ΒΑΘΥΣΗΜΑΝΤΕΣ ΡΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ
ΓΙΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΤΗΣ
ὁμιλία
τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ
κ.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ἀπὸ τὴν
Ἔφεσο τῆς Ἰωνίας
καὶ ἀπὸ τὴν
Ἐλέα τῆς Ἰταλίας
ἔρχεται ἡ φωνὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί, ὑπὲρ τὸ χάσμα τῶν
ἐνδιάμεσων αἰώνων, διαμηνύει τὰ ὅρια τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης
καὶ τοὺς ὅρους τοῦ κύρους τῶν ἐπιτεύξεών της.
Ὁ
Ἠράκλειτος
γνωματεύει : «Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν
ἐπιπορευόμενος ὁδὸν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει». Ἡ αὐστηρὴ αὐτὴ ρήση
τοῦ Ἐφέσιου φιλοσόφου, ἑρμηνευμένη εὐρύτατα, δηλαδὴ ὥστε νὰ
ἰσχύει ὄχι μόνο γιὰ τὰ «ψυχῆς πείρατα» -ἡρακλείτεια εἶναι
ἄλλωστε καὶ ἡ ρήση «φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ»-, προφυλάσσει τοὺς
ἐπιστήμονες ἀπὸ τὴν αὐταπάτη γιὰ δυνατότητα πρὸς παντογνωσία. Ἡ
σοφὴ αὐτὴ παραίνεση πρὸς ἐπίγνωση τῶν ὁρίων τῆς ἐπιστημονικῆς
ἔρευνας δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ψυχολόγους,
καὶ ἰδιαίτερά τοὺς εἰδικούς τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους, τοὺς
οἱονεὶ κατονομαζόμενους στὴν ἡρακλείτεια ρήση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς
ἄλλους διάσημους στὴν ἐποχὴ μας ἐπιστήμονες, ὑπερήφανους γιὰ τὶς
ἀνακαλύψεις τους εἴτε θεωρίες τους, μὲ θέμα τὸν κόσμο ἤ τὸν
ἄνθρωπο.
Σχετικά, προπάντων, μὲ τὶς φερόμενες στὶς ἡμέρες μας
θριαμβευτικὲς ἐπιτυχίες τῆς ἔρευνας τῶν λειτουργῶν τῆς
βιολογίας, ἐνόμισα χρέος μου πρὶν ἀπὸ ἔτος νὰ ἐπισημάνω τὰ ἑξῆς:
Μὲ τὰ γονίδια καὶ τὰ παρόμοια δὲν ἐξηγεῖται ἀκέραια ἡ οὐσία τοῦ
ἀνθρώπου καὶ δὲν βεβαιώνεται ἡ ἀξία του. Ἔργο τῆς διάνοιας τοῦ
ἀνθρώπου εἶναι καὶ ἡ θεωρία τῶν γονιδίων. Αὐτὸς ἀποτελεῖ
προϋπόθεση γι’ αὐτήν, δὲν προσφέρεται ἄρα γιὰ ὁλικὴ νοητικὴ
σύλληψή του ἀπὸ αὐτήν. Ὅ,τι καὶ ἂν ἡ θεωρία τῶν γονιδίων
ἀποκαλύπτει ἀπὸ τὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ εἶναι μερικὰ μόνο
σημαντικὸ γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν
οὐσία του καὶ τὴν ἀξία του, καὶ προπάντων δὲν ἐξηγεῖ τὴν πηγὴ
τῆς ἰδικῆς της δημιουργίας καὶ τοῦ κύρους της, δὲν ἐξηγεῖ
δηλαδή, πῶς ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιτελεῖ τὴν
ἀνακάλυψη τῶν γονιδίων ἤ καὶ νὰ παρέχει κύρος στὴν περὶ αὐτῶν
θεωρία. Ὅσο καὶ ἂν προοδέυσε ἡ βιολογία, ἡ ρίζα τῆς οὐσίας καὶ
τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου μένει ἀσύλληπτη ἀπὸ τὶς ἐπιτεύξεις της. Ὁ
ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ἀπείρως τὴ θεωρία τῶν γονιδίων, ἀφοῦ αὐτὸς
εἶναι ὁ δημιουργός της καὶ ὁ χορηγός τοῦ κύρους της. Ἡ οὐσία καὶ
ἡ ἀξία τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐνέχουν τὸ μυστηριακὸ ἄδυτο καὶ τὴν
εὐδαιμονικὴ χάρι τοῦ θαύματος.
Προσομοιάζει σὲ ἱκανὸ βαθμὸ πρὸς τὴν ἡρακλείτεια ρήση γιὰ τὰ
ὅρια τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ ἐνέχει καὶ ὑπερβασία της, ἡ ρήση τοῦ
πολυεπιστήμονος φιλοσόφου τῶν Ἀβδήρων Δημοκρίτου: «ἐτεῇ δὲ οὐδεν
ἴδμεν ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀλήθεια» (100). Ἡ φράση «ἐν βυθῷ γὰρ ἡ
ἀλήθεια» ἀπηχεῖ ἔντονα τὴν ἡρακλείτεια φράση «οὕτω βαθὺν λόγον
ἔχει».
