίτερα τὸ θέατρο τοῦ Μενάνδρου, μαρτυρεῖ γι’ αὐτή τὴν «ἀπολιτικοποίηση» τῶν πλούσιων «ἀστῶν» τὴν ὁποία ἐμφανίζει στὴ σκηνή. Βέβαια, πρέπει νὰ ἀποφύγουμε νὰ δώσουμε σ’ αὐτή τὴν ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος ὑπερβολικὲς διαστάσεις. Ἡ δημοκρατία ἐπρόκειτο νὰ συνεχίσει νὰ λειτουργεῖ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ αἰώνα μέχρι πού ὁ μακεδόνας στρατηγὸς Ἀντίπατρος ἐπέβαλε τὸ 322 ἕνα καθεστὼς ὑποτέλειας. Ἀλλὰ εἶναι περισσότερο στὰ δικαστήρια παρὰ στὴν Ἐκκλησία πού διαδραματίζονται οἱ μεγάλες πολιτικὲς συζητήσεις, ἀνάμεσα σὲ ἐπάγγελματίες τοῦ λόγου πού ἤθελαν ἐπίσης νὰ θεωροῦνταν καὶ ὑπερασπιστὲς τοῦ λαοῦ καὶ ἐναντιώνονταν περισσότερο σὲ θέματα ἐξωτερικῶν συμμαχιῶν παρὰ ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ἔτσι ὁ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ πλουσίων καὶ φτωχῶν δὲν ἀφυπνιζόταν παρὰ ὅταν ἔπρεπε νὰ ψηφίσουν μιὰ εἰσφορά, ἕναν ἔκτακτο φόρο ἤ νὰ ἀποφασίσουν γιὰ μιὰ πολυδάπανη ἐκστρατεία.

Εἴμαστε φαινομενικὰ μακριὰ ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ τὴ δίκη του. Ὡστόσο, πρέπει νὰ ξαναγυρίσουμε σ' αὐτόν. Ὁ Σωκράτης ὑπῆρξε μάρτυρας ὁ ἴδιος τῶν ταραχῶν πού γνώρισε ἡ Ἀθήνα κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 5ου αἰώνα. Δύσπιστος μὲ τοὺς σοφιστές, τῶν ὁποίων κατέκρινε τὴν ἀπληστία καὶ τὸ κερδοσκοπικὸ πνεῦμα, δὲν ἦταν ὅμως καὶ ἀδιάφορος γιὰ τὴν κριτικὴ πλευρὰ τῆς διδασκαλίας τους. Οἱ σοφιστὲς διεκήρυτταν τὴ σχετικότητα κάθε γνώσης. Ὁ Σωκράτης ἐκτιμοῦσε ὅτι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος ἦταν νὰ φαντάζεται κανεὶς πώς γνωρίζει ὅ,τι δὲν γνωρίζει. Ἀνάμεσα στὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη στάση, ὑπῆρχε μιὰ κάποια σύγκλιση στὸ νὰ ἀμφισβητοῦν ὅ,τι ἦταν πεποίθηση γιὰ τοὺς πολλούς. Δὲν εἶναι λοιπὸν τυχαῖο πού οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι θέλγονταν ταυτόχρονα καὶ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν σοφιστῶν κι ἀπὸ αὐτή τοῦ Σωκράτη καὶ πού ὁ Ἀριστοφάνης μποροῦσε νὰ τοὺς συγχέει θεωρώντας τὸν Σωκράτη σὰν τὸν πρῶτο σοφιστή. Οὔτε εἶναι τυχαῖο ποὺ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐπεχείρησαν, δυὸ φορές, νὰ ἀνατρέψουν τὴ δημοκρατία. Ὁ Σωκράτης δὲν ἀναμίχθηκε μ’ αὐτούς ὅπως καὶ δὲν εἶχε ὑποταγεῖ στὶς παράνομες ἀποφάσεις τῆς εὐρισκόμενης σὲ παροξυσμὸ δημοκρατίας τῶν τελευταίων χρόνων τοῦ αἰώνα. Ἀλλὰ ἡ στάση του κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δίκης καὶ κυρίως ἡ ἀποδοχὴ της ἐτυμηγοριας δείχνουν ἀρκετὰ ὅτι συνειδητοποιοῦσε τὸν διπλὸ κίνδυνο πού παρουσίαζαν ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἡ ἀμφισβήτηση τῶν νόμων κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἐγκλεισμὸς σὲ μιὰ δύσκαμπτη παραδοσιαρχία. Ὁ θάνατός του δὲν ἐπέλυσε τίποτα. Συμβολίζει ὅμως τὸ τέλος μίας ἐποχῆς, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀναγγέλλει τὸ τέλος τῆς δημοκρατικῆς αὐτῆς πόλης πού εἶχε δεσπόσει στὸν ἑλληνικὸ κόσμο τοῦ 5ου αἰώνα.

