ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ
ΔΟΞΑΣΙΕΣ — Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του
FUSTEL DE
COULANGES
«Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ»

Είδαμε
στα προηγούμενα πώς είχαν φθάσει οι Αρχαίοι στην καθιέρωση του
αστικού καθεστώτος. Μια πανάρχαια θρησκεία είχε ιδρύσει πρώτα
την οικογένεια και ύστερα την πόλη- είχε καθιερώσει αρχικά το
οικογενειακό δίκαιο και την οργάνωση του γένους· στη συνέχεια
τους αστικούς νόμους και την αστική διοίκηση. Η πολιτεία ήταν
στενά συνδεδεμένη με τη θρησκεία- προερχόταν απ’ αυτήν και
συγχεόταν μαζί της. Γι’ αυτό και στο πρωτόγονο κράτος όλοι οι
πολιτικοί θεσμοί ήταν και θεσμοί της θρησκείας· οι εορτές,
τελετές της λατρείας· οι νόμοι, ιεροί τύποι· οι βασιλείς και οι
άρχοντες, ιερείς. Γι’ αυτό επίσης ήταν άγνωστη η ατομική
ελευθερία και ο άνθρωπος δεν είχε μπορέσει να αποσπάσει ούτε την
ίδια του τη συνείδηση από την παντοδυναμία της πόλης. Γι’ αυτό
τέλος η πόλη- κράτος παρέμεινε περιορισμένη στα όρια μιας πόλης
και δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τον περίβολο που είχαν χαράξει
αρχικά οι εθνικοί της θεοί. Κάθε πόλη-κράτος είχε όχι μόνο δική
της πολιτική ανεξαρτησία αλλά και δική της λατρεία και
νομοθεσία. Η θρησκεία, το δίκαιο, το πολίτευμα, όλα ήταν αστικά.
Η πόλη-κράτος αποτελούσε τη μόνη υπαρκτή δύναμη· τίποτε πιο
πάνω, τίποτε πιο κάτω- ούτε εθνική ενότητα ούτε ατομική
ελευθερία.
Απομένει να πούμε πώς εξαφανίσθηκε αυτό το καθεστώς, δηλαδή πώς
με την αλλαγή της αρχής, πάνω στην οποία βασίσθηκε η ανθρώπινη
συνύπαρξη, το πολίτευμα, η θρησκεία, το δίκαιο απέβαλαν τον
αστικό χαρακτήρα που είχαν κατά την Αρχαιότητα.
Η κατάρρευση του πολιτικού καθεστώτος που είχαν ιδρύσει η Ελλάδα
και η Ιταλία, μπορεί να αποδοθεί σε δύο βασικές αιτίες. Η μία
ανήκει στην τάξη των ηβικών και πνευματικών εξελίξεων, η άλλη
στην τάξη των ιστορικών γεγονότων· η πρώτη είναι η μεταβολή των
δοξασιών, η δεύτερη είναι η ρωμαϊκή κατάκτηση. Αυτά τα δύο
μεγάλα γεγονότα είναι σύγχρονα· εξελίχθηκαν και επιτεύχθηκαν
ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια των πέντε αιώνων που προηγήθηκαν της
εποχής του χριστιανισμού.
Η πανάρχαια θρησκεία που είχε σαν σύμβολα την ακίνητη πέτρα της
εστίας και τον τάφο των προγόνων, η θρησκεία που είχε καθιερώσει
την αρχαία οικογένεια και οργανώσει στη συνέχεια την
πόλη-κράτος, ξέφτισε με το χρόνο και γέρασε. Το ανθρώπινο πνεύμα
δυνάμωσε και απέκτησε καινούργιες δοξασίες. Άρχισαν να
σχηματίζουν μια ιδέα της άυλης φύσης· καθορίσθηκε η έννοια της
ανθρώπινης ·ψυχής και σχεδόν ταυτόχρονα γεννήθηκε η αντίληψη
ενός θείου πνεύματος.