Ἐξ ἄλλου, ἡ φράση «ἐτεῇ δὲ οὐδεν ἴδμεν», καθὼς καὶ οἱ παραλλαγὲς
της «γιγνώσκειν τε χρή, φησίν, ἄνθρωπον τῷδὲ τῷ κανόνι ὅτι ἐτεῆς
ἀπήλλακται», «ἐτεῆ οἷον, ἕκαστον γιγνώσκειν ἐν ἀπὀρῳ ἐστίν», καὶ
προπάντων «ἐτεῆ οὐδὲν ἴσμεν περὶ οὐδενός» (104), ἤ καὶ ἡ
ἐπιδοκιμασμένη ἀναξαγόρεια γνώμη «ὄψις τῶν ἀδήλων τὰ φαινόμενα»
(10) -δηλωτικές της γνώμης τοῦ Δημοκρίτου γιὰ κάθε γνούση,
δηλαδὴ ὄχι τυχὸν μόνο γιὰ τὴν «διὰ τῶν αἰσθήσεων σκοτίην», ἀλλὰ
καὶ γιὰ τὴν «διὰ τῆς διανοίας γνησίην», ὅπως φέρεται νὰ
διακρίνει ὁ ἴδιος (113)- σὰν νὰ προμηνύει τὴ γνώμη τοῦ γερμανοῦ
φιλοσόφου Kant γιὰ τὸ Ding an Sich ὡς μὴ δεκτικὸ νὰ γνωσθεῖ ἀπὸ
τὴ διάνοια τοῦ ἀνθρούπου· μάλιστα ἡ φράση «ἀλλ’ ἐπιρυσμίη
ἑκάστοισιν ἡ δόξις» σὰν νὰ προδηλώνει τὴν κατὰ Kant γνωσιακὴ
λειτουργία τῆς διάνοιας, τὴν καὶ οἱονεὶ διακηρυγμένη μὲ τὴν
ἐμβληματικὴ φράση τοῦ «Der Verstand ist der Gesetzgeber der
Natur».
Ὁ
Παρμενίδης
ἐπισημαίνει: «τὰ δοκοῦντα χρῆν δοκίμως εἶναι διὰ παντὸς πάντα
περῶντα».
Ἡ δυσερμήνευτη
αὐτὴ ρήση τοῦ Ἐλεάτη φιλοσόφου θεσπίζει τοὺς ὅρους τοῦ κύρους
τῆς ἐπιστήμης. Δὲν ἀγνοοῦσε ὁ Παρμενίδης τὴ ρήση τοῦ Ξενοφάνους
«δόκος δ’ ἐπὶ πᾶσι τέτυκται»· κατόρθωσε ὅμως τὴν ὑπέρβασή της μὲ
τρόπο ἀπόλυτο· ἐξ ἄλλου, μὲ τὴν ὑπέρβασή της ἐπιτέλεσε καὶ τὴν
ὁριοθεσία τῆς ἰσχύος της, ἐνῷ ἐπὶ πλέον καὶ τὴν συμπλήρωσε
πρόσφορα, μὲ τὴ ρήση ἀκριβῶς «τὰ δοκοῦντα χρῆν δοκίμως εἶναι διὰ
παντὸς πάντα περῶντα», χορηγὸ κριτηρίου ὀρθότητας ἤ μὴ τῶν
ἐπιτεύξεων τῆς ἐπιστήμης.
Πρώτιστα, θεμελίωσε ὃ Παρμενίδης τὴ γνώση ἀπόλυτα, ὄχι ὅμως τὴν
οἱ- αδήποτε γνώση· ἀναφέρεται συνολικὰ στὶς γνωσιακὲς ἐπιτεύξεις
(«χρεὼ δὲ σὲ πάντα πυθέσθαι»), ἀλλὰ διακρίνει «ἠμὲν Ἀληθείης
εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ἦτορ, ἠδὲ βροτῶν δόξας,
ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθὴς» (I, 28-30)...
Ὁ
Remi Brague
στὸ
μελέτημά
του
La vraisemblance du faux fr. 1.
31-32 γράφει τὰ ἑξῆς: Ἕως τὸ 1970 περίπου «οἱ ερμηνείες
τῶν δύο αὐτῶν στίχων οί πιο διαφορετικές φαίνονταν νά
είναι παραδέξιμες, τουλάχιστον κατ’ ἀρχήν. Αὐτὸ νομίζομε
δὲν ἰσχύει πιά. Τα επιχειρήματα ἦλθαν, μᾶς φαίνεται καὶ
ἀκύρωσαν τὰ μὲν τὰ
δέ,
ὥστε νά ἀποκλείονται ὅλες οἱ δυνατότητες ἑρμηνείας». Βλ.
Στὸ
συλλογικό
ἔργο
Etude sur Parmenide
(sous la direction de Pierre Aubenque), II, 1987
σελ.
44
κ.
έπ.).
Ἡ
δυαδική αὐτὴ γνωσιοθεωρία μὲ τὴν ἀντιπαράθεση
«Ἀληθείης»
πρὸς
«δόξας»,
ἀποτέλεσε ἀφετηρία γιὰ τὴν ανάπτυξη τῆς γνωσιοθεωρίας
τοῦ Πλάτωνος.
Βλ. καί Δεσποτοπούλου, «Φιλοσοφίας Ἐγκώμιον» (2000, ἐκδ.
Ἑλληνικά Γράμματα), σελ. 35-38, «Φιλοσοφία καὶ
Διαλεκτική» (1990, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη), σελ.
21,74. «Φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος (1997, ἐκδ. Ακαδημίας
Ἀθηνῶν), σελ. 25, 60-61.