Ἡ δυαδικὴ γνωσιολογία τοῦ Παρμενίδου
Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ 9ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1989

Σύγχρονος τοῦ Ἐφεσίου Ἡρακλείτου, ἀλλά καὶ τοῦ Ἀθηναίου Αἰσχύλου,
ὁ Ἐλεάτης Παρμενίδης
, χαρακτηρισμένος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα ὡς «αἰδοῖός τε... δεινός τε» (Θεαίτητος
183e), ἀναγνωρίζεται καὶ σήμερα ὡς πρωτουργὸς στὴ θεμελίωση τῆς
Μεταφυσικής,
μὲ τὸ περίφημο ποίημά του Περὶ Φύσεως.
Ἡ φιλοσοφικὴ αὐτὴ ἐποποιία, ἔξοχο δεῖγμα τῆς πνευματικῆς
μεγαλουργίας τοῦ Δυτικοῦ Ἑλληνισμοῦ, περιέχει καὶ στίχους
δυσερμήνευτους. Κατ’ ἐξοχὴν δυσερμήνευτοι εἶναι οἱ στίχοι: «ἀλλ’
ἔμπης καὶ ταῦτα μαθήσεαι, ὡς τὰ δοκοῦντα χρῆν δοκίμως εἶναι διὰ
παντὸς πάντα περῶντα» (1.31-32).
Ὁ Remi Brague, στὸ δημοσιευμένο προπέρισυ μελέτημά του «La vrai-
semblance du faux: Parmenide fr. 1, 31-32»,
γράφει τὰ ἑξῆς: Ἕως τὸ 1970 περίπου «...οἱ ἑρμηνεῖες τῶν δύο
αὐτῶν στίχων οἱ πιὸ διαφορετικὲς φαίνονταν νὰ εἶναι παραδέξιμες,
τουλάχιστον κατ’ ἀρχήν. Αὐτό, νομίζομε, δὲν ἰσχύει πιά. Τὰ
ἐπιχειρήματα ἦλθαν, μᾶς φαίνεται, καὶ ἀκύρωσαν τὰ μὲν τὰ δέ,
ὥστε νὰ ἀποκλείονται ὅλες οἱ δυνατότητες ἑρμηνείας».
Ἐπισήμανα τὴν ἀρνητικὴ αὐτὴ ἀξιολόγηση τῶν διάφορων
προγενέστερων ἑρμηνειῶν τῶν δύο αὐτῶν παρμενίδειων στίχων, γιὰ
νὰ δικαιολογήσω τὴ σημερινὴ ἀνακοίνωση. Μὲ αὐτὴν προτείνω
ἑρμηνεία τῶν δύο αὐτῶν σπουδαίων στίχων, μὴ ἀκυρώσιμη, ἐλπίζω,
ἀπὸ τὰ ἕως τώρα προβλημένα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ αὐτῆς ἢ ἐκείνης τῆς
ἑρμηνείας τους.
Οἱ στίχοι αὐτοί, καταληκτικοὶ τοῦ «Προοιμίου» τοῦ παρμενίδειου
ποιήματος, ἀκολουθοῦν ὡς συμπλήρωμα τοὺς ἀμέσως προηγούμενους: «χρεὼ
δὲ σὲ πάντα πυθέσθαι ἠμὲν Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ἦτορ ἠδὲ
βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθής» (1.28-30).
Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι οἱ ἀμέσως προηγούμενοι στίχοι αὐτοὶ
ἔχουν ὡς ἐκφραστικὴ βάση τὴ λέξη «πυθέσθαι», ἐνῶ οἱ ἀμέσως
ἑπόμενοί τους δύο καταληκτικοὶ στίχοι τοῦ Προοιμίου, ἔχουν στὴν
ἀντίστοιχη ἐκφραστικὴ λειτουργία τὴ λέξη «μαθήσεαι». Καί,
νομίζω, «πυθέσθαι» σημαίνει, στὴν προκειμένη χρήση του: νὰ
πληροφορηθεῖς, νὰ διδαχθεῖς· ἐνῶ «μαθήσεαι» ἀκριβέστερα
σημαίνει: θὰ μάθεις καὶ μὲ ἰδική σου προσπάθεια, θὰ ἀποκτήσεις
ἐπίγνωση.
Πρέπει, λοιπόν, νὰ διδαχθεῖ ὁ ὑπὸ διάπλαση φιλόσοφος: πρῶτον «Ἀληθείης
εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ἦτορ» καὶ δεύτερον «βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι
πίστις ἀληθής»· ἐνῶ ἐξ ἄλλου καὶ θὰ ἀποκτήσει ὁ ἴδιος ἐπίγνωση «ὡς
τὰ δοκοῦντα /χρῆν δοκίμως εἶναι διὰ παντὸς πάντα περῶντα»...
Ὁ
παραλληλισμὸς τῶν τριῶν αὐτῶν κορυφαίων ἐκπροσώπων τοῦ
ἑλληνικοῦ πνεύματος, ἀντίστοιχα πρὸς
τὶς τρεῖς γεωγραφικὲς διαστάσεις τῆς ἑλληνικῆς τότε
πνευματικῆς μεγαλουργίας, ὑποσημαίνει καὶ τὸ ἱστορικὸ
στὴ φιλοσοφία προβάδισμα τῆς Ἰωνίας καὶ τοῦ
ἴταλιωτικοῦ Ἑλληνισμοῦ,
ἐνῶ στὴν Ἀττικὴ σήμαινε τότε
ἡ
μεγάλη ὥρα τῆς τραγωδίας καὶ δὲν εἶχε σημάνει ἀκόμη
ἡ ὥρα τῆς φιλοσοφίας,
παρὰ τὴν προήγηση τοΰ Σόλωνος, ἀναγνωρισμένου ὡς
ἑνὸς
ἀπό τοὺς
ἑπτὰ
σοφοὺς
τῆς
Ἑλλάδος τὸ 582 π.Χ.
Βλ.
Etudes sur Parm6nide (sous la direction de Pierre
Aubenque), II, 1987,
σ.
44
κ.ίπ.