www.ekivolos.gr          

   http://ekivolosblog.wordpress.com

 

 

    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ekivolos@gmail.com

                                  ekivolos_@hotmail.com

                                  ekivolos@ekivolos.gr

 

   

  Η ταυτότητά μας    ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά,

έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.»

                                                                                                                 Jacqueline de Romilly

«Κάθε λαός είναι υπερήφανος για την πνευματική του κτήση. Αλλά η ελληνική φυλή στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλη, διότι έχει τούτο το προσόν, να είναι η μητέρα παντός πολιτισμού.» 

                                                                                                                                                                     U.Wilamowitz

     

ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

«Τό ἑλληνικό μέτρον εἶναι τό πένθος τοῦ Λόγου»

Παναγιώτης Στάμος

Κλασσικά κείμενα-αναλύσεις

Εργαλεία

Φιλολόγων

Συνδέσεις

Εμείς και οι Αρχαίοι

Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Αρχαία

Σπάρτη

ΣΧΕΤΙΚΗ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Θουκυδίδης

Το Αθηναϊκό πολίτευμα 

«Ὁ ὁρισμὸς τῆς τραγωδίας κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη»

ὑπὸ Ἰωάν. Ν. Θεοδωρακοπούλου.

 

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ 11ης ΜΑ'ΓΟΥ 1972

ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΓΡΗΓ. ΚΑΣ1ΜΑΤΗ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΜΕΛΟΥΣ

 

Τρεῖς εἶναι αἱ δυνάμεις τοῦ πνεύματος κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, ἡ θεωρητική, ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ ποιητική. Ἡ πρώτη καταγίνεται μὲ τὴν γνῶσιν τῶν ἐννοιῶν καὶ τῶν πραγμάτων, ἡ δευτέρα μὲ τὴν γνῶσιν τοῦ ἀγαθοῦ ἡ ὁποία εἶναι προϋπόθεσις διὰ τὴν πρᾶξιν καὶ ἡ τρίτη δημιουργεῖ τὸ ἔργον τῆς τέχνης. Θεωρητικὰ συγγράμματα τοῦ Ἀριστότελους εἶναι: Τὰ Μετὰ τὰ Φυσικά, τὰ Φυσικά, τὸ Περὶ Ψυχῆς κ. α. Πρακτικὰ συγγράμματα εἶναι τὰ Ἠθικὰ Νικομάχεια, τὰ Μεγάλα Ἠθικά, τὰ Ἠθικὰ Εὐδήμια, τὰ Πολιτικά, καὶ ἀπὸ τὰ Ποιητικὰ ἔχομεν μόνον τὸ Περὶ Ποιητικῆς καὶ τὸ Περὶ Ρητορικῆς. Πρέπει νὰ θεωρηθῆ βέβαιον ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης ἔγραψε καὶ περὶ ἄλλων τεχνῶν, ὅπως π. χ. περὶ Μουσικῆς.