Τι πρέπει να σκέφθηκαν τότε για τις πανάρχαιες θεότητες, για
τους νεκρούς που ζούσαν μέσα στον τάφο, για τους οικιακούς
δαίμονες που υπήρξαν άνθρωποι, για τους ιερούς προγόνους που
έπρεπε συνεχώς να τους προσφέρουν τρόφιμα; Μια τέτοια πίστη
κατέστη αδύνατη. Παρόμοιες δοξασίες δε βρίσκονταν πλέον στο
ύψος του ανθρώπινου πνεύματος. Είναι αλήθεια ότι τέτοιες
προκαταλήψεις, όσο αφελείς και αν ήσαν, δεν ήταν εύκολο να
ξεριζωθούν από την ψυχή του λαού· βασίλεψαν ακόμη για καιρό·
αλλά από τον 5ο αιώνα π.Χ., οι σκεπτόμενοι άνθρωποι είχαν
απαλλαγεί απ’ αυτές τις πλάνες. Αντιλαμβάνονταν το θάνατο
διαφορετικά· άλλοι πίστευαν στην εκμηδένιση, άλλοι σε μια
δεύτερη πνευματική ζωή μέσα στον κόσμο των ψυχών· σε καμιά
περίπτωση δεν παραδέχονταν πλέον ότι ο νεκρός ζούσε μέσα στον
τάφο, τρεφόμενος με προσφορές. Άρχισαν επίσης να αποκτούν μια
πολύ ανώτερη αντίληψη του θείου, ώστε να μην είναι πλέον δυνατό
να πιστεύουν ότι οι νεκροί είναι θεοί. Οραματίζονταν, αντίθετα,
την ανθρώπινη ψυχή περιπλανώμενη στα Ηλύσια Πεδία σε αναζήτηση
της ανταμοιβής της ή πηγαίνοντας να πληρώσει το τίμημα των
ανομημάτων της· και προοδεύοντας αξιοσημείωτα, δε θεοποιούσαν
πλέον παρά μόνον εκείνους τους ανθρώπους που η ευγνωμοσύνη ή η
κολακεία είχαν τοποθετήσει υπεράνω της ανθρωπότητας.
Η φυσιολογική εξέλιξη του πνεύματος άλλαζε σιγά σιγά και την
αντίληψη για το θείο. Αυτή η αντίληψη που ο άνθρωπος είχε αρχικά
αποδώσει στην αόρατη δύναμη που ένιωθε μέσα του, μεταφέρθηκε
στις ασύγκριτα ισχυρότερες δυνάμεις που έβλεπε στη φύση,
περιμένοντας να υψωθεί ως την αντίληψη ενός όντος έξω και πάνω
από τη φύση. Τότε οι Εφέστιοι θεοί και οι ήρωες έχασαν τη
λατρεία κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου.
Όσο για την εστία που δεν είχε άλλο νόημα από το σύνδεσμό της
με τη λατρεία των νεκρών, έχασε επίσης την αξία της.
Εξακολούθησαν να διατηρούν μέσα στο σπίτι την οικογενειακή
εστία, να τη χαιρετούν, να τη λατρεύουν, να της προσφέρουν
σπονδές· δεν ήταν όμως πλέον παρά μόνο μια συνήθεια που καμιά
πίστη δεν αναζωογονούσε.
Η κοινή εστία των πόλεων, το πρυτανείο με άλλα λόγια, ακολούθησε
ασυναίσθητα την οικογενειακή εστία στη δυσμένεια. Δε γνώριζαν
πλέον τη σημασία της· είχαν λησμονήσει ότι η άσβηστη φλόγα του
πρυτανείου αντιπροσώπευε την αόρατη ζωή των προγόνων, των
ιδρυτών, των εθνικών ηρώων. Συνέχιζαν να διατηρούν τη φωτιά, να
οργανώνουν δημόσια δείπνα, να ψάλλουν αρχαίους ύμνους· άσκοπες
τελετές, από τις οποίες δεν τολμούσαν να απαλλαγούν, και των
οποίων τη σημασία δεν εννοούσαν πλέον.