Καὶ ἀκριβῶς μὲ τὴ δίκη τοῦ Σωκράτη ὁ Edouard Will τελειώνει τὸ ὡραῖο του βιβλίο γιὰ τὸν 5ο αἰώνα. Θὰ δανεισθῶ τὸν ἐπίλογό του:

«... ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη μαζὶ καὶ μὲ ἄλλες αἰτίες ἀποστροφῆς γιὰ τὸν δημόσιο βίο, ἐξορίζει τὸν φιλόσοφο ἀπὸ τὴ δημόσια πλατεία στὸν πύργο τοῦ στοχαστὴ ὅπου ὁ Πλάτων προδίδοντας τὸν πολίτη-Σωκράτη τῆς Ἀπολογίας καὶ τοῦ Κρίτωνα ἀρνεῖται νὰ διαφωτίσει τὴν πραγματικὴ πόλη οἰκοδομώντας μιὰ δική του ἰδεατή. Τὸ βάναυσο τέλος πού δόθηκε στὸ ἀνοικτό πνεῦμα τῆς σωκρατικῆς σκέψης - ἀσύλληπτης ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπὸ μόνο του ἀνοικτὸ κλίμα ἀνοχῆς πού ἐπικρατοῦσε στὴν Ἀθήνα πρὶν τὴν καταστροφὴ - δὲν εἶναι ἕνα μεμονωμένο φαινόμενο. Ἡ Ἀθήνα σκοτώνει τὸν Σωκράτη τὴν ἴδια ἐποχὴ πού πεθαίνει ἡ τραγωδία, πού ὁ ὀρθολογισμὸς σβήνει ἐν τὴ γενέσει του, πού ὁ Πλάτων, κηρύσσοντας τὸν πόλεμο κατὰ τοῦ σχετικιστικοῦ καὶ ἀγνωστικιστικοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν σοφιστῶν, εἶναι ἕτοιμος πιὰ νὰ ἀντιπαραθέσει στὸν δημοκρατικὸ κονφορμισμὸ τῆς πατρίδας του τὸν συντριπτικὸ κονφορμισμὸ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἰδεα τῆς πολιτικῆς του. Ἡ «σχολὴ τῆς Ἑλλάδας» δὲν ἔκλεισε τὶς πύλες της, Ἀλλὰ τὰ φῶτα τῆς χαμήλωσαν: θὰ διδάσκει ἀκόμη ὅτι οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ ζοῦν καὶ νὰ πεθαίνουν ἐλευθέροι - ὄχι ὅμως πιὰ καὶ νὰ σκέφτονται ἐλεύθερα»[99].

Ἀναμφισβήτητα αὐτή ἡ πλευρὰ τῆς καταδίκης του σὲ θάνατο - ἡ δίκη δηλαδὴ ἑνὸς διαφορετικὰ σκεπτόμενου ἄνθρωπου - εἶναι τὸ στοιχεῖο πού ἔμελλε νὰ προσδώσει στὸ πρόσωπο τοῦ Σωκράτη περισσότερο κι ἀπὸ τὴ διδασκαλία του πού τελικὰ συγχέεται μὲ τὴ φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνα, τὴν ἐξαιρετική του θέση στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων.

