ΚΑΤΑ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΦΥΣΗ ΔΟΥΛΟΙ
ΚΑΤ’
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
(Πολ.,
Α 5, 1254 b
32 - 34)
5ο
Διεπιστημονικό Συνέδριο Φιλοσοφία και Κοσμολογία:
Αφιέρωμα
στα 2400 χρόνια από την γέννηση του Αριστοτέλη: Τόμος Πρακτικών
5th
Interdisciplinary Conference on Philosophy and Cosmology: in
celebration of the 2400th anniversary from Aristotle's
birth: Volume of Proceedings
Γεώργιος Χ. Κουμάκης
Επ.
Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
gkoumaki@cc.uoi.gr
Περίληψη
Στην παρούσα εισήγηση καταβάλλεται η προσπάθεια να ερμηνευθεί η
φράση του Αριστοτέλη: «Συμβαίνει δέ πολλάκις καί τουναντίον,
τούς μέν τά σώματα ἔχειν ἐλευθέρων τούς δε τάς ψυχάς». Το χωρίο
αυτό έχει χαρακτηριστεί από τους μεταφραστές δύσκολο, ενώ
τονίζεται το πλήθος των ερμηνειών, που είναι συνολικά οκτώ. Από
αυτές δύο είναι οι επικρατέστερες: Συμβαίνει όμως πολλές φορές
και το αντίθετο: 1) οι μεν δούλοι να έχουν σώματα ελευθέρων και
ψυχές δούλων, οι δε ελεύθεροι ψυχές ελευθέρων και σώματα δούλων.
Σ ’αυτό το είδος της μετάφρασης ορισμένοι προσθέτουν εντελώς
αυθαίρετα το επίρρημα μόνον και μεταφράζουν : οι μεν δούλοι να
έχουν(μόνον) σώματα ελευθέρων οι δε ελεύθεροι μόνον ψυχές
ελευθέρων. 2) ορισμένοι μεν άνθρωποι να έχουν σώματα ελευθέρων
και ψυχές δούλων , άλλοι δε άνθρωποι να
έχουν ψυχές ελευθέρων και σώματα δούλων. Έτσι ο θεσμός της
δουλείας καθίσταται μάλλον αμφισβητήσιμος.
Κατά την ανάλυση των δοθεισών αυτών ερμηνειών αναδεικνύονται τα
ασθενή τους σημεία, τα οποία δεν μας επιτρέπουν να τις δεχτούμε
, διότι, όπως προσπαθώ να δείξω, δεν απηχούν το νόημα των λόγων
του Αριστοτέλη, παρόλο που καμία από αυτές δεν αντίκειται στους
κανόνες και στη σύνταξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ώστε
φιλολογικά καμία να μην είναι εσφαλμένη. Το ζητούμενο όμως είναι
το νόημα των λόγων του φιλοσόφου, διότι μόνον αυτό μας δίνει
την αληθινή φιλοσοφία του τόσο στον τομέα της λογικής όσο και
της πολιτικής. Μοναδικό κριτήριο για την αλήθεια ή το ψεύδος,
που τέθηκε κατά την πραγμάτευση του εδαφίου, είναι κατά τη ρητή
δήλωση του Αριστοτέλη η εναντιότητα (τούναντίον). Σύμφωνα με τη
φύση ο μεν ελεύθερος έχει λόγον, δηλαδή νοημοσύνη και όρθιο σώμα
χρήσιμο για τον πολιτικό βίο αλλά άχρηστο για αναγκαία πράγματα,
ο δε δούλος μετέχει απλώς του λόγου και έχει σώμα ισχυρό για
χειρωνακτικές εργασίες.
Κατά τα υπονοούμενα του Αριστοτέλη η παρά φύση κατάσταση τους,
που είναι εναντία προς την κατά φύση, θα πρέπει να είναι νόθα
και ενδιάμεση, δηλαδή μείξη των δύο ανωτέρω στοιχείων, ώστε στην
ερμαφρόδιτη και οιονεί τερατώδη αυτή μορφή να μην υπάρχουν
γνήσιοι ούτε δούλοι ούτε ελεύθεροι. Έτσι συμβαίνει ούτε ο
κοινωνικά θεωρούμενος ελεύθερος λόγω της σωματικής του διάπλασης
στην πραγματικότητα να είναι ελεύθερος ούτε ο δούλος να είναι
δούλος για τον ίδιο λόγο. Η αυτοαναίρεση αυτή των ιδιοτήτων του
δούλου και του ελεύθερου στοιχεί προς τη ζητούμενη εναντιότητα
κατά τον Αριστοτέλη, όπως ακριβώς το ίσο προς το μη ίσο ή το
άνισο και το όμοιο προς το μη όμοιο ή το ανόμοιο. Με βάση τον
προσανατολισμό αυτόν κατέληξα στην εξής εντελώς νέα ερμηνεία:
Συμβαίνει όμως πολλές φορές και το αντίθετο, δηλαδή οι μεν
ελεύθεροι να έχουν σώματα ελευθέρων και ψυχές δούλων οι δε
δούλοι, ψυχές ελευθέρων και σώματα δούλων. Με την ερμηνεία αυτή
παρέχεται η μοναδική δυνατότητα να αναιρείται τόσο ο ελεύθερος
όσο και ο δούλος, ώστε να επιτευχθεί η αιτούμενη εναντιότητα,
διότι κανείς τους δεν αξίζει το όνομά του.
Πρέπει τέλος να λεχθεί διευκρινιστικά ότι ο Αριστοτέλης δεν
μπορούσε να είχε πει: «οι μεν ελεύθεροι να έχουν σώματα δούλων»
αντί ελευθέρων, όπως ίσως θα αναμενόταν από την αντίθετη
πρόταση: « οι δε δούλοι ψυχές ελευθέρων», διότι, αν το έλεγε, η
φράση θα συμπληρωνόταν με το: «και ψυχές ελεύθερων», αφού
υπάρχει μείξη σώματος και ψυχής στο ίδιο σώμα , οπότε δεν θα
είχαμε τη ζητούμενη εναντιότητα με την αναίρεση του ελεύθερου,
αφού δεν θα έπαυε να είναι ελεύθερος. Προτίμησα την ερμηνεία
αυτή από την αντίστροφή της, που έχει ήδη καταγραφεί από άλλους
ερμηνευτές, δηλαδή «οι μεν δούλοι να έχουν σώματα ελευθέρων οι
δε ελεύθεροι ψυχές ελευθέρων», διότι στην περίπτωση αυτή δεν
έχομε εναντιότητα, αφού δεν επιτυγχάνεται αναίρεση και στα δύο
σκέλη της πρότασης. Συγκεκριμένα, ο ελεύθερος που έχει ψυχή
ελεύθερου δεν αναιρείται. Ένας άλλος λόγος, που οδηγεί στην
κατεύθυνση αυτή είναι ότι η κατάταξη των ατόμων σε κοινωνικές
τάξεις γινόταν περισσότερο με βάση το ορατό κάλλος του σώματος
παρά της ψυχής.