www.ekivolos.gr          

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

(Πελοποννησιακός)[1]

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Simon Hornblower

«Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 479-323 π.Χ.)

 

Το πρόβλημα: μπορούμε να εμπιστευτούμε τον Θουκυδίδη;

Το Μεγάλο Κενό

 

Η Αθήνα έχασε τον έλεγχο της Βοιωτίας και γενικότερα τη χερσαία ηγεμονία στην κεντρική Ελλάδα το 446 π.Χ., με τη συμφωνία του Περικλή με τον Πλειστοάνακτα. Αλλά η κυριαρχία της στον προς ανατολάς θαλάσσιο χώρο παρέμενε άθικτη, όπως απέδειξε η πλήρης ελευθερία κινήσεων των Αθηναίων στην περίπτωση της καταστολής της αποστασίας της Σάμου το 440/39 π.Χ. Ο Θουκυδίδης αφηγείται τα γεγονότα της επόμενης δεκαετίας όχι ως μέρος της «Πεντηκονταετίας» στην οποία ανήκουν με την αυστηρή έννοια, αλλά ως μέρος της αλυσίδας γεγονότων που υπήρξαν η άμεση αιτία του μεγάλου Πελοποννησιακού Πολέμου. Τα γεγονότα της Πεντηκονταετίας, σύμφωνα με το αιτιακό σχήμα του ιστορικού, αποτελούν το θεμελιώδες αίτιο του πολέμου, το οποίο κατά τον Θουκυδίδη ήταν η επεκτατική πορεία της Αθήνας και ο φόβος που ενέπνευσε στη Σπάρτη. Αυτή ήταν η «αληθέστατη πρόφασις», η αληθινή αιτία του πολέμου, σύμφωνα με την περίφημη διατύπωση του Θουκυδίδη (1.23), η οποία αντιπροσωπεύει την πρώτη σαφή και συνειδητή απόπειρα επεξεργασίας μιας θεωρίας της ιστορικής αιτιολόγησης: η αληθέστατη πρόφασις, λέει, «η οποία όμως δεν διατυπώθηκε ανοιχτά, ήταν ότι καθώς οι Αθηναίοι γίνονταν ολοένα ισχυρότεροι, ενέπνευσαν φόβο στους Λακεδαιμόνιους και τους ανάγκασαν να πολεμήσουν. Οι άλλες αιτίες, αυτές που πρόβαλαν φανερά και οι δύο πλευρές... ήταν οι εξής...» - και ο Θουκυδίδης παρουσιάζει στη συνέχεια τις διαμάχες των Αθηναίων με τους Κορίνθιους για την Κέρκυρα και την Ποτίδαια. (Η αντίθεση ανάμεσα στα αληθινά αίτια και σε αυτά που προβάλλονταν δημόσια είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του Θουκυδίδη, το οποίο επαναλαμβάνεται σχεδόν κατά λέξη στην αρχή της αφήγησής του για την αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία το 415 π·Χ· και υπονοείται στην ανάλυση των κινήτρων που οδήγησαν τους Κορίνθιους να προκαλέσουν τα γεγονότα του 421 π.Χ.: 6.6 και 5-30.) Στη συνέχεια του Βιβλίου Α' (κεφάλαιο ιι8) ο Θουκυδίδης κλείνει την αφήγηση της Πεντηκονταετίας με τη διαπίστωση πως η δύναμη της Αθήνας (ή των Αθηναίων) αυξανόταν καταφανώς («η δύναμις των Αθηναίων σαφώς ήρετο») και άρχισε να βλάπτει τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων («και της ξυμμαχίας αυτών ήπτοντο»).