 

 

Ἡ ἐξέλιξη τοῦ μύθου τοῦ Σωκράτη

 

Ἔχουμε ἤδη πεῖ ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη δεν εἶχε συγκινήσει κατὰ τὰ ἄλλα τὴν ἀθηναϊκὴ κοινὴ γνώμη. Ὄχι πώς εἶδε σ’ αὐτὴν τὴν δίκαιη τιμωρία ἑνός ἐχθροῦ της δημοκρατίας, ἀλλά γιατί τέτοιες δίκες ἦταν τρέχον νόμισμα, καὶ ἐντάσσονταν στὴν ἴδια τὴν ἄσκηση τῆς πολιτικῆς τῆς πόλης σὰν μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς κυριαρχίας τοῦ δήμου. Καὶ μόνο οἱ μαθητές του, ὁ Ξενοφῶν καὶ κυρίως ὁ Πλάτων, ἐπρόκειτο νὰ δώσουν στὸν θάνατο αὐτόν ἕναν ξεχωριστὸ χαρακτήρα, ὄχι μόνον γιὰ νὰ τιμήσουν τὸ ψυχικὸ σθένος τοῦ δασκάλου τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τὸν κάνουν σύμβολο τῆς ἀδικίας τοῦ ἀμαθοῦς λαοῦ. Γιὰ αἰῶνες, λοιπόν, ἡ δίκη τοῦ Σωκράτη, ἦταν ἕνα πρόσχημα γιὰ νὰ ἐπικρίνουν καὶ νὰ καταγγέλλουν τὴ δημοκρατία. Σ’ ἕνα παλιὸ πιὰ ἄρθρο μὲ τίτλο Ὁ Σωκράτης κι’ ἡ Ἀθήνα[100] ὁ μεγάλος ἄγγλος ἱστορικὸς Moses Finley εἶχε ἀνασκευάσει τὸν μύθο αὐτὸ ἑνός Σωκράτη θύματος τῆς δημοκρατίας. Ὑπογραμμίζοντας τό γεγονὸς ὅτι ὁ Πλάτων, ὀξύς πολέμιος αὐτῆς τῆς ἴδιας της δημοκρατίας, μπόρεσε νὰ ζήσει καὶ νὰ διδάξει ἐλεύθερα στὴ διάρκεια της μέχρι τὸν θάνατό του, ἐπέμεινε στὴν περιστασιακὴ καὶ κάπως τυχαία πλευρὰ τῆς δίκης, ἀδιανόητης, ἔξω ἀπὸ τὶς ἐπικρατοῦσες συνθῆκες τὶς ὁποῖες προσπαθήσαμε νὰ φέρουμε στὸ φῶς. Ἀλλὰ οἱ μύθοι ἀντέχουν κι ἡ εἰκόνα ἑνός Σωκράτη θύματος τῆς λαϊκῆς μισαλλοδοξίας ἔμελλε νὰ διαρκέσει γιὰ πολύ.

Καὶ πρῶτα-πρῶτα, τὸ ἀντιλαμβανόμαστε, στὴν Ἀρχαιότητα. Δὲ μᾶς ξενίζει πού οἱ ἄθηναϊοι δικαστὲς χαρακτηρίζονται «κακοποιοὶ» ἀπὸ τὸν Κικέρωνα πού, μέγας ἀναγνώστης τοῦ Πλάτωνα, ἐνστερνιζόταν καὶ τὶς κατηγορίες του. Ὁ Μάρκος-Αὐρήλιος, ὁ αὐτοκράτωρ φιλόσοφος, ἂν καὶ δείχνει κάποια ἐπιφύλαξη ἀπέναντι στὸν Σωκράτη, δὲν παύει δμῶς καὶ νὰ τὸν βλέπει σὰν θύμα τοῦ «ὄχλου». Ὁ Σωκράτης γίνεται τὸ πρότυπό του κυνηγημένου ἀπὸ τὸν τυφλὸ ὄχλο σοφοῦ καὶ ἀκόμα ἔτσι μιλάει ὁ Νίτσε γι’ αὐτόν, κατὰ τὸν 19ο αἰώνα, καταλογίζοντάς του ὅτι εἶχε ἐνδώσει στὴν ἄδικη κρίση τῶν συμπολιτῶν του κι ὅτι δὲν συμφώνησε τελικὰ μὲ τὸν Καλλικλῆ.