Ὅπως ὁ Πλάτων, ἔτσι καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ἀφορμᾶται ἀπὸ τὴν τέχνην καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ καλοῦ. Καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ταυτίζει τὸ κάλλος μὲ τὸ ἀγαθόν, ἂν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ ἔννοια τοῦ καλοῦ εἶναι εὐρυτέρα ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀγαθοῦ. Ἔτσι εἰς τὸ ἔργον του περὶ Τέχνης Ρητορικῆς, ὅπου ὁρίζει τὴν ἔννοιαν τοῦ κάλλους, λέγει τὰ ἑξῆς : «Καλὸν μὲν οὖν ἔστιν, ὅ ἂν δι’ αὐτὸ αἱρετὸν ὄν ἐπαινετὸν ᾖ, ἤ ὅ ἂν ἀγαθὸν ὄν ἡδὺ ὅτι ἀγαθὸν» (Τέχνης Ρητορικῆς, 1366 α, 33). Ἀλλοῦ πάλιν χωρίζει τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ ἀγαθὸν καὶ θεωρεῖ τὸ ἀγαθὸν κινητόν, ἐνῷ τὸ καλὸν τὸ χαρακτηρίζει ὡς ἀκίνητον. «Ἐπεὶ δὲ τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ καλὸν ἕτερον, τὸ μὲν γὰρ ἐν τῇ πράξει τὸ δὲ καὶ ἐν τοῖς ἀκινήτοις» (Τὰ Μετὰ τὰ Φυσικά, 1078 α 31). Εἰδικὰ γνωρίσματα τοῦ καλοῦ εἶναι κατὰ τὸν Ἀριστότελη ἡ τάξις, ἡ συμμετρία, τὸ ὡρισμένον. Ὅμως τὰ γνωρίσματα αὐτὰ δὲν χαρακτηρίζουν κατ’ αὐτὸν μόνον τὰ ἔργα τῆς τέχνης ἀλλὰ καὶ τὰ μαθηματικά. Ἄλλοτε πάλιν ὁρίζει τὸ καλὸν μόνον μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ μεγέθους καὶ τῆς τάξεως. «Τὸ γὰρ καλὸν ἐν μεγέθει καὶ τάξει ἐστίν, δι’ ὅ οὔτε πάμμικρον ἄν τι γένοιτο καλὸν ζῶον, (συγχεῖται γὰρ ἡ θεωρία ἐγγὺς τοῦ ἀναισθήτου χρόνου γινομένη) οὔτε παμμέγεθες· οὐ γὰρ ἅμα ἡ θεωρία γίνεται, ἀλλ’ οἴχεται τοῖς θεωροῦσι τὸ ἓν καὶ τὸ ὅλον ἐκ τῆς θεωρίας οἷον εἰ μυρίων σταδίων εἴη ζῶον.» (Περὶ Ποιητικῆς 1450, β 36). Τοῦτο ἰσχύει καὶ διὰ τὰ ἔργα τῶν εἰκαστικῶν τεχνῶν καὶ διὰ τὰ ἔργα τῆς τέχνης τοῦ λόγου. Γενικῶς λοιπὸν τὸ ἔργον τῆς τέχνης δὲν πρέπει νὰ εἶναι, οὔτε πάρα πολὺ μεγάλο οὔτε πάρα πολὺ μικρόν, διότι καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἐποπτεύση. Τὸ εὐσύνοπτον καὶ τὸ εὐμνημόνευτον εἶναι δύο αἰτήματα ποῦ θέτει ὁ Ἀριστοτέλης διὰ τὰ ἔργα τῆς τέχνης.