Το ζήτημα των ριζών του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι ένα ζήτημα που σχετίζεται εν μέρει με την αξιολόγηση του Θουκυδίδη, στην αφήγηση του οποίου τόσο πολύ βασιζόμαστε - και δικαίως τις περισσότερες φορές: Μήπως η περιγραφή των αιτίων του πολέμου μεροληπτεί υπέρ της Αθήνας αδικώντας τη Σπάρτη; Η Ιστορία του Θουκυδίδη είναι ένα καλοδουλεμένο, σύνθετο έργο τέχνης στο οποίο τόσο οι δημηγορίες (εμφανέστερα) όσο και η αφήγηση (λιγότερο εμφανώς) συντίθενται σύμφωνα με τις αρχές της ρητορικής τέχνης, δηλαδή σύμφωνα με την τεχνική και τους κανόνες που αρχικά αναπτύχθηκαν για να υπηρετήσουν τη δικανική πειθώ. Σχετικά παραδείγματα είναι: η επιλεκτική παράθεση περισσότερων ή λιγότερων λεπτομερειών στα διάφορα επεισόδια ή ακόμα και η συγκέντρωση ενός αριθμού επαναλαμβανόμενων γεγονότων σε μία μόνο γενική αναφορά· η μετάθεση ενός γεγονότος μακριά από τη λογική του θέση μέσα στην αφηγηματική ακολουθία· η πλήρης παράληψη ορισμένων συμβάντων που μαρτυρούνται από άλλες πηγές· η «άχρονη» ή αχρονολόγητη αναφορά ορισμένων γεγονότων και η τοποθέτησή τους μέσα σε ξένα προς αυτά ή φαινομενικά άσχετα περιβάλλοντα· η έμφαση του ιστορικού σε υποθετικά γεγονότα, σε αυτό που δεν έγινε σε αντίθεση με αυτό που πραγματικά έγινε, η παρουσίαση δια της άρνησης· η υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης αφηγηματικής οπτικής γωνίας (εστίαση). Η επιστήμη που μελετά αυτές τις τεχνικές της αφήγησης είναι η αφηγηματολογία, οι μέθοδοι της οποίας αφού εφαρμόστηκαν πρώτα στο σύγχρονο και το αρχαίο μυθιστόρημα και εν συνεχεία στον Όμηρο και στους αγγελιοφόρους του Ευριπίδη πρόσφατα χρησιμοποιήθηκαν και για τον Θουκυδίδη.[2] Όμως ο Θουκυδίδης δεν ήταν μόνο ένας δημιουργικός λογοτέχνης αλλά και ένας Αθηναίος εξόριστος, ο οποίος κατείχε ένα υψηλό στρατιωτικό αξίωμα στην πρώτη φάση του πολέμου που κατέγραψε. Έτσι η ιδέα ότι πιθανόν η αφήγησή του να μεροληπτεί για λόγους πολιτικούς, ή στην ουσία πατριωτικούς, δεν είναι καινούρια. Πρόσφατα η ιδέα αυτή επανέκαμψε με καινούρια επιχειρήματα, τα οποία ωστόσο δεν αξιοποίησαν τη βοήθεια που μπορεί να προσφέρει η νέα, αφηγηματολογική προσέγγιση.[3] Όμως τελευταία ορισμένοι μελετητές του Θουκυδίδη έθεσαν το ερώτημα εάν τα ρητορικά τεχνάσματα που εντόπισε η αφηγηματολογική εξέταση του κειμένου συσχετίζονται με την επιλογή των αιτίων του πολέμου από τον Θουκυδίδη και εάν χρησιμοποιήθηκαν για να υπηρετήσουν κάποια συγκεκριμένη άποψη. Η δυσκολία έγκειται στο να επιλέξει κανείς ανάμεσα στον πειρασμό να αναζητήσει «σκόπιμες» πολιτικές ερμηνείες και την ανάγκη να μην παραβλέψει τα καθαρά αφηγηματικά ζητήματα.[4] Για παράδειγμα, όταν αναφέρεται κανείς στις «παραλείψεις» του Θουκυδίδη δεν πρέπει να ξεχνά ότι το Βιβλίο Α' είναι πραγματικά εξαιρετικά ογκώδες και ότι υπήρχε κάποιο όριο στο τι μπορούσε να συμπεριληφθεί σε αυτό. Επίσης η αφηγηματική αναδρομή (ανάληψη) είναι ένα αφηγηματικό τέχνασμα που χρησιμοποιείτο από πολύ παλιά για να εντείνει την αγωνία (μερικές φορές μάλιστα ονομάζεται και «αρχαϊκή αφηγηματική καθυστέρηση») και συνεπώς δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη πολιτικής προκατάληψης. Ο Θουκυδίδης, όπως παλιότερα ο Όμηρος, μερικές φορές αναφέρει τα γεγονότα όχι όταν συμβαίνουν αλλά όταν καθίστανται σημαντικά ή σχετικά με το θέμα του. Τέλος, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς[5] πως το αποτέλεσμα της περιγραφής ενός γεγονότος έξω από το κανονικό του πλαίσιο είναι η αύξηση και όχι η μείωση της σημασίας του - αν και μια τέτοια μετάθεση ασφαλώς έχει ως αποτέλεσμα να δυσκολευτεί ο αναγνώστης ή ο ακροατής να το αντιληφθεί ως κρίκο μιας αιτιακής αλυσίδας...

 

Λήψη του αρχείου-pdf

 

 

 

[1] Για αξιόλογες πρόσφατες μελέτες γύρω από τα αίτια του πολέμου βλ. Dover, HCT 5 (1981), παρ. 2(7)· Rhodes, 198· D. Μ. Lewis, CAR f 1992 σσ· 370-80· Badian 1993: 125-62· Rood 1998: 205-24· Felling 2000: 82-111 και 151-8. Για τα έργα των Rood και Pelling βλ. παρακάτω σημ. 4·

 [2] Η βασικότερη πλήρης μελέτη αυτής της όψης του Θουκυδίδη είναι σήμερα το Rood 1998· για μια σκιαγράφηση των δυνατοτήτων που ανοίγονταν βλ. Homblower 1994, και εφαρμογή στο Homblower 1996 (σχολιασμός).

[3] Badian 1993:125-62.

[4] Τα Rood 1998 και Pelling 2000 τείνουν γενικά να απορρίψουν τις πολιτικές ερμηνείες του τύπου που προτιμά ο Badian, προκρίνοντας τις καθαρά φιλολογικές ερμηνείες για τις αφηγηματικές ιδιομορφίες. Προσωπικά έχω τροποποιήσει την παλαιότερη άποψή μου (Homblower 1991,1994 και 1996) υπό το φως της κριτικής των Rood και Pelling. Ωστόσο θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι από την ιστορική σκοπιά η υποβάθμιση του αθηναϊκού ενδιαφέροντος για τη Δύση κατά την Πεντηκονταετία από τον Θουκυδίδη (όποια και εάν είναι η αιτία) παραμένει ένα σημαντικό θέμα: εάν δεν υπήρχαν αξιόλογες συμπληρωματικές πληροφορίες από μη θουκυδίδειες πηγές, δεν θα μπορούσε να γίνει πλήρως κατανοητό το εύρος του αθηναϊκού επεκτατισμού κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, το παρόν βιβλίο αφορά πρωταρχικά την ελληνική ιστορία και όχι τον Θουκυδίδη, και επί του παρόντος με ενδιαφέρει περισσότερο (στον βαθμό που ο Θουκυδίδης αποτελεί το σημείο εκκίνησής μου) το τι παρέλειψε και όχι το γιατί το παρέλειψε, εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

[5] Βλ. παρακάτω σημ. 7, για το Rood, με παραπομπή στον Osborne και τη δική μου επισήμανση εκεί.