Ἂν ὁ Μεσαίωνας δὲν ἔδειξε γιὰ τὸν Σωκράτη, ἕναν εἰδωλολάτρη ἥρωα, παρὰ ἕνα κάπως περιορισμένο ἐνδιαφέρον, ἂν καὶ σὲ ὁρισμένους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βρίσκουμε ἕνα ἐγκώμιο γιὰ τὴν σοφία του, καὶ στὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο τὴν πρώτη μνεία γιὰ ἕναν Σωκράτη πού προαισθάνθηκε τὴν ὕπαρξη τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀντίθετα, ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση, καὶ μετά, ἀρχίζει νὰ διαγράφεται ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἐλεύθερου πνεύματος, θύματος τῆς μισαλλοδοξίας καὶ μάλιστα τῆς θρησκευτικῆς. Τὴν ἐποχὴ πού ξαναανακαλὺπτονται οἱ Ἀρχαῖοι, ἀλλά καὶ πού ἀρχίζει νὰ ἀναπτύσσεται μιὰ κριτικὴ σκέψη μὲ ἀποτέλεσμα ὅμως οἱ ὑποστηρικτές της νὰ καταδιώκονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Σωκράτης ἐμφανίζεται κάπως σὰν πρόγονος αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων πού, ἀπὸ προσήλωση στὴν ἀλήθεια, δὲν διστάζουν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν θάνατο: ἑνὸς Γαλιλαίου κι ἀκόμα περισσότερο ἑνὸς Τζιορντάνο Μπροῦνο. Ξαναανακαλύπτουμε ἕναν Σωκράτη φιλόσοφο, πού ἀποβάλλει τὴν ὅποια γνώμη σὲ κριτικὴ ἐξέταση. Ὁ Ραμπελαὶ μιλάει γι’ αὐτὸν σὰν ἄνθρωπο «μὲ θεϊκὴ γνώση», ὁ Μονταίν ὑμνεῖ «τὴν ψυχὴ τοῦ Σωκράτη πού εἶναι ἡ τελειότερη ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζουμε». Ὁ Ἔρασμος τὸν ἀποκαλεῖ «τὸ μέγα αὐτό φῶς τῆς φιλοσοφίας».