Ὅπως ὁ Πλάτων, ἔτσι καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ὡς κύριον γνώρισμα τῆς τέχνης θεωρεῖ τὴν μίμησιν. Ἔτσι λέγει ὅτι ὅλαι γενικῶς αἱ τέχναι εἶναι μιμήσεις. «Πᾶσαι τυγχάνουσιν οὖσαι μιμήσεις τὸ σύνολον». (Περὶ Ποιητικῆς, 1447, α, 12). Τὸ μιμεῖσθαι εἶναι, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης, σύμφυτον εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τοῦτο εἶναι διακριτικὸν γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ ζῶα. Ὀνομάζει μάλιστα τὸν ἄνθρωπον μιμητικώτατον καὶ προσθέτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς πρώτας του γνώσεις μὲ τὴν μίμησιν. Ἐπίσης ὁ Ἀριστοτέλης δέχεται ὅτι καὶ ἡ ἰδιαιτέρα αἰσθητικὴ χαρὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς τέχνης προέρχεται ἀπὸ τὴν μίμησιν. Ἔτσι μάθησις, μίμησις καὶ αἰσθητικὴ ἀπόλαυσις συνέχονται κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο. Καὶ ὅπως ἡ ἀξία τῆς μαθήσεως, τῆς γνώσεως, εἶναι διαφορετικὴ ἀνάλογα πάντοτε μὲ τὸ περιεχόμενόν της, ἔτσι καὶ ἡ ἀξία τῆς καλλιτεχνικῆς μιμήσεως. Καὶ ὅμως ἡ τέχνη δὲν μιμεῖται μόνον ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὴν φύσιν, ἀλλὰ δημιουργεῖ καὶ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν φύσιν. «Ὅλως ἡ τέχνη τὰ μὲν ἐπιτελεῖ ἃ ἡ φύσις ἀδυνατεῖ ἀπεργάζεσθαι τὰ δὲ μιμεῖται». Εἰς τὴν φύσιν ὅμως ἀνήκει καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντικείμενον τῶν σπουδαιοτέρων τεχνῶν τῆς ποιήσεως, τῆς μουσικῆς καὶ τῆς γλυπτικῆς. Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη ἡ τέχνη δὲν ἔρχεται μόνον νὰ παραστήσῃ τὰ φαινόμενα, ἀλλὰ καὶ τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων. Ὁ ποιητὴς ἀποδίδει τὰ πράγματα, ἤ ὅπως ἦσαν ἤ ὅπως εἶναι ἤ ὅπως τὰ νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ἤ, τέλος, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι. Ἡ ἀποστολὴ ὅμως τῆς τέχνης εἶναι νὰ παραστήςῃ τὰ πράγματα, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι. (Οἷα εἶναι δεῖ). Ὡς πρὸς αὐτὸ ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι γνήσιος πλατωνικός. Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ ποιητοῦ, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης, νὰ εἴπῃ τί ἔγινεν, ἀλλὰ τί ἔπρεπε νὰ ἔχῃ γίνει, δηλαδὴ νὰ δώσῃ ὄχι τὸ εἰδικὸν ἀλλὰ τὸ γενικὸν καὶ ἀναγκαῖον. Τοῦτο ὁδηγεῖ τὸν Ἀριστοτέλη νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ ποίησις εἶναι σπουδαιότερα καὶ φιλοσοφικωτέρα ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, διότι ἡ μὲν ποίησις παρουσιάζει περισσότερον τὰ γενικά, ἡ δὲ ἱστορία τὰ εἰδικά, τὰ καθ’ ἕκαστον. Ἡ ποίησις πρέπει κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη νὰ παρουσιάζῃ τοὺς γενικοὺς τύπους καὶ τὰς γενικὰς μορφὰς τοῦ ἀνθρωπίνου, ἐνῶ ἡ ἱστορία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μείνη εἰς τὰ κάθ’ ἕκαστον. Ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ τοῦ Ἀριστότελους ἰσχύει ὄχι μόνον διὰ τὴν τραγωδίαν ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κωμωδίαν. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἡ μὲν πρώτη μιμεῖται καὶ ἀναδεικνύει τοὺς ἐξαιρετικοὺς ἀνθρωπίνους τύπους, ἐνῶ ἡ δευτέρα, ἡ κωμωδία, παρουσιάζει τὰς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κωμωδία δὲν πρέπει νὰ γελοιοποιῇ συγκεκριμένα πρόσωπα ἀλλὰ νὰ παρουσιάζῃ γενικῶς χαρακτήρας. Ἡ τέχνη λοιπὸν ἀνάγεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, ὅπως καὶ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, εἰς τὴν μίμησιν, ἀλλά, ἐνῶ ὁ Πλάτων δέχεται ὅτι ἡ τέχνη μιμεῖται μόνον αἰσθητὰ καὶ παρουσιάζει εἴδωλα τῶν αἰσθητῶν, ὁ Ἀριστοτέλης ζητεῖ ἀπὸ τὴν τέχνην νὰ παρουσιάσῃ παραδείγματα γενικῶς καὶ τύπους γενικούς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐνσαρκώνουν τὴν οὐσίαν καὶ τὸ νόημα τῆς ζωῆς....

 

 

Λήψη του αρχείου-pdf