Άλλαξαν χαρακτήρα ακόμη και οι θεότητες της φύσης. που είχαν
προσαρτήσει στην εστία. Ξεκινώντας από οικογενειακές θεότητες,
μετατράπηκαν σε θεότητες της πόλης, και στη συνέχεια άλλαξαν
και πάλι. Οι άνθρωποι κατέληξαν στην αντίληψη ότι τα διάφορα
όντα που ονόμαζαν Δία, μπορούσαν να είναι ένα και το αυτό· το
ίδιο έγινε και με τους άλλους θεούς. Το ανθρώπινο πνεύμα
ενοχλήθηκε από το πλήθος των θεών και ένιωσε την ανάγκη να τους
μειώσει. Αντιλήφθηκαν ότι οι θεοί δεν ανήκαν πλέον ο καθένας σε
μια οικογένεια ή σε μια πόλη, αλλά ότι ανήκαν όλοι στο ανθρώπινο
γένος και προστάτευαν το σύμπαν. Οι ποιητές πήγαιναν από πόλη σε
πόλη και δίδασκαν στους ανθρώπους, αντί για τους αρχαίους
ύμνους της πολιτείας, καινούργιες μορφές ποίησης, όπου δε
γινόταν λόγος ούτε για οικιακούς δαίμονες ούτε για πολιούχους
θεούς, και όπου αναφέρονταν οι μύθοι των μεγάλων θεών του
ουρανού και της γης· και ο ελληνικός λαός ξεχνούσε τους παλαιούς
οικογενειακούς ή εθνικούς του ύμνους προς χάρη αυτής της
καινούργιας ποίησης που δεν ήταν θυγατέρα της θρησκείας αλλά
της τέχνης και της ελεύθερης φαντασίας. Ταυτόχρονα, ορισμένα
μεγάλα ιερά, όπως των Δελφών και της Δήλου, πέτυχαν να
προσελκύσουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να ξεχάσουν τις
τοπικές λατρείες. Τα Μυστήρια και τα δόγματα που αυτά περιείχαν,
τους ωθούσαν στην περιφρόνηση της κενής και ασήμαντης θρησκείας
της πόλης.
Έτσι επιτεύχθηκε αργά και αθόρυβα μια πνευματική επανάσταση.
Ούτε και οι ιερείς δεν της αντιστάθηκαν· γιατί, εφόσον οι θυσίες
εξακολουθούσαν να προσφέρονται στις καθορισμένες ημέρες,
πίστευαν πως η παλαιά θρησκεία δεν κινδύνευε· οι ιδέες μπορούσαν
να αλλάξουν και η πίστη να χαθεί, αρκεί οι τελετουργίες να μην
άλλαζαν σε τίποτε. Συνέβη λοιπόν, χωρίς να τροποποιηθούν οι
θρησκευτικές πράξεις, να αλλάξουν οι δοξασίες και η οικογενειακή
και αστική θρησκεία να χάσει κάθε επιρροή στην ανθρώπινη ψυχή.
Ύστερα εμφανίσθηκε η φιλοσοφία και ανέτρεψε όλους τους παλαιούς
πολιτικούς κανόνες. Ήταν αδύνατο να μετατραπούν ι αντιλήψεις των
ανθρώπων, χωρίς να μετατραπούν οι βασικές παροχές του
πολιτεύματος τους. Ο Πυθαγόρας, έχοντας την αόριστη αντίληψη του
υπέρτατου όντος, περιφρόνησε τις τοπικές λατρείες και αυτό του
έφθανε, για να απορρίψει τους παλαιούς τρόπους διακυβέρνησης
και να προσπαθήσει να ιδρύσει μια καινούργια κοινωνία...