Ἔτσι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ξενίζει ὅτι τὸν 18ο αἰώνα, τὸν αἰώνα τοῦ Διαφωτισμοῦ, ὁ Σωκράτης γίνεται ὁ ἥρωας τοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς μισαλλοδοξίας. Καὶ ἀφοῦ αὐτὴ ἡ μισαλλοδοξία εἶναι πρώτιστα ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀθηναῖος φιλόσοφος θεωρεῖται πρότυπο ἀπό τους Ἐγκυκλοπαιδιστὲς φιλοσόφους. Γίνεται ἕνα σύμβολο μὲ τὸ ὁποῖο ὅλοι ὀνειρεύονται νὰ ταυτιστοῦν. Ἕνας-ἕνας μὲ τὴ σειρά τους, ὁ Βολταῖρος, ὁ Ντιντερό, ὁ Ρουσῶ θέλουν νὰ εἶναι ὁ νέος Σωκράτης στόχος κι αὐτὸς καταδίωξης, ἔστω κι ἂν ἡ εἰκόνα τοῦ ἀθηναίου φιλοσόφου πού δίνουν εἶναι κάποτε παραποιημένη γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν περιστάσεων, Γιὰ τὸν Βολταΐρο γιὰ παράδειγμα, ὁ Σωκράτης εἶναι πρῶτα θύμα τοῦ φανατισμοῦ κι ὁ θάνατός του τὸν κάνει μάρτυρα τῆς νέας αὐτῆς θρησκείας πού εἶναι ἡ φιλοσοφία. Τὸ 1759, ὁ Βολταϊρος γράφει ἕνα ἔργο σὲ τρεῖς πράξεις μὲ τίτλο «Ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη». Παίρνει ὅμως κάποιες ἐλευθερίες σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορία ἀποκαλυπτικὲς γιὰ τοὺς προβληματισμούς του. Ὁ Ἀνυτος ἔχει γίνει Μέγας Ἱερέας κι ἐπειδὴ ὁ Σωκράτης τοῦ ἀρνήθηκε τὴν θετὴ κόρη του, τὸν ἐκδικεῖται καταδικάζοντας τὸν σὲ θάνατο. Ἀλλὰ ὁ ἀθηναϊκὸς λαὸς μὲ τὴ σειρά του θὰ ἐκδικηθεῖ τὸν θάνατο αὐτόν ἐκδιώκοντας τὸν Ἄνυτο. Ξέρουμε ἄλλωστε τουλάχιστον ἄλλες τέσσερις τραγωδίες τῆς ἴδιας ἐποχῆς πάνω σ' αὐτό τὸ θέμα, μεταξὺ τῶν ὅποιων αὐτὴ πού ἀνέβασε στὶς 9 Μαΐου 1763 ὁ Μπριγιαρντὲν ντὲ Σωβινιύ: καὶ σ’ αὐτήν, ὁ Ἀνυτος, Μέγας Ἱερέας, βάζει νὰ καταδικασθεῖ σὲ θάνατο ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο ὁ Σωκράτης μὲ τὴν κατηγορία ὅτι γκρέμισε τὴ δύναμη τοῦ κλήρου. Κι ἐδῶ ἐπίσης, ὁ ἀθηναϊκὸς λαὸς τελικὰ ἐξεγείρεται ἐναντίον τῶν κακῶν ἱερέων. Στὸ θέατρο αὐτό πού, παρὰ τὴν μέτρια ἀξία του, ἀποκαλύπτει τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ὁ Σωκράτης ἐμφανίζεται σὰν σοφὸς πού ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τελικὰ ἀνοίγει τὰ μάτια τοῦ τυφλωμένου ἀπό τους ἱερεῖς λαοῦ. Ὁ Κοντορσὲ ἐξέφραζε πιὸ λιτὰ τὴν ἴδια ἰδέα, ὅταν ἔγραφε: «Ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη εἶναι ἕνα σημαντικὸ γεγονὸς στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία: ἦταν τὸ πρῶτο ἔγκλημα πού ἐπισημαίνει τὸν πόλεμο αὐτόν ἀνάμεσα στὴ φιλοσοφία καὶ τὴν πρόληψη, ἕναν πόλεμο πού διαρκεῖ ἀκόμα ἀνάμεσά μας, σὰν πόλεμος τῆς φιλοσοφίας πάντα ἐνάντια στοὺς καταπιεστὲς τῆς ἀνθρωπότητας».

