Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ
ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ TOY
NIETZSCHE
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΕΠΙΣΤΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕΛΟΥΣ κ.
JOHN Ρ. ANTON
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ 26ΗΣ ΜΑΪΟΥ 1987
προεδρία ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΝΗ
Ἡ βιβλιογραφία γύρω ἀπὸ τὶς ἀπόψεις τοῦ Friedrich Nietzsche γιὰ
τὸν Σωκράτη καὶ τὸν Πλάτωνα ὑπερτερεῖ κατὰ πολὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
ἐργασιῶν ποὺ συζητοῦν τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Nietzsche πάνω στὴ
φιλοσοφία τοῦ Ἀριστοτέλη, μὲ μόνη ἐξαίρεση τὴ θεωρία τῆς
τραγωδίας στὸ Περὶ Ποιητικῆς. Ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς
ἐργασίας ποὺ παρουσιάζω ἐδῶ εἶναι ἡ ἐξέταση τοῦ τρόπου μὲ τὸν
ὁποῖο ὁ Nietzsche ζήτησε νὰ ἑρμηνεύσει τὴ θεωρία τοῦ
Ἀριστοτέλους γιὰ τὰ τραγικὰ πάθη καὶ τὴν ἰδιαζουσα ἡδονὴ ποὺ
προσφέρει ἡ τραγωδία. Ὅσο γιὰ τὴ θέση ποὺ παίρνω, θὰ ἤθελα νὰ
τονίσω ὁρισμένα κύρια σημεῖα πρὶν προχωρήσω μὲ τὴν ἀναλυτικὴ τοῦ
προβλήματος.
Ἐπιχειρῶ νὰ δείξω ὅτι ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀξία τῶν διαφόρων
φιλοσοφικῶν ἑρμηνειῶν, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸν Hegel καὶ μέσω τοῦ
Schopenhauer κορυφώνονται στὸν Nietzsche, ἡ κριτικὴ στὴν ὁποία
ὑπέβαλαν τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλους εἶναι βασισμένη σὲ μία
σοβαρή, μᾶλλον ἀδικαιολόγητη, παρανόηση τοῦ Περὶ Ποιητικῆς.
Στὴν περίπτωση τοῦ Nietzsche πρόκειται γιὰ μιὰ κριτικὴ ποὺ
ἀποτελεῖ μέρος μιᾶς ἐσκεμμένης προσεγγίσεως τῆς ἑλληνικῆς
δραματουργίας γιὰ τὴν προβολὴ καὶ ἐπιβολὴ τῶν ἀπόψεων τοῦ ἴδιου.
Ὅπως ἀπεδείχθη, οἱ ἀπόψεις του, ριζοσπαστικὲς καὶ ρηξικέλευθες,
ἐπηρέασαν βαθύτατα καὶ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴ λογοτεχνία τῆς
Εὐρώπης. Θὰ ἦταν ἐκτὸς θέματος νὰ σχολιάσω ἤ νὰ ἀνακεφαλαιώσω
τὴν ἀπέραντη συζήτηση ποὺ ἀκολούθησε τὴ δημοσίευση τοῦ περίφημου
ἔργου τοῦ Nietzsche, Ἡ Γένεση τῆς Τραγωδίας, στὰ 1872.
Ἀναφέρω μόνο ὅτι, ἐνῶ κατὰ κανόνα τονίζεται ἡ σπουδαιότης τῆς
Νιτσεϊκῆς καινοτομίας γιὰ τὴν τραγικὴ σκέψη, τὸ πρόβλημα τῆς
ὑποβαθμίσεως ποὺ ἔκανε ὁ Nietzsche στὴν Ἀριστοτελικὴ θεωρία τῆς
τραγωδίας ἔχει παραμείνει σκοτεινὸ καὶ οὐσιαστικὰ ἀναπάντητο.
Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Nietzsche ἀντιτάσσει μιὰ δική του
ἔκδηλα ἀντι-Αριστοτελικὴ θεωρία τοῦ τραγικοῦ. Κατὰ πόσον
ὑπερακοντίζει τὴν Ἀριστοτελικὴ εἶναι θέμα ἀμφισβητούμενο,
τουλάχιστο γιὰ ὅσους ἐξακολουθοῦν νὰ ἐκτιμοῦν καὶ νὰ σέβονται τὸ
κύρος τῆς Ἀριστοτελικῆς σκοπιᾶς καὶ φιλοσοφίας τῆς τέχνης. Ἀπὸ
τὴν ἄποψη αὐτὴ θεωρῶ ὅτι εἶναι καὶ σκόπιμο καὶ πρέπον νὰ
διερευνηθοῦν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Nietzsche — καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν
του — κυρίως γιὰ νὰ πεισθοῦμε ἂν κατὰ πρῶτον λόγον ἑρμηνεύεται
σωστὰ ὁ Ἀριστοτέλης στὰ σχετικὰ συγγράμματα τοῦ Nietzsche, καὶ
δεύτερον ἂν πράγματι εὐσταθοῦν οἱ ριζοσπαστικὲς ἀντιλήψεις του
γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ τραγικοῦ...
Ἀναφέρω ὡς παράδειγμα μιὰ πρόσφατη κρίση. Ὁ Geoffrey
Arnott, ἐνῶ συνοψίζει ἐπιτυχῶς τὴν τρέχουσα ἀντίληψη γιὰ
τὴ σπουδαιότητα τῆς Νιτσεϊκῆς καινοτομίας, ἀφίνει
ἀφώτιστο τὸ πρόβλημα τῆς ὑποβαθμίσεως τῆς Ἀριστοτελικῆς
θέσεως. Γράφει π.χ. ὁ Arnottt: «Ἡ τραγωδία, ἰσχυρίζεται
ὁ Nietzsche, εἶναι μιὰ τέχνη ποὺ μετατρέπει τὶς
ἀηδιαστικὲς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν τρόμο τῆς
ὑπάρξεως σὲ ἰδέες μὲ τὶς ὁποῖες μποροῦμε νὰ ζήσουμε μὲ
ἀξιοπρέπεια. Ἡ τραγωδία κρατεῖ κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχό της
αὐτοὺς τοὺς τρόμους καὶ τοὺς ἐξευγενίζει, κατευθύνοντάς
τους πρὸς τὴν τραγικὴ σκηνή, ὅπου ὁ ἥρωας κατορθώνει νὰ
ὑψώσει τὸ ἀνάστημά του καὶ τὴ δόξα του μὲ τὴν πρόσχαρη
παραδοχὴ τοῦ ἐκμηδενισμοῦ του. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ
τραγικοῦ ἀποτελέσματος ἐντυπωσίασε ἕναν ἀριθμὸ νεώτερων
συγγραφέων ἐξ αἰτίας τοΰ τρόπου ποὺ κάποια λεπτὰ σημεῖα
στὴ διατύπωσή της προδιαγράφουν βασικὲς ἀντιλήψεις τοῦ
Freud καὶ τῶν ὑπαρξιστῶν. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, οἱ
κλασσικοὶ φιλόλογοι δείχνουν νὰ ἔχουν ἐντυπωσιασθεῖ ἀπὸ
τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Νιτσεϊκὴ ἑρμηνεία τοῦ τραγικοῦ ὄχι μόνο
ἔχει ἀντιταχθεῖ στὴν περίφημη Ἀριστοτελικὴ θεωρία ἀλλὰ
τὴν ἔχει ξεπεράσει μὲ τὴ βαθειὰν ἀλήθεια ποὺ συνέλαβε».
Geoffrey Arnott, «Nietzsche’s View of Greek Tragedy»,
Arethusa 17/2 (1984), 135-49,
ἰδίως
147.