Ὁ Ντιντερό, ὁ Ρουσώ ἐξυμνοῦσαν κι αὐτοὶ τὸν Σωκράτη κι ἔβλεπαν σ’ αὐτόν τὸ θύμα τῆς μισαλλοδοξίας ἀλλά συνάμα καὶ τὸν ἥρωα πού κάνει πράξη τὴν ἠθική πού κηρύσσει στοὺς ἄλλους. Στὸ λῆμμα «Σωκρατικός» της Ἐγκυκλοπαίδειας, ὁ Ντιντερὸ ἀφήνει νὰ τὸν παρασύρει ὁ ἐνθουσιασμός του: «Ἄχ, Σωκράτη, λίγο σοῦ μοιάζω, ὅμως μὲ κάνεις τουλάχιστον νὰ κλαίω ἀπὸ θαυμασμὸ καὶ χαρά». Ἔγκλειστος στὴ Βενσέν, μετὰ τὴν Ἐπιστολὴ περὶ τῶν Τυφλῶν, αἰσθάνεται ἀλληλένδετος μὲ τὸν φυλακισμένο τῶν Ἕνδεκα, ἔστω κι ἄν, εὐτυχῶς γι’ αὐτόν, ἡ ὑπόθεση ἔχει καλύτερο τέλος. Ὅσο για τον Ρουσώ, πού ὁ Hume ἀποκαλοῦσε «νέο μας Σωκράτη», τὸν συγκινοῦσε λιγότερο ἡ φιλελεύθερη φιλοσοφία τοῦ Ἀθηναίου, τὴν ὁποία λίγο γνώριζε, ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἡρωικὸ του τέλος. Καὶ στὸν παραλληλισμὸ πού ὁρισμένοι ἀρέσκονταν νὰ κάνουν ἀνάμεσα στὸν θάνατο τοῦ Σωκράτη καὶ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ρουσώ ἀντίθετα δὲν ἔβλεπε παρὰ τὶς διαφορές: «Τί προκαταλήψεις, τί τύφλωση πρέπει νάχει κανεὶς γιὰ νὰ συγκρίνει τὸν γιὸ τοῦ Σωφρονίσκου μὲ τὸν γιὸ τῆς Μαρίας. Τί ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο. Ὁ Σωκράτης πὲθανε χωρὶς πόνο, χωρὶς ταπείνωση, ὑπερασπιζόμενος μέχρι τὸ τέλος τὴν προσωπικότητά του. Κι ἂν αὐτὸς ὁ εὔκολος θάνατος δὲν εἶχε δοξάσει τὴ ζωή του, θὰ ἀμφιβάλλαμε ἂν ὁ Σωκράτης, μὲ ὅλο του τό πνεῦμα, ἦταν τίποτα ἄλλο ἀπὸ σοφιστής... Ναί, ἂν ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη εἶναι ζωὴ καὶ θάνατος ἑνός σοφοῦ, ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἑνός Θεοῦ».

Ἀνατρέχοντας σὲ μικρὸ μόνο μέρος τῶν ἔργων πού ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὸ Σωκράτη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα, βλέπουμε πώς ὁ μύθος λειτουργεῖ πάντα: Μύθος τοῦ Σωκράτη, λάτρη τοῦ μοναδικοῦ θεοῦ καὶ τοῦ ὁποίου ὁ θάνατος προαναγγέλλει τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Μύθος τοῦ Σωκράτη θύματος τοῦ ἀμαθοῦς ὄχλου. Μύθος τέλος τοῦ Σωκράτη, θάματος τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τῆς πολιτείας. Τέλος, ἀκριβῶς σὲ τοῦτον ἐδῶ τὸν αἰώνα, πού εἶδε νὰ καίγονται βιβλία, νὰ φυλακίζονται διανοούμενοι, νὰ καταδικάζονται σὲ θάνατο ἤ στὴν ἐξορία ὅσοι δὲν σκέφτονταν «καλά», ὁ μύθος τοῦ Σωκράτη ἀποκτᾶ ἴσως μεγαλύτερη σημασία μιὰ καὶ θέλησαν νὰ δοῦν στὴ δίκη του τὸ πρότυπο τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικῶν πού λίγο παντοῦ στὸν κόσμο στήθηκαν ἐναντίον ὅσων σκέφτονταν «κακά».

Ὁ ἱστορικὸς ὀφείλει νὰ ἀντιστέκεται σὲ τέτοια συμφύρματα. Ἡ Ἀθήνα δὲν ἦταν οὔτε ἡ Γαλλία τοῦ 18ου αἰώνα, οὔτε ἡ Γερμανία, ἡ Ρωσία ἤ τὸ Ἰράν τοῦ 20οῦ. Δὲν ὑπῆρχε «ἐπίσημη ἰδεολογία» στὴν ὁποία ὁ Σωκράτης ἔπρεπε νὰ ὑποταγεῖ, ὑπό τὴν ἄπειλη νὰ ἐκδιωχθεῖ ἤ νὰ θανατωθεῖ. Ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς ἀνοχῆς ἤ τῆς μισαλλοδοξίας δὲν εἶχε νόημα. Ἀλλά το 399, ἡ Ἀθήνα ἔβγαινε ἀπὸ ἕναν καταστροφικὸ πόλεμο, ἀπὸ μιὰ σοβαρὴ πολιτικὴ κρίση. Εἶχε ἀνάγκη νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἰσορροπία της, καὶ ἡ ὁποία ἀπειλή μποροῦσε νὰ θέσει σὲ κίνδυνο τὴν ἰσορροπία αὐτή, ἔπρεπε νὰ ἀποσοβηθει. Πρέπει ἐπίσης νὰ θυμηθοῦμε τί ἦταν ἡ ἀθηναϊκὴ δικαιοσύνη: μιὰ λαϊκὴ δικαιοσύνη τῆς ὁποίας οἱ κρίσεις ἦταν χωρὶς ἔφεση, ἀλλά πού ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἦταν πολὺ εὔκολο νὰ ἐπιβληθεῖ, ἀφοῦ ἄλλο τόσο εὔκολο ἦταν γιὰ τοὺς καταδικασθέντες, τὶς πιὸ πολλὲς φορές, νὰ ἔχουν χίλιους τρόπους νὰ ξεφύγουν. Δὲν θὰ μάθουμε ποτὲ γιατί ὁ Σωκράτης ἀρνήθηκε νὰ καταφύγει σ’ αὐτά τὰ μέσα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ἤθελε νὰ μείνει πιστὸς σὲ μιὰ κάποια ἰδέα γιὰ τὴν πολιτεία, πράγμα πού εἶναι ἴσως κι ὁ μεγαλύτερος τίτλος τιμῆς γι’ αὐτόν. Θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀληθινὴ σκέψη τοῦ φιλοσόφου Σωκράτη. Ὁ ἄνθρωπος Σωκράτης, ἀντίθετα, ἀπογυμνωμένος ἀπὸ τὸν θρύλο πού δημιούργησαν οἱ μαθητές του καὶ οἱ μεταγενέστεροι χρόνοι, θὰ παραμείνει, ὅσο παράδοξο κι ἂν φαίνεται, τὸ σύμβολο τοῦ μεγαλείου τοῦ πολιτισμοῦ τὸν ὁποῖον γέννησε ἡ ἀθηναϊκὴ δημοκρατία.


 

[1] Θουκυδίδης, ΙΙ, 37

[2] Στο ἴδιο, Π, 16-17

[3] Ἀριστοφάνους, Ἀχαρνῆς, στ. 32-33

[4]Ἀριστοφάνους, Πλοῦτος, στ. 540

[5] Πλουτάρχου, Περικλῆς, 12, 6

[6] Ξενοφῶντος, Οικονομικός, ΙΙ, 5-6

[7] Ἡρόδοτος, ΙΙΙ. 82

[8] Ἀθηναίων Πολιτεία

[9] Στό ἴδιο, Ι, 14

[10] Θουκυδίδης, ΙΙ, 38.1

[11] Ἀθηναίων Πολιτεία, ΙΙ, 9-10

[12] Πλουτάρχου, Νικίας, 8

[13] Πλάτωνος, Πρωταγόρας 314a-315.

[14] Στο ἴδιο, 318e-319α

[15] Στο ἴδιο, 324d

[16] Πλάτωνος, Θεαίτητος, 151 e (DK 80 Bl).

[17] DK 80 Β4.

[18] Πλάτωνος, Θεαίτητος, 152 a (DK 80 Bl).

[19] Πλάτωνος, Γοργίας, 483 b-c.

[20] DK 87 Β 44.

[21] Πλάτωνος, Πολιτεία, Α'. 338 e καί 339 a.

[22] 'Αριστοφάνους, Νεφέλαι, 112 κ.έ.

[23] Στό ἴδιο, 247.

[24] Πλάτωνος Συμπόσιον, 215 a-b.

[25] Στο ἴδιο, 215 d.

[26] Στο ἴδιο, 219e-220a-b.

[27] Στο ἴδιο, 221 b.

[28] Ξενοφώντος, 'Ελληνικά, Ι, 7,12-15.

[29] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 32b-c.

[30] Στο ἴδιο,,32c-d.

[31] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, 1,1-10.

[32] Πλάτωνος, Συμπόσιον, 174 a.

[33] Πλάτωνος, Χαρμίδης, 153 c-d.

[34] Στό ίδιο, 157e-158a.

[35] Πλάτωνος, 'Αλκιβιάδης, 104 a-c.

[36] Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους, 18 b.

[37] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, Ι, 1, 11-16.

[38] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 20 d

[39] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, IV, 7,2-3.

[40] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 23 a-b.

[41] Πλάτωνος, Φαίδων, 73 a.

[42] Λάχης, 187e-188d.

[43] Πλάτωνος, 'Απολογία, 40 a.

[44] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 31 a

[45] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 31 c-e

[46] Πλάτωνος, Κρίτων, 51 a-b

[47] Στό ίδιο, 51 e-52 a.

[48] Πλάτωνος, Κρίτων, 54 b-c.

[49] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, 1,2,60.

[50] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, III, 7,5-6.

[51] Πλάτωνος, Πρώτος 'Αλκιβιάδης, 118 b.

[52] Πλάτωνος, Γοργίας, 514 e.

[53] Στό ίδιο, 517 c.

[54] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, IV, 2,6

[55] Στό ίδιο.

[56] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, III, 5,15-16.

[57]   Πλάτωνος, Κρίτων, 52 e.

[58] Ξενοφώντος, 'Απολογία Σωκράτους, 10.

[59] Δημοσθένους, Κατ' Άριστογείτονος, Α' 52

[60] Μένων, 42 a-b.

[61] Ξενοφώντος, 'Απολογία Σωκράτους, 29-30

[62]ριστοφάνους, Νεφέλαι, 1408 κ.έ.

[63] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 23 c-d.

[64] Πλάτωνος, Συμπόσιον, 219 e

[65]   Ἀριστοφάνους, Νεφέλαι, 316 κ.ε.

[66] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα 1,1,14.

[67] Πλάτωνος; Ἀπολογία Σωκράτους, 26 e

[68] Στο ἴδιο,27d-e.

[69] Ε. Will, Le monde grec et l'orient, Le Vèmesiècle, τόμ. Ι, Παρίσι 1972, σελ. 595-6.

[70] Πλάτωνος, 'ΑπολογίαΣωκράτους, 31 d.

[71]  Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, Ι 1,2.

[72] Ξενοφώντος, 'Απολογία Σωκράτους, 11-13.

[73] Πλάτωνος, πολογία, 34 a-b.

[74] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 29 d.

[75] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 30 b.

[76] Στό ίδιο, 34 e.

[77] Στό ίδιο, 35 c-d.

[78] Στό ίδιο, 37 c-d.

[79] Στο ἴδιο,38e.

[80] Στό ίδιο, 40 b.

[81] Φαίδων. 58b-c.

[82]μήρου, Ὁδύσσεια, λ, 36-44.

[83]μήρου, Ὀδύσσεια, λ, 488-491

[84] Ξενοφώντος, 'Απολογία Σωκράτους, 27.

[85] Ξενοφώντος, 'Απομνημονεύματα, IV, 8, VIII, 8.

[86] Πλάτωνος, 'Απολογία Σωκράτους, 29, a, b.

[87]πολογία, 40 c-41 e.

[88] Φαίδων, 64 d.

[89] Στό ἴδιο, 65 a.

[90] Στό ἴδιο, 66 b.

[91] Στό ἴδιο, 80 a-b

[92] Στό ἴδιο, 106e.

[93] Στό ἴδιο, 59 d.

[94] Στό ἴδιο, 59 e.

[95] Στό ἴδιο, 116 e.

[96] Στό ἴδιο, I17C-118.

[97] Διογένης Λαέρτιος, II, 43.

[98] Ξενοφώντος, Οικονομικός, XX, 27-28.

[99] .π. (σημ. 69), σελ. 684-85

[100]Aspects of Antiquity; Λονδίνο